Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόετρρρυ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πόετρρρυ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30 Ιουν 2013

Αυτός ο άνθρωπος


Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος
με τα δανεικά τα ρούχα;
Κρέμονται πάνω του
κουστούμια και γραβάτες
πνίγεται
ξεκουμπώνεται λίγο
οξυγόνο
ένα βήμα ακόμα.
Κάπου τον περιμένουν
κάπου τον χαιρετάνε.
Κουμπώνεται αξιοπρεπώς
και συνεχίζει·
ένα βήμα ακόμα

Σέρνει τα βήματα
σκυφτός
στο κρεβάτι·
βράδιασε κιόλας.

Λίγο πριν ξαπλώσει
θα σταθεί
γυμνός
κάτι θα θυμηθεί

μια θάλασσα
μια ανάσα
ένα όνειρο
        μια ζωή.

Τις Κυριακές
η μέρα είναι μεγάλη.
Τα ρούχα διπλωμένα δίπλα.
Κι εκείνος
γυμνός
αναπνέει και θυμάται.
   
Έρχεται καταιγίδα
ο καιρός ανταριάζει.
Κι ίσως να πέφταν κεραυνοί,
μα δεν ήρθε ακόμα
η κατάλληλη στιγμή.

Τα ρούχα διπλωμένα δίπλα,
τον περιμένουν.

Τα ρούχα διπλωμένα δίπλα,
δανεικά.

18 Φεβ 2013

Εννιά χαϊκού της πικρής νυχτιάς




Ήρθε, νομίζω,
η ώρα να ανοίξω
μια κρύα μπύρα.

---

Πολικό ψύχος
κροτάλισμα οδόντων
σαν να πήρα κρακ.

---

Μέθη στ΄αυτιά μου
του ωραίου εραστή
το ροχαλητό.

---

Φύσης γιορτάσι
των μελισσών το άσμα·
φέρε Fenistil.

---

Μπλε ο ουρανός
ούτ' έν' αυτοκίνητο
λόγω της κρίσης.

---

Την κρύα νύχτα
στο τζάκι καθόμαστε·
αιθαλομίχλη.

---
Χείλη κεράσια
στα φιλιά τους θα πνιγώ·
όλο κουκούτσια.

---
Ήσυχη νύχτα·
η κλανιά του παππού μου
περιδίνιση

---
Πολύ σ'αγαπώ
μα πιο πολύ αγαπώ
το τρολλάρισμα


7 Ιαν 2012

ΛΙΟΣΙΩΝ


Είναι ένας δρόμος που αν ήταν τραγούδι
θα 'βγαινε όλο μια στριγκλιά
ένα βογγητό καλύτερα,
μακρύ, συρτό, σαν να 'πεσε 
το βάρος του κόσμου
πάνω του
σαν παλιό λεωφορείο
που αγωνίζεται
ν' ανέβει μιαν ανηφόρα
φορτωμένο νυσταλέους επιβάτες
που αργοπεθαίνουν
αγκομαχώντας

περνώντας από γκαράζ και βενζινάδικα
μαγαζιά με οικοδομικά υλικά
καταγώγια και κωλόμπαρα
πορνεία
με πουτάνες που δεν ενέπνευσαν ποτέ
κανένα συγγραφέα
μόνο κάτι τελειωμένους
που πέφτουν πάνω τους
σαν τα γουρούνια
αγκομαχώντας

κι εκείνες ονειρεύονται
ότι τους πέφτουνε
μαλλιά και δόντια
απο τις βότκες
και όταν θυμούνται
(άραγε τι;)
αφήνουν έναν αναστεναγμό
αγκομαχώντας


και οι ξεριζωμένοι ξένοι
που ήρθαν εδώ τάχα για καλύτερα

και τα πρεζάκια
που τελειώνουν στα πλατύσκαλα
κι ακόμα ψάχνουν στον ουρανό τ' αστέρια

έτσι είναι όλη η Λιοσίων
και τραγουδάει
μια στριγκλιά
-όλη κι όλη-
από κλάμα και των δοντιών
το τρίξιμο
σαν κόλαση
από σπασμένα όνειρα
που μπαίνουν γυαλιά στα πόδια

Κι εσύ φοβάσαι μη σε σφάξουνε
ενώ ψάχνεις τα κλειδιά σου
στην εξώπορτα
και φοβάσαι για τη ζωή σου
(ενώ πεθαίνεις ήδη)
αγκομαχώντας

19 Ιουν 2010

Magic Bathroom

A bathroom floor - an art of magic.
Balls of hair and dead skin cells
trails of feet and summerdust.

A cosmos of all things,
our universe is like a lazy artist's bathroom.
Tribes of microbes living their golden ages
Before a tidal wave of bleach vanishes them off the face of earth.

And it's the very essence of magic,
to flush your ego down
and get lost in the sewers of oblivion,
be the tiniest, wisest un-you
or just
un-be.

And it's the very essence of life,
to be able to purge yourself
chloridically
while lying on the dirtiest ground.

We are living in a world,
where truth and lie won't apply.
We are living in a world,
where freedom has made us slaves.

In the end, everything is simple:
and all I need is a fruit to eat
a bathtub to soak myself in
and your body to soak into mine.

Simply and between miracle and ridicule,
like writing mystical poetry
or just cleaning a bathroom floor.

25 Φεβ 2010

Nαι

Πίνουμε σήμερα.
Πίνουμε και γράφουμε βλακείες.
Ακούμε και γκοθίλες
σάουθερν, καμπαρέ και ντάρκγουεηβ
μεταξά και καλέσε γιορτέσε.

Είναι που φύγαν όλοι μωρέ.
Και δεν έχω άνθρωπο να βγούμε
Να πάμε κάπου έξω να τα σπάσουμε
Να χορέψουμε αργά μέσα στην κάπνα
μισοκλαίγοντας μισογελώντας.

Οι άνθρωποί μου σήμερα είναι όλοι μακριά.
Δεν πειράζει.

Αν και πολύ θα ήθελα να είχα κάποιον σπίτι
Να γείρουμε ώμο με ώμο μέσα στο αλκοόλ
να ακούμε μουσική.
Να μισοκοιμηθούμε με ταινίες.
Ωραία η κουλτούρα μα είναι χέβη
φέρνει νύστα, δεν φέρνει;

Θα ήθελα να είχα κάποιον σπίτι
να μου εκμυστηρευτεί τα άγχη του
Και εγώ θα έκανα “μμμμ” με το κεφάλι
δε συμβουλεύω αλλά ακούω.
Ποιος τις γαμεί τις συμβουλές.
Θα αγκάλιαζα, επίσης,
διότι οι αγκαλιές, φίλε, τα σπάνε.

Θα έλεγα για τη μοναξιά
και την πόρνη ετούτη πόλη
την κάργια, την γκρίζα.
Που μπορεί να σε κάνει βασιλιά
μπορεί και ζητιάνο
για ένα χαμόγελο.

Θέλουνε, λέει, να τα σπάμε
να είμαστε αυτόνομοι
δυναμικοί
και να χαμογελάμε
Να μην έχουμε τίποτα ανάγκη.
Σώπα ρε.

Πες με χαμένη, πες με καμμένη
Πες με αδύναμη κι εξαρτησιακή
Δεν στο κρύβω:
Εξαρτώμαι από τους ανθρώπους
Τους αγαπάω
Τους έχω ανάγκη.

Αυτά θα του έλεγα
Και θα με έκραζε
Και θα τον έκραζα
Και θα γελούσαμε
Και κάπου εκεί στο τέλος
πάντα αγγλιστί
(για να 'χει κύρος)
θα του 'λεγα:

“I love you, today, old friend.
I love you, with all my heart.”

Και θα ήταν αλήθεια.

2 Απρ 2008

Song Of No Name

A bunch of fools crawling.
To the world. For the world.

Secrets from the magician in the their lips.
Skin soaked in priestess rosemary perfume.
A flower from the empress in their hair.
The emperor's sceptre in their hands.

The hierophant saw and gave them riddles.
lovers rejoiced in light-and-darkness.
Carried by the chariot to gain strength and patience.

The hermit saw and smiled, he knew
where the wheel of fortune would stop.
and as justice pointed at the hanged man
whose eyes painted death,
their hearts filled with art
and sang the devilsong.

They climbed the tower and it fell
they didn't care, they reached the stars
moon-and-sun glistening jewels.

Now. The Judgment.

A bunch of fools crawling.
To the world. For the world.

And as they saw the World being sucked in a baby's dream,
they stopped and feared they'd lose it all.

And the cards were shuffled again.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...