Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πικρά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πικρά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7 Μαΐ 2010

Άλμπατρος και κρασοφαντάσματα

God save thee, ancient Mariner
From the fiends, that plague thee thus
Why look'st thou so ? - With my cross-bow
I shot the ALBATROSS.
...
Ah. well a-day. what evil looks
Had I from old and young
Instead of the cross, the Albatross
About my neck was hung.


(Samuel Taylor Coleridge,
“The rime of the ancient mariner")




Βγαίνω έξω, και στο δρόμο σέρνεται θυμός και στενοχώρια. Βήματα βαριά, σαν να έχει χυθεί μολύβι στις σόλες. Σαν να φοράμε όλοι μπότες αντί για πέδιλα. Μάη μήνα. Στο δρόμο που καίει.
Το κεφάλι σκυφτό, δεμένο σακί στο λαιμό, ένα ψόφιο άλμπατρος μέσα. Οι δυσκολίες. Μεγάλα φτερά – τέσσερα μέτρα το γαμίδι, όλο μέσα, κι εσύ το κουβαλάς.
Γυρνάω στο σπίτι γρήγορα, πόνος στην κοιλιά, όχι άλλο αίμα στο δρόμο, σπίτι.

Εκεί άλλος, διαφορετικός μικρόκοσμος, άλλα άλμπατρος. Τι θα φάμε σήμερα και τι θα φάμε αύριο, τι θα πάρεις απο το μάρκετ και τι θα κάνεις. Εδώ ο κόσμος χάνεται και ο χρυσός λωτός κουνάει τα κουδούνια της ζώνης του.

Παρένθεση, ξέχασα πως δεν είσαι στο μυαλό μου. Ξεχνάω πολλά τώρα τελευταία. Στην “Ιστορία του σεξ”, που λες, λοιπόν, που υποτιτλίζω για εξάσκηση και για να δουλεύω το μυαλό μου, ή για να το ξεκουράζω όταν το βιβλίο αρχίζει να πονάει, λέει για τους ταοϊστές ότι είχαν πολλές σεξουαλικές μεταφορές. Χρυσοί λωτοί και κορμοί από νεφρίτη κάνουν ό,τι κάνουν ταμουνιάκιοιπούτσοι. Όταν η γυναίκα η χρυσολωτεμένη κουνάει τα κουδούνια στη ζώνη της, είναι από πάνω. Κάουγκερλ κι έτσι, όπως λέμε εμείς. Ποίηση της ποιήσεως για την παλαιότερη πράξη του κόσμου. Ωραία ήταν. Και οι καουμπόηδες καλοί είναι.

Μεταφράζω την ιστορία του σεξ και το σεξ έχει γίνει ιστορία. Καλύτερα έτσι. Θα προτιμήσω την ποίηση μια φορά στη ζωή μου. Ξέρεις, κάποτε δεν ήμασταν έτσι. Είχαμε ξεπεράσει την ποίηση, είχαμε φτάσει σχεδόν στη θεουργία. Ήμασταν η Ιστάρ και ο Τούθμωσις, ταξίδι στη Μεσοτοπαμία σε κρεβάτια που μυρίζουν μέλι. Κάποτε αγαπούσαμε. Μετά πληγωθήκαμε και είπαμε να μην το ξαναπροσπαθήσουμε, γιατί κλάψαμε. Στο λαιμό μας είχε γεννηθεί το πρώτο μας άλμπατρος, και πάλευε για το πρώτο του σκουλήκι.

Όχι πως και στις Μεσοποταμίες και τις αρχαίες Ινδίες το έπαιζαν ιππότες. Ήταν κάτι τυπάδες, οι nagaraka, κοσμικοί νέοι της καλής κοινωνίας, που φλέρταραν τις κοπελίτσες με ψεύτικα λόγια αγάπης, τα οποία τους τα έλεγαν ειδικά εκπαιδευμένοι παπαγάλοι. Μεγάλη επιτυχία οι nagaraka. Από εκεί ίσως να έβγαλαν οι κοπελίτσες το “μακριά απο nagaraka, γιατί θα σου βγει malaka”.

Αστειάκια. Όπως και 'χει, αρκετά με τους παπαγάλους, πολύ φανταχτερό πούπουλο για το τίποτα. Άσε που ήδη έχουμε άλμπατρος, πτηνοτροφείο θα ανοίξουμε;

Κρασί. Και ο Lynch να με λυντσάρει με βρώμικο industrial blues. Φαντάσματα ξεπροβάλλουν, που παρά την άϋλη υπόστασή τους είναι στην πίσσα και στα πούπουλα. Φαντάσματα που κανείς ghost-buster δε θα παγιδεύσει, γιατί θα του κοπανήσω το άλμπατρός μου στο κεφάλι.

Άντε γαμήσου, Τούθμωσι. Δεν ήσουν ποτέ παπαγάλος, αλλά πέταξες κι εσύ μακριά μόλις με είχες κάνει θεά. Σήμερα σου γκρινιάζω, γιατί άφησες το άλμπατρός σου να κρώξει κάποτε τόσο δυνατά, που ήρθαν κι άλλα άλμπατρος και πέταξαν μαζί, τραβώντας σε από πίσω τους. Και πετάς και ταξιδεύεις μόνος σου, χαμένος μέσα σε ένα σμήνος θαλασσοπούλια.

Άντε γαμήσου, Τούθμωσι. Σήμερα σου γκρινιάζω, μη φοβάσαι, αν τυχόν φοβάσαι, μόνο λίγο είναι και μόνο σήμερα. Θα μου περάσει αύριο. Σε θυμάμαι συχνά αυτές τις μέρες γιατί ξύνω και ξαναξύνω πράγματα, για να θυμηθώ ότι, παρά τα γαμημένα άλμπατρος και λοιπά θαλασσοπούλια και παραδεισοπούλια, υπάρχουν και όμορφα πράγματα στη ζωή.
Σε θυμάμαι γιατί σε τρεις μέρες κλείνω ένα τέταρτο του αιώνα (πώς λέμε ένα τέταρτο του κιλού κιμά), και ψάχνω να βρω έναν τρόπο να μη γίνω κιμάς από τις κουτσουλιές.
Σε θυμάμαι γιατί πολύ θα ήθελα να ακούσω το χνούδι της φωνής σου, που με γρατζουνάει σαν νύχι άλμπατρος, ακόμα κι αν μου 'λεγες “ώχου ρε παιδάκι μου”.

Αλλά εσύ πετάς με τα δικά σου πουλιά και δε θα το μάθεις, κι ίσως είναι καλύτερα. Τα κουτσουλημένα αγάλματα ξεχασμένων θεαινών δεν είναι και το καλύτερο θέαμα.

Παρόλα αυτά, άντε γαμήσου Τούθμωσι. Γιατί, αν και θα μου έχουν περάσει όλα αυτά αύριο, γιατί πρέπει να είμαι δυνατή με τις κουτσουλιές και τα άλμπατρος, τις μπότες καλοκαιριάτικα και τους ματωμένους δρόμους, και το hangover που θα 'χω κονομήσει, παρόλα αυτά λοιπόν, σήμερα μου λείπεις.

25 Φεβ 2010

Nαι

Πίνουμε σήμερα.
Πίνουμε και γράφουμε βλακείες.
Ακούμε και γκοθίλες
σάουθερν, καμπαρέ και ντάρκγουεηβ
μεταξά και καλέσε γιορτέσε.

Είναι που φύγαν όλοι μωρέ.
Και δεν έχω άνθρωπο να βγούμε
Να πάμε κάπου έξω να τα σπάσουμε
Να χορέψουμε αργά μέσα στην κάπνα
μισοκλαίγοντας μισογελώντας.

Οι άνθρωποί μου σήμερα είναι όλοι μακριά.
Δεν πειράζει.

Αν και πολύ θα ήθελα να είχα κάποιον σπίτι
Να γείρουμε ώμο με ώμο μέσα στο αλκοόλ
να ακούμε μουσική.
Να μισοκοιμηθούμε με ταινίες.
Ωραία η κουλτούρα μα είναι χέβη
φέρνει νύστα, δεν φέρνει;

Θα ήθελα να είχα κάποιον σπίτι
να μου εκμυστηρευτεί τα άγχη του
Και εγώ θα έκανα “μμμμ” με το κεφάλι
δε συμβουλεύω αλλά ακούω.
Ποιος τις γαμεί τις συμβουλές.
Θα αγκάλιαζα, επίσης,
διότι οι αγκαλιές, φίλε, τα σπάνε.

Θα έλεγα για τη μοναξιά
και την πόρνη ετούτη πόλη
την κάργια, την γκρίζα.
Που μπορεί να σε κάνει βασιλιά
μπορεί και ζητιάνο
για ένα χαμόγελο.

Θέλουνε, λέει, να τα σπάμε
να είμαστε αυτόνομοι
δυναμικοί
και να χαμογελάμε
Να μην έχουμε τίποτα ανάγκη.
Σώπα ρε.

Πες με χαμένη, πες με καμμένη
Πες με αδύναμη κι εξαρτησιακή
Δεν στο κρύβω:
Εξαρτώμαι από τους ανθρώπους
Τους αγαπάω
Τους έχω ανάγκη.

Αυτά θα του έλεγα
Και θα με έκραζε
Και θα τον έκραζα
Και θα γελούσαμε
Και κάπου εκεί στο τέλος
πάντα αγγλιστί
(για να 'χει κύρος)
θα του 'λεγα:

“I love you, today, old friend.
I love you, with all my heart.”

Και θα ήταν αλήθεια.

15 Ιαν 2010

Aνόημα

Μού ήρθε πάλι, αποφασισμένη να καταργήσει τις λέξεις με το θράσος της νιότης και του οινοπνεύματος. ΘΕΛΩ, είπε. ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΙΣ ΣΒΗΣΩ ΟΛΕΣ ΚΑΙ ΣΕΝΑ ΚΑΙ ΜΕΝΑ ΜΑΖΙ. Το δωμάτιο φωτίζεται μόνο από το φεγγάρι. Ξημερώματα Παρασκευής. Μεγάλο, στρογγυλό φεγγάρι. Τα νύχια της στην πλάτη μου. Γρατσουνίζει πληγώνει καίει. ΝΑ ΣΕ ΤΡΑΒΗΞΩ ΚΑΤΩ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΜΟΥ. Δαγκώνει σημαδεύει καταβροχθίζει. Αφήνει ένα λυγμό. Αλμύρα. ΛΥΚΕ. Κοιμάται. Η πλάτη της σημαδεμένη από τα νύχια μου. Κοιμάμαι κι εγώ.


Ανί γουνταμάτια, κύναιξα πλωμμένη σεναστρώ, μα τασεντώ νιαμουσκέναπτο. Νιδρότα, μικρυκαλλίβασεν αδάσωστο βουνό. Ή να πώ “'γέβμα”; Πάνεννα, γκαλιαστού! Νενακά, νουνέρωτα...

Φωνεία κούγαι, τεμακρά.


ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΗΡΘΑ”.


Σηκώ, Νετετρέ- Μοντασί, Γκορ-Μόσιγια!

“Γεια” μου λέει, “Δεμπρέποινα σ' ευρύεδο! Νεμάγησα!”

κ ρ υ υ υ ψ ο υ

Ντύνω ντεγρή γορά, κι εκεί νυτρέχει...

Βγαι! Νι αποτιμπίσω, πορταυρίσκη! Τηννέξω τερικίτουα Λέτα, κεκρή, βετεκή..


ΠΑΙΔΑΚΙ ΜΟΥ;”


Βήμα τασύρει στην Κάρ.

Οστά.


ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΠΑΙΔΑΚΙ ΜΟΥ;”


Φωνή πλησεία,

ζει!


ΕΚΑΝΕΣ ΑΤΑΞΙΕΣ Ε; ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΜΦΑΝΙΖΕΣΑΙ.”


Ειφωνεί άκρη βώσσα.

Παίξω αποτείν Ντούα-Λέτα

Ανεβάζητ 'από διατίστη,“λεκ” κάνει η καρδιά της, χτυπά ήδη..

Να'τα.


ΠΑΙΔΑΚΙ ΜΟΥ ΒΡΗΚΑ ΕΝΑ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΣΤΟΝ ΑΠΟΠΑΤΟ.”


“Υπώρ!” τανύγει ένα μέγα λοχαίρι,“Μ' έναγαν ψωνύχη! Την άρπα!”

Ζει – απτογειακά.


ΕΣΥ ΘΑ ΕΡΘΕΙΣ ΜΑΖΙ ΜΟΥ.”


Τιμπάϊσε: “Να, έργα. Στείργιωκέ την! Δεν είμαι σχοινί στο πόδι του Μέγα Λουτράπε-Ζίου!”


ΘΑ ΠΑΤΑΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΟΥΜΠΙ.”


πατάει το κουμπί κι εκτυπώνεται η ταυτότητα της γριάς, το σαφρακιασμένο, μοχθηρό της πρόσωπο είναι παντού σε χαρτιά και σε σακούλες σε βάζα σε ποτήρια. ΜΠΑΜΠΑΓΙΑΓΚΑ ΕΤΩΝ ΕΞΙ ΕΞΗΚΟΝΤΑ ΕΞΑΚΟΣΙΑ. Το δωμάτιο έχει γεμίσει ταυτότητες κι η κοπέλα έχει γεράσει. Έχει περάσει όλη της τη ζωή για να φτιάξει την τέλεια ταυτότητα. Πάει να πεθάνει εξαφανίζεται


εμφανίζεται σε ένα σπίτι καθισμένη σε ένα παχύ χαλί, απέναντι τζάκι, αγκαλιά της εκείνος. Πονάει το αυτί μου λέει το αυτί του έχει γίνει σκυλίσιο και πετάει άρρωστα χνούδια. Θα σε γιατρέψω του λέει αυτή. Πάει να φυσήξει στο αυτί του αλλά μπαίνει μια άλλη γυναίκα μαυροντυμένη, με μαύρα μακριά μαλλιά και μικρά στρογγυλά μάτια, μαύρα κι αυτά. Πάει κατευθείαν σε εκείνον. ΕΛΑ ΚΑΙ ΘΑ ΣΟΥ ΤΑ ΠΩ ΟΛΑ του ψιθυρίζει. ΘΑ ΣΟΥ ΠΩ ΓΙΑΤΙ ΓΙΝΕΣΑΙ ΛΥΚΟΣ.


Εκείνος σηκώνεται, τον πιάνει από το χέρι, φεύγουνε, και λίγο πριν χαθούνε η μαυροντυμένη γυρνάει και την κοιτάει. Αυτάρεσκα, σατανικά, νικηφόρα.


ΞΕΡΩ ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ.


Εκείνη περιμένει μα δεν έρχονται. Περιμένει στριφογυρίζοντας μια τούφα από τα μαλλιά της. Στριφογυρίζει και περιμένει. Ώρα πολλή. Νιώθει κάτι να πέφτει στην παλάμη της – κοιτάει και βλέπει κόκκινες τρίχες. Είναι η τούφα από τα μαλλιά της.


Αναδεύεται στον ύπνο της. Ξυπνάω. Το μέτωπό της ιδρωμένο. Το χέρι μου γύρω από τη μέση της, είσαι καλά; ΒΛΕΠΩ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ μου λέει. Τι ονειρο ρωτάω. ΔΕ ΘΥΜΑΜΑΙ
















3 Οκτ 2009

Αουτς!


“Πρωτο πρωινο ξυπνημα στην κομοτα/
δειλο ανοιγοκλεισμα ματιων σαν τη μαρμοτα/
κι εκει που εγευματιζα βουτυρο με μπομποτα
ενα αγριοπεριστερο μού εχεσε την μποτα”

(Τακης Πιτσικατος, κομοτηνεζος ποιητης του 17ου αιωνα,
γνωστος για τη συνθεση χαϊκου σε ιαμβικο δεκαπεντασυλλαβο)

Ωραία η Κομοτηνή, το πιώμα, το φαϊ, το ατέλειωτο πείραγμα στους γονέους, οι βόλτες με την κολλητή κτλ κτλ. Μέχρι και folk/country live εχει σημερα, το Συμπαν εχει συνομωτησει να περασω καλα. Η τουλαχιστον με γλυκαινει, γιατι το χερι μου ποναει και παλι.

Ξυπνησα σημερα το πρωι, σαν τον Τακη Πιτσικατο του 17ου αιωνα, και εκει που ειπα να συνθεσω το δικο μου επος για την Κομοτηνη, ενιωσα τον Πονο. Ναι, αυτον τον πονο που τρομαζει συγγραφεις, σκιτσογραφους, γραφιστες, πιανιστες και δεν ξερω-εγω-τι-αλλο, οταν κακοποιουν το δεξι τους χερι με ποντικι υπολογιστη ή μολυβι (ξερω οτι φανταστηκατε πιο προστυχα πραγματα, αλλα το θεμα ειναι σοβαρο και δεν εχω ορεξη).

Κοινως, φιλοι μου, προσευχηθειτε να μην παθω παλι τενοντιτιδα διοτι:
1. Δε θα μπορω να γραψω.
2. Θα πεσω σε καταθλιψη γιατι δε θα μπορω να γραψω.
3. Θα παρω το δικαννο (γιατι θα εχω πεσει σε καταθλιψη επειδη δε θα μπορω να γραψω) και θα αρχισω να καθαριζω κοσμο (το πώς θα μπορεσω να πατησω τη σκανδαλη με τενοντιτιδα, βεβαια, καθως και το γεγονος οτι δεν εχω δικαννο, δε μας αφορα).

Η Νι, βεβαια, η κολλητη μου και η μονη σταθερη αξια στη ζωη μου απο τα 15 μου, μού λεει οτι τον πονο τον προκαλει η υγρασια. Δεν εχει και αδικο: Η Κομοτηνη ειναι υγρη πολη, πιο υγρη κι απο γυναικα σε “I wanna make it wit' chu” mode.

Μακαρι.
΄
Προς το παρον, προσευχομαστε στο Μανιτου να περασει και εκλιπαρουμε την Ινκυ να μας φερει γρηγορα το powerball.

28 Αυγ 2009

χωρις τονους

Σημερα ειμαι βλαμμενη.

Θα ρωτησεις: Γιατι εισαι βλαμμενη; Που στο διαολο ησουνα τοσο καιρο; Και γιατι δε βαζεις τονους;
Απαντω αναποδα: Τονους δε βαζω γιατι βαριεμαι. Τοσο καιρο ημουν παντου και πουθενα.
Βλαμμενη ειμαι γιατι ετσι νιωθω, ναι, αυτο το post θα ειναι τιγκα στις ανασφαλειες, κι αν εισαι ο τυπος του ανθρωπου που θεωρεις τις ανασφαλειες αδυναμια και φλωρια, απλα σταματα να διαβαζεις.

Εχω ανασφαλειες και τις γραφω εδω γιατι θελω και μπορω. Και το προτιμω απο το να κατεβαζω βοτκες η ο,τιδηποτε αλλο, οπως κανουν αυτοι που θεωρουν τις ανασφαλειες αδυναμια και φλωρια. Δε θα αναπτυξω περαιτερω αυτο το θεμα- βαριεμαι.

Συνεχιζεις να διαβαζεις, βλεπω. Η εισαι πολυ περιεργος, η μαζοχιστης.

Σημερα ειμαι βλαμμενη ουτως η αλλως, οποτε μη μου δινεις σημασια. Ασε που δε βαζω και τονους – σπαστικο δεν ειναι;

Σημερα η μερα ειναι κακη, στραβη κι αναποδη, παρολο που ειναι Παρασκευή, η αγαπημενη μου μερα.

Νιωθω απειρα κουρασμενη, γιατι ξεπατωθηκα στη δουλεια.
Νιωθω λιγο ανασφαλης, γιατι σταματησα τη δουλεια.
Νιωθω χαμενη, γιατι εκλεισε ενας κυκλος και ανοιγει ενας αλλος, εξισου μεγαλος, αν οχι μεγαλυτερος.
Νιωθω γενικα ΣΚΑΤΑ, γιατι δεν ξερω αν το εχω ή αν θα αποδειχτει μια μεγαλη ΦΟΥΣΚΑ, σαν κεηκ φτιαγμενο με χαλασμενη φαρινα, και μετα...

Και μετα...
Και μετα, τι;

Παπαρια.

Κοιτα να δεις πώς (εδω εβαλα τονο για να το ξεχωρισω απο τον ειδικο συνδεσμο) εχει το πραγμα:
Το βιβλιο δεν προχωραει. Δεν ειναι οτι δεν εχω εμπνευση, ειναι οτι αισθανομαι οτι δεν εχω κατι σουπεργαματο να πω.
Γιατι να εχω να πω κατι σουπεργαματο, δηλαδη; Ειμαι ενα απλο κοριτσι. Πολυ δε βγαινω, φιλους πολλους δεν εχω, σε συγκεκριμενη πολιτισμικη ομαδα δεν ανηκω, η πολιτικοποιηση μου ειναι στοιχειωδης, σε ανθρωπινο επιπεδο δηλαδη και μη σου πω ακομα λιγοτερο.
Ειμαι στον κοσμο μου. Ειναι το μοναδικο μου οπλο απο μικρη, γιατι τον εξω κοσμο πολυ απλα δεν τον γουσταρω. Ειναι ασχημος, αδικος και γεματος μισος.
Αυτα τα τρια ειναι παλεψιμα. Το χειροτερο ειναι ο ΦΟΒΟΣ. Και αυτος ο κωλοκοσμος, φιλε μου – αν καταδεχεσαι να εισαι φιλος ενος βλαμμενου ανθρωπου – ΒΡΩΜΑΕΙ φοβο.

Ειλικρινα αν μπορουσα να ανοιξω πυλη και να φυγω στη νεραϊδοχωρα θα το εκανα, αλλα...
Ας αφησουμε ομως τα παραμυθια. Τωρα μιλαμε σοβαρα. Οσο σοβαρα δηλαδη μπορει να μιλησει ο μεσος βλαμμενος ανθρωπος.

Το word στο οποιο γραφω εχει γεμισει κοκκιναδια, επειδη λειπουν οι τονοι. Μεχρι κι ο υπολογιστης με διορθωνει – φαντασου ξεπεσμος.
Διορθωσεις, διορθωσεις, διορθωσεις παντου, αυτο κανε το ετσι και αυτο κανε το αλλιως, αυτο θα μπορουσες να το γραψεις ετσι και εκεινο αλλιως, επρεπε να του μιλησεις ετσι κι επρεπε να του μιλησεις αλλιως, επρεπε να παμε εκει και οχι στο αλλο μερος, και να οι προστακτικες και να τα πρεπει και να και να και να.

Ε, χεσε με, ρε. Με ειδες απαλη και τρυφερη και ειπες να με γαμησεις, να με κανεις σαν και σενα. Ποιος σου ειπε οτι θελω να γινω σαν εσενα; Ποιος σου ειπε οτι θελω να ειμαι σωστη, αγρια, δυναμικη, γαματη, κουλ; Ποιος σου ειπε οτι θελω να ειμαι χωρις ανασφαλειες;

Φυσικα και θελω να ειμαι χωρις ανασφαλειες. Ολος ο κοσμος θελει να ειναι χωρις ανασφαλειες. Ολος ο κοσμος θελει να ειναι ελευθερος. Ολος ο κοσμος θελει αγαπη.

Τοσο πολυ τα θελουμε ολα αυτα που στο τελος ο καθενας καιγεται με τον τροπο του για να δειξει οτι δεν τα θελει τοσο.
Τοσο πολυ τα θελουμε ολα αυτα που στο τελος ο καθενας τρελαινεται.
Τοσο πολυ τα θελουμε ολα αυτα που αφηνουμε την επιθυμια να μας αποχαυνωσει.
Και σερνομαστε, γραφικα ερειπια, και νομιζουμε οτι κανουμε αντισταση κι επανασταση και οτι εχουμε βρει την ελευθερια.

Κουρελια.

Ειμαι βλαμμενη σημερα. Θελω στοργη. Η στοργη ειναι η ντοπα μου, οπως για αλλον ειναι το αλκοολ και για αλλον τα ναρκωτικα, μαλακα η σκληρα. Η μονη μας διαφορα ειναι οτι η δικη του η ντοπα θεωρειται γαματη, γιατι ειναι κουλ να εισαι αλκοολι και καμμενος εικοσπενταρης τον εικοστο πρωτο αιωνα. Η δικη μου ντοπα θεωρειται μπαναλ, γιατι θεωρειται αδυναμια.

Ω! Τελικα το ανεπτυξα λιγο το θεμα που ηθελα να αποφυγω – για λιγο, και χωρις τονους.
Μικρη δεν ημουν ετσι. Μικρη εβαζα τονους. Μικρη τα εκανα ολα καθαρα, τελεια και τακτοποιημενα, καμια παραφωνια, κανενα φαλτσο.
Τωρα μπουρδελιαζω – οπως κι εσυ, φιλε μπαχαλακια. Με τον τροπο μου φυσικα. Παρολα αυτα, κι εσυ κι εγω κουρελια ειμαστε.

Η διαφορα μας ειναι οτι εγω λεω καθαρα και ξαστερα οτι ειμαι βλαμμενη σημερα. Εχω τα σκατα μου, πώς (να το παλι το ερωτηματικο) το λενε. Κι εσυ τα διαβαζεις και γελας, φαντασου δε χρειαζεσαι ουτε το αλκοολ σου ουτε τους μπαφους σου, γελας απο μονος σου διαβαζοντας τις μπουρδες μου.

Ειδες; Οσο βλαμμενη και να ειμαι τελικα προσφερω στην κοινωνια. Βοηθαω τον κοσμο να απεξαρτηθει.
Εστω και παραφωνα, χωρις τονους. Σε κανω και γελας σαν καλη ανοητη. Ειμαι η βασιλισσα σου σημερα. Αυριο θα με σκοτωσεις.

Τοσο κραταει η βασιλεια του Ανοητου – μια μερα.
Μετα ξεφουσκωνει σαν κεηκ με χαλασμενη φαρινα.

12 Απρ 2009

Περπατάνε.

Περπατάνε. Βράδυ. Το φεγγάρι ασημίζει δειλά τα φυλλώματα των δέντρων. Δειλά, σαν να ντρέπεται. Αρρωστιάρικα, σαν ένα αιθερικό βαμπίρ να του ρούφηξε τ' ασήμι.
Τα βαμπίρ είναι αυτοί, γιατί ασημίζουν κάτω από τη φυλλωσιά. Περπατάνε. Μόλις είχαν κάνει έρωτα. Εκεί. Κάτω από το αρρωστιάρικα ασημένιο δέντρο, πάνω στα άρρωστα ασημένια φύλλα.
Γύρω τους η μικρή πόλη πεθαίνει. Το ξέρουνε, γιατί τη σκότωσαν λίγο κι αυτοί.

Μόλις έκαναν έρωτα, έναν έρωτα που δεν έμοιαζε με έρωτα. Τα σώματα τους ήταν εκεί, παρόντα, το μυαλό τους όχι. Το μυαλό τους ταξίδευε μακριά, σε μιαν άλλη εποχή, σε δυο μορφές που τους έμοιαζαν λίγο. Σε δυο μορφές που ήταν αυτοί. Κάποτε. Παλιά. Όταν αγαπιόντουσαν ακόμα.
Κι όμως, ένιωθαν ότι πλανιόταν στον αέρα κάποιο ίχνος της αγάπης τους. Ακόμα.

Θυμόντουσαν κι έκαναν έρωτα.
“Είσαι ό,τι πιο κοντινό έχω.
Είσαι ό,τι...
Είσαι.
Ήσουν.”
Έκαναν έρωτα και θυμόντουσαν.

Κι αυτή η θύμηση τούς αρρώστησε.
Εκεί, σε δυο στιγμές. Κάτω από τα ασημένια φύλλα.
Ρούφηξαν τ' ασήμι για να μην πνιγούν κι αρρώστησε το φεγγάρι, αρρώστησαν τα δέντρα, αρρώστησε η πόλη.
Κι άλλο.

Περπατάνε. Κουρασμένοι. Ασημένιοι. Σε κάθε βήμα, πιο ασημένιοι.
Κάποτε, όταν περπατούσαν, ασήμιζαν γύρω τους την πόλη.

Το ίχνος της αγάπης -

το ίχνος της αγάπης δεν ξέρουμε τι απέγινε.

6 Ιουν 2008

Nocturne

Nocturne


Καπνίζεις και κοιτάς το ταβάνι, τα μάτια σου γεμάτα από κάτι που δεν μπορείς να περιγράψεις, δεν ξέρεις καν αν υπάρχει τελικά ή όχι, τόση κενότητα και τόση πληρότητα μαζί, ένα συν ένα ίσον δύο ίσον τίποτα ίσον τα πάντα και χάνεσαι, μικρή μου, θες πάντα να ξέρεις τι σου γίνεται και να που τώρα χάνεσαι σ' ένα ξέφρενο χορό από σκιές, αυτές που ήρθαν κι αυτές που θα 'ρθουν, θολές, να σ' αγγίζουν σ' όλο σου το κορμί, να τσιτώνεσαι και να τρέμεις, φοβάσαι, φταίει αυτό το κωλοτράγουδο, αργό και μεθυστικό σαν τη στιγμή που ακολουθεί έναν οργασμό, δε σου αρέσει να φοβάσαι, φοβάσαι ακόμη και να φοβηθείς, κλείνεις τα μάτια μα οι σκιές δε φεύγουν, εκεί είναι ακόμα και σε πειράζουν.

Προδοτικές στάλες ιδρώτα μαζεύονται στ' ακρόχειλο, τα μάτια σου αρνούνται ν' ανοίξουν πια, οι βλεφαρίδες μπλέχτηκαν μεταξύ τους απ' τη λαχτάρα, το χέρι σου κατεβαίνει χαμηλά και βρίσκει το γνώριμο εκείνο μέρος που έχει πάει τόσες φορές, εκείνη τη ζεστή, νοτισμένη, φουσκωμένη ρώγα σταφυλιού, μια στροφή με τ' ακροδάχτυλα, δυο, κι έπειτα κατεβαίνεις μια ανάσα πιο κάτω, μπαίνεις μέσα, όμορφα, ζεστά, υγρά, σαν να 'χεις πυρετό, καμπυλώνει το κορμί σου κι εκρήγνυσαι σαν αστέρι με μια κραυγή ηδονής – ή μήπως απώλειας;

Φέρνεις το χέρι σου στο στόμα, η γλώσσα ίσα που αγγίζει τ' ακροδάχτυλα, προσπαθείς να θυμηθείς πώς ήσουν κάποτε, πριν σε ραφινάρουν με ντροπές κι αξιοπρέπειες, ναι, αυτός είναι ο πραγματικός σου εαυτός, ατόφιος και πρωτόγονος σαν αυτό που γεύεσαι τώρα, με κάτι από μέλι και λεμόνι, κι εκείνη την περίεργη αψάδα στο τέλος, εκείνη που μένει να δροσίσει το στόμα με φωτιά, μήπως τελικά όλα τα άναρχα πράγματα αυτή τη γεύση έχουν;

Σηκώνεσαι κι ανοίγεις την κουρτίνα, το φεγγάρι χτυπά αναιδώς το παράθυρό σου, η γυμνή σου μορφή διαγράφεται θολή στο τζάμι, έχεις γίνει μια σκιά κι εσύ, θα ήθελες ν' αρπάξεις μια από αυτές που σε τυραννούσαν πριν λίγο και να ανταποδώσεις, να δαγκώσεις και να γδάρεις και να σφίξεις, να ουρλιάξεις και ν' ανακατευτείς, να χωθείς κάτω από το δέρμα της, τα φαντάσματα όμως δεν είναι από ύλη και το μόνο υλικό σώμα τώρα είναι το φεγγάρι, ξεδιάντροπα στρογγυλό και ασημένιο, σου φέρνει στο νου εκείνο το ποίημα του Ρίτσου που κάνατε στο σχολείο και καταριέσαι, δε θες να γίνεις σαν εκείνη, όχι, καλύτερα άσχημος άνθρωπος παρά όμορφο ποίημα.

Το φεγγάρι μάλλον άκουσε τις σκέψεις σου γιατί σε εκδικείται, αντιφεγγίζει στο τζάμι το κλειδί, το Κλειδί, εκείνο που κρέμεται απ' τ' αυτί σου, το φόρεσες όταν ράγισε η καρδιά σου για να μην ξεχάσεις, να μάθεις, να κλειδωθείς, να μην το βγάλεις μέχρι να έρθει εκείνος που δε θα σε ρωτήσει γιατί το φοράς, αλλά θα απαιτήσει απλώς να του το δώσεις, όμως αυτό είναι ακόμη εκεί, πάνω στ' αυτί σου ζει και βασιλεύει, γιατί Εκείνος δεν ήρθε κι ούτε θα 'ρθει, δεν υπάρχει ή εσύ δε θέλεις να υπάρχει.

Σεληνιάζεσαι, δαιμονίζεσαι, σκιάζεσαι, σπας το παράθυρο και πετάς με όση δύναμη έχεις τα γυαλιά στο φεγγάρι, να ματώσει, δε θα φτάσουν ποτέ ως εκεί - ποια είσαι μικρή μου που θα τα βάλεις με το φεγγάρι – ουρλιάζεις, κλαις, τραβάς το κλειδί δυνατά, βαρέθηκες κλειδιά και κλειδοκράτορες, Πανδώρες και χαοτικές σφραγίδες, τα δάκρυα λιώνουν το πρόσωπό σου σαν οξύ, τραβάς μια τελευταία φορά με λύσσα, το κλειδί εκτοξεύεται στο Άπειρο παίρνοντας μαζί του και το αυτί σου, πετάνε να βρούνε το φεγγάρι κι εσύ μένεις να τα κοιτάς ζαλισμένη, μια μάζα από αίμα, δάκρυα και κολπικά υγρά, ο πόνος σε σκίζει στα δύο, ουρλιάζεις ξανά και -

τότε ξυπνάς πάνω απ' το τετράδιο , το κλειδί είχε πατήσει στο λαιμό σου κι έχει κάνει μια λακκουβίτσα κόκκινη που τσούζει μα δε σε νοιάζει γιατί έχει ξημερώσει πια, ήταν μόνο ένα όνειρο, το τζάμι είναι στη θέση του και μπορεί να σε δείχνει ακόμα θολή, αλλά τουλάχιστον έχεις πρόσωπο κι αυτί, γελάς και βήχεις, πολλά τσιγάρα χτες, το χέρι σου μυρίζει ακόμα σαν εσένα και το τραγούδι συνεχίζει να παίζει στο repeat, αλλάζεις λίστα και παίρνεις το τετράδιο, αναρωτιέσαι τι μαλακίες έγραφες χτες και τι σκεφτόσουν πάλι, ναι, εκείνη τη σκιά, δε βαριέσαι, τη μέρα οι σκιές είναι Κάτω, δεν τις φοβάσαι και δεν τις ποθείς.

Ντύνεσαι... Πριν φύγεις, τραβάς τις κουρτίνες.
Για καλό και για κακό.


6/2/2008

9 Απρ 2008

Shadowsong

Είχα πολύ καιρό να σε δω.
Κι εκεί που νόμιζα ότι σε είχα πια ξεχάσει, να 'σαι.
Παλλόμενος κι ηλεκτρικός, όπως σε θυμόμουν.
Κι εγώ να γίνομαι απλή, αέρινη και λίγο αυστηρή
όπως μ' αγάπησες - κι όπως με μίσησες.

Εσύ χαμηλώνεις το βλέμμα.
Εγώ αλλάζω δρόμο.

Εσύ θα πας δεξιά, εγώ αριστερά. Ή το αντίθετο. Δεν έχει σημασία.

Σημασία έχει που βρισκόμαστε κατάματα στον ήλιο.

“'Οταν βρεθούμε ξανά κατάματα στον ήλιο, οι σκιές μας θα ενωθούν για πάντα”, είχες πει κάποτε, ήταν σούρουπο θυμάμαι κι ήμασταν αγκαλιά κι οι σκιές μας το ίδιο.

Δεν το πίστευες.. Ακόμη κι εγώ είχα γελάσει.

Οι σκιές μας ξεφυτρώνουν πίσω μας από τον ήλιο, νεογέννητες και τέλεια παραλληλισμένες.

Δεν το περίμενα ότι θα σε ξαναδώ, ούτε εσύ.

Κάνουμε είκοσι βήματα. Εγώ δεξιά, εσύ αριστερά. 'Η το αντίθετο.

Κι όσο απομακρυνόμαστε, τόσο εκείνες πλησιάζουν.

Ακόμα ένα βήμα εμείς. Ακόμη ένα εκείνες.

Κάτι με τραβάει στην πλάτη, λίγο ενοχλητικό, αλλά μπορώ να το πολεμήσω.

Μπορώ να τα πολεμήσω όλα πια.

'Αλλο ένα βήμα εγώ. Εσύ. Οι σκιές.

Είναι τώρα δίπλα-δίπλα.

'Ενα ακόμα βήμα.Το τράβηγμα γίνεται πόνος.

Δεν πρέπει να κοιτάξω πίσω.

Γυρίζω το κεφάλι και κοιτάω πίσω.

Η σκιά μου απλώνει τα χέρια της στη σκιά σου, που την πιάνει από τη μέση και τη σηκώνει ψηλά.

Τα μάτια σου καρφώνονται στα δικά μου, γεμάτα δάκρυα αγωνίας.

Οι σκιές έχουν αγκαλιαστεί τόσο σφιχτά, που έχουν γίνει ένα.

Πρέπει να προχωρήσουμε. Μπροστά.

Κι έτσι όπως κάνουμε το τελευταίο βήμα, οι σκιές σκίζονται από μας.

Είμαστε πια ελεύθεροι.


Είναι περίεργα χωρίς τη σκιά μου.

Δεν πονάει.

Είναι σαν να μην υπάρχω.

Δεν ξέρω αν είναι επειδή έφυγε η σκιά μου.

'Η επειδή πήρε την καρδιά μου μαζί.

21 Οκτ 2007

Σκατολογίες Μελαγχολίζουσες και άλλα ΣουπερΗρωικά

Τα πατζούρια της απέναντι πολυκατοικίας έχουν ένα περίεργο χρώμα. Ανάμεσα σε γαλάζιο και πράσινο. Βεραμάν το λέει η γιαγιά σου. Σαν όνομα σούπερ-ήρωα. Ο Βέραμαν, με το χρώμα στοματικού διαλύματος, καθαρίζει την πόλη από το Κοσμικό Σκατό.

Εσύ θες κάτι, κάποιον, χωρίς να ξέρεις τι ή ποιον, να καθαρίσει τα δικά σου σκατά, τα οποία φυσικά δεν ξέρεις σε τι συνίστανται. Ξέρεις μόνο πως είναι σκατά και σε βρωμίζουν ολόκληρο. Διεισδύουν ύπουλα μέσα σου, σαν ραδιοακτίνες, και σε γεμίζουν τοξίνες και δηλητήριο. Ύπουλες σαν φίδια…

Τυπικά είσαι μια χαρά. Το παιδάκι με τα λεφτά του μπαμπά και τη φροντίδα της μαμάς. Παιδάκι ετών εικοσιφεύγα, που σπουδάζει και δε σκέφτεται να δουλέψει, που έχει δημιουργικές ανησυχίες, που ψάχνεται, που είναι όμορφο και πρόσχαρο, έξυπνο και καλοσυνάτο. Κοινώς, μια κουλτούρα και μισή. Αρχίδια καπαμά και σκατά με φράουλες.

Κι όμως, δεν είσαι ΠΟΤΕ καλά. Είναι της μόδας αυτόν τον καιρό. Κι όχι επειδή κάτι πάει στραβά σε σένα, αλλά επειδή κάτι πάει στραβά ΓΕΝΙΚΩΣ. Απλά νιώθεις πως δεν είναι στο χέρι σου να το αντιμετωπίσεις, κοροϊδεύοντας, φυσικά, τον εαυτό σου, γιατί μια χαρά μπορείς να το χειριστείς, όχι το θέμα καθαυτό, αλλά τις επενέργειες που έχει σε σένα: Τα μικρά, τοξικά σκατάκια που σε πετυχαίνουν κατά λάθος, ενώ η Αρχικουράδα πέφτει κατακέφαλα σε κάποιον άλλον.

Κι είναι εύκολο να τα διώξεις, αν το πάρεις απόφαση… Αλλά δεν το κάνεις. Προτιμάς να κάθεσαι, να πίνεις και να γκρινιάζεις, ωσάν νέος Μπουκόφσκι ή Κυρία Με Τις Καμέλιες. Διότι είναι trendy η γκρίνια. Και πολύ έυκολη…

Τα πατζούρια της απέναντι πολυκατοικίας είναι βεραμάν. Σου θυμίζει ένα μπουκάλι αψέντι που είχες πιει κάποτε, μούφα φυσικά. Ωστόσο, έπινες αψέντι. Κι άκουγες Pink Floyd, το Shine On You Crazy Diamond, και είχες σπαράξει στο κλάμα για μια χαμένη αγάπη. Η αγάπη, φυσικά, δε γύρισε, όμως το κλάμα σε ανακούφισε. Ήταν ο προσωπικός, ο Δικός σου Βέραμαν, που σε καθάρισε από τοξίνες και τοξικά σκατάκια. Ήταν…αναζωογονητικό.

Τώρα δεν έχεις πια δάκρυα, όχι γιατί δε λούζεσαι με Johnsons, αλλά γιατί δεν μπορείς πια να μπεις σε αυτή τη διαδικασία. Φυσικά δεν ξέρεις γιατί. Μήπως διότι όλα είναι ΣΚΑΤΑ;

Χα! Ξεκόλλα. Κι αν δεν έχεις δάκρυα, έχεις ένα τετράδιο. Δεν είναι βεραμάν, αλλά λειτουργεί και σαν απορρυπαντικό του μυαλού σου, που τόσο πια δουλευέι και μπλοκάρει στα δύσκολα, σαν τους Υπερυπολογιστές – Ρομπότ στα διηγήματα του Ασίμοφ.

Νιώσε το μολύβι να πλέει, σαν βαρκούλα στο ποτάμι του μυαλού σου και να χύνει καθαριστικό. Διότι το μυαλό σου έχει μπουκώσει πια από τα random σκατάκια κι έκανε σιγά-σιγά μια μεγάλη κουράδα. Θα καθαριστεί, όμως, διότι τίποτα δεν υπάρχει που να μην μπορεί να αντιμετωπίσει ο Βέραμαν… Αν το πάρεις πραγματικά απόφαση.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...