Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκείνη η πόλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εκείνη η πόλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3 Οκτ 2009

Αουτς!


“Πρωτο πρωινο ξυπνημα στην κομοτα/
δειλο ανοιγοκλεισμα ματιων σαν τη μαρμοτα/
κι εκει που εγευματιζα βουτυρο με μπομποτα
ενα αγριοπεριστερο μού εχεσε την μποτα”

(Τακης Πιτσικατος, κομοτηνεζος ποιητης του 17ου αιωνα,
γνωστος για τη συνθεση χαϊκου σε ιαμβικο δεκαπεντασυλλαβο)

Ωραία η Κομοτηνή, το πιώμα, το φαϊ, το ατέλειωτο πείραγμα στους γονέους, οι βόλτες με την κολλητή κτλ κτλ. Μέχρι και folk/country live εχει σημερα, το Συμπαν εχει συνομωτησει να περασω καλα. Η τουλαχιστον με γλυκαινει, γιατι το χερι μου ποναει και παλι.

Ξυπνησα σημερα το πρωι, σαν τον Τακη Πιτσικατο του 17ου αιωνα, και εκει που ειπα να συνθεσω το δικο μου επος για την Κομοτηνη, ενιωσα τον Πονο. Ναι, αυτον τον πονο που τρομαζει συγγραφεις, σκιτσογραφους, γραφιστες, πιανιστες και δεν ξερω-εγω-τι-αλλο, οταν κακοποιουν το δεξι τους χερι με ποντικι υπολογιστη ή μολυβι (ξερω οτι φανταστηκατε πιο προστυχα πραγματα, αλλα το θεμα ειναι σοβαρο και δεν εχω ορεξη).

Κοινως, φιλοι μου, προσευχηθειτε να μην παθω παλι τενοντιτιδα διοτι:
1. Δε θα μπορω να γραψω.
2. Θα πεσω σε καταθλιψη γιατι δε θα μπορω να γραψω.
3. Θα παρω το δικαννο (γιατι θα εχω πεσει σε καταθλιψη επειδη δε θα μπορω να γραψω) και θα αρχισω να καθαριζω κοσμο (το πώς θα μπορεσω να πατησω τη σκανδαλη με τενοντιτιδα, βεβαια, καθως και το γεγονος οτι δεν εχω δικαννο, δε μας αφορα).

Η Νι, βεβαια, η κολλητη μου και η μονη σταθερη αξια στη ζωη μου απο τα 15 μου, μού λεει οτι τον πονο τον προκαλει η υγρασια. Δεν εχει και αδικο: Η Κομοτηνη ειναι υγρη πολη, πιο υγρη κι απο γυναικα σε “I wanna make it wit' chu” mode.

Μακαρι.
΄
Προς το παρον, προσευχομαστε στο Μανιτου να περασει και εκλιπαρουμε την Ινκυ να μας φερει γρηγορα το powerball.

27 Ιουν 2008

Ανατολές.

Περίεργες οι ώρες, περίεργη και η εποχή, καθότι ο ήλιος, εκείνη η μεγάλη κίτρινη μπάλα, έχει το μονοπώλιο του χρόνου.

Το συνειδητοποίησα χτες, που ήμουν για καφέ στο indie μαγαζάκι (ναι, αυτό των ιστοριών), όπου κοίταξα την ώρα στο κινητό (δείξτε μου κάποιον που φοράει ακόμα ρολόι), και έλεγε εννιά παρά δέκα το βράδυ, αλλά ο ήλιος μόλις τότε είχε αρχίσει να γέρνει προς δυσμάς.

Και μου φάνηκε περίεργο, σχεδόν ανώμαλο.

Μετά θυμήθηκε να βραδιάσει, αλλά εγώ ξέχασα να κοιμηθώ. Δίνω το πολύ-τελευταίο-μάθημα για το πτυχίο, μάθημα που ξέρω ότι σίγουρα θα περάσω γιατί είναι επιλογής, προφορικό, εύκολο και με έναν πολύ γλυκό καθηγητή, και είμαι κάπως αναστατωμένη.

Ίσως γιατί συνειδητοποιώ για τα καλά ένα άλλο περίεργο, ότι ήρθε η ώρα για μια νέα αρχή.

Ήρθε η ώρα να ανοίξω τα φτερά μου, να κάνω δυο φλαπ-φλαπ, σύνολο τέσσερα φλαπ, και να κάνω το μεγάλο, ιπτάμενο βήμα.

Η ώρα έχει πάει πέντε, ακόμα σκοτάδι, κλείνω το τηλέφωνο, μιλούσα με τον Χσιν. Ας τον πούμε έτσι από τα αρχικά H.S.I.N της φράσης "How Soon Is Now", που είναι τραγούδι των Smiths. Ο Χσιν ακούει Smiths και μοιάζει με τον Morrissey, τον αγαπώ πολύ, κι ας μιλάμε πάντα μια φορά το χρόνο μόνο, πάντα μια ώρα, πάντα χαράματα. Πάντα τέτοια εποχή, στις αρχές καλοκαιριού, που οι ώρες είναι περίεργες.

Κλείνουμε το τηλέφωνο, πάω να κοιμηθώ, αρχίζω και στριφογυρνάω. Τελυταίο μάθημα, φλαπ-φλαπ-φλαπ. Μετά το μάθημα, ακόμα ένα φλαπ κι έφυγα. Ένα φλαπ και δυο ανάσες.

Παίρνω τις ανάσες και βγάζω το κεφάλι μου από το μαξιλάρι. Είμαι ιπτάμενο, όχι βαδίζον πουλί. Δε μου πάει να στρουθοκαμηλίζω. Κοιτάω από το παράθυρο και...

ΕΧΕΙ ΞΗΜΕΡΩΣΕΙ.

Μα πώς έγινε αυτό, μα τη γλυκιά Έριδα; Πώς πρόλαβε να ξημερώσει μέσα σε ένα δεκάλεπτο, ένα τέταρτο της ώρας;

Και κάπου εκεί χαμογελάω, και δε με νοιάζει αν θα κοιμηθώ ή όχι. Και δε με νοιάζει που βγήκε ο ήλιος, γιατί δεν έχει νόημα να εξηγήσω τα ανεξήγητα. Αν προσπαθήσω να τα εξηγήσω, θα χαθεί όλη η ομορφιά.

Και κάπου εκεί χαμογελάω, γιατί σε λίγες ώρες από τώρα, εκείνο το τελευταίο φλαπ θα γίνει δικό μου.

Η ώρα τώρα είναι εφτά. Καλημέρα.

Και να μη φοβάστε τον ήλιο, αν τα φτερά σας δεν είναι από κερί.

24 Ιουν 2008

Bεντάλιες.

Ήταν, νομιζω, πριν κανα δεκαήμερο, όταν βολτάραμε με τη φίλη μου τη Νουάρ (ας την πούμε έτσι, γιατί τρελαίνεται για τα φιλμ νουάρ και γενικά ό,τι συνδυάζει σκονισμένη εικόνα, καμπαρντίνα, βροχή, φονικά και πολύ, πολύ τσιγάρο) στην Ερμού. Ήθελα να πάρω μια τσάντα μεγάλη, να χωράει όλο το writer's kit, τετραδιάκια, μολύβια, φωσφορομαρκαδοράκια, τη φωτογραφική μηχανή κτλ κτλ.

Εντοπίζω την τσάντα, παμε να πληρώσουμε, το μάτι μου πέφτει σε μια μικρή βεντάλια. Όχι κάτι το ιδιαίτερο, χάρτινη ήταν, κινέζικου στυλ με κάτι δέντρα και κάτι πουλάκια που πετούσαν, δεν είχα ποτε ιδιαίτερη σχέση με τις βεντάλιες, αλλά εκείνη τη στιγμή το χέρι μου πήγε ακριβώς πάνω της.

Στο δρόμο για το σπίτι έκανε άπειρη ζέστη, βγάζουμε με τη Νουάρ τις βεντάλιες μας, τσάκα-τσούκα, τσάκα-τσούκα, μάς άρεσε το feeling, ταξιδέψαμε, γίναμε δυο δεσποινίδες λεπτεπίλεπτες του παλιού καιρού, τότε που ήταν της μόδας να χαστουκίζεις με αρωματισμένα γάντια και να αρρωσταίνεις με φυματίωση. Το ταξίδι, ευτυχώς, ως μόνο κατάλοιπο άφησε αυτή την αίσθηση και δεν έφερε ξεχασμένες από το Θεό αρρώστιες, και με λίγα λόγια, τσάκα-τσούκα, τσάκα-τσούκα, περπατούσαμε και γουστάραμε, πιαστήκαμε αγκαζέ, σηκώσαμε τη μύτη ψηλά κι άρχισε εκείνη να μου λέει για τον αρραβωνιαστικό της τον Θήοντορ που σπουδάζει στην Οξφόρδη και της στέλνει γράμματα, κι εγώ να διηγούμαι για τον μπάτλερ μας τον Έντγκαρ, που μάλλον είναι "ιδιαίτερος", γιατί γλυκοκοιτάει τον κηπουρό μας τον Ρόρυ. Ο κόσμος γύρω μας, φυσικά, δεν κατάλαβε ότι "ταξιδεύαμε" και γρήγορα αρχίσαν να πέφτουν πάνω μας φρικαρισμένα βλέμματα, καθότι οι ερμηνείες μας ήταν άξιες για 'Οσκαρ. Πώς καταφέραμε να συγκρατηθούμε, μια Έρις το ξέρει.

Αρκετές μέρες μετά από το σκηνικό, και παρά την πεποίθησή μου ότι η άμοιρη βεντάλια θα ξεχαστεί σε ένα συρτάρι και θα δει το φως του ήλιου μόνο στην περίπτωση διεξοδικής φασίνας του Pookoδωματίου (κατα κύριο λόγο ξημερώματα και σε κατάσταση έξαλλης ζάλης από το πιώμα, για να ξεμεθύσω πριν κοιμηθώ) για να πεταχτεί, το συμπαθές αντικείμενο βρισκόταν ακόμη στα αμείλικτα χέρια μου. Οι πούτσες και οι βούρτσες του προηγούμενου Post με είχαν αποσυντονίσει αρκετά, και το τσάκα-τσούκα, τσάκα-τσούκα της βεντάλιας πραγματικά με ηρεμούσε.

Μέχρι χτες που οι πούτσες έγιναν πουτσάρες, οι βούρτσες βουρτσάρες, ως εκ τούτου ο αποσυντονισμός μετατράπηκε σε ντελίριο κι ευλόγως το απαλό τσάκα-τσούκα, τσάκα-τσούκα των προηγούμενων ημερών ανέβασε ένταση με γεωμετρική πρόοδο και μετά από κι-εγώ-δεν-ξέρω-πόσα ΤΣΑΚΑΤΣΟΥΚΑΤΣΑΚΑΤΣΟΥΚΑ, η έρμη η βεντάλια αποδήμησε εις τόπον χλοερόν. Το χειρότερο; Αποδημησε χωρις να ολοκληρωσει το εργο της, δηλαδη να καλμάρει μια ετσι κι αλλιως ψυχοπαθη, ποσο μαλλον σε περιοδο αναδρομου Μπελτεγκέζ, νεράιδα.

Δεν της κράτησα κακία. Ήταν τόσο μικρή και τόσο εύθραστη με αυτό το απαλό χαρτάκι, που δεν μπορούσε να κάνει και πολλά. Τελικά εκτονώθηκα με μερικά σφηνάκια στο indie μαγαζάκι (όχι το indie των ιστοριών, το άλλο, το λίγο πιο αξιοπρεπές) και αγκαλιές από τη Διεστραμμένη Δασκάλα (αυτή είναι μια άλλη φίλη μου, που ούτε διεστραμμένη είναι, ούτε διδάσκει, απλώς σε μια φωτογραφία της μοιάζει ακριβώς έτσι.)

Σήμερα, ωστόσο, η μήτηρ μού χάρισε μια δικιά της βεντάλια. Της αρέσουν, βλέπετε, οι εκλάμψεις θηλυκότητας που μου βγαίνουν καμιά φορά. Ή προτιμά το να ξεσπάω σε βεντάλιες, παρά τις εφόδους στο ψυγείο ή το πλιάτσικο των νυχιών μου, τα οποία μόλις τώρα άρχισαν να φαίνονται κάπως ευπαρουσίαστα.

Αυτή η βεντάλια,λοιπόν, είναι ισπανικού τύπου, μεγάλη, μωβ, με ζωγραφισμένα τριαντάφυλλα. Σκέτη ομορφιά. Και όχι χάρτινη, αλλά πλαστική, που αντέχει στα βασανιστήρια. Τέσσερις ώρες ΤΣΑΚΑΤΣΟΥΚΑΤΣΑΚΑΤΣΟΥΚΑΤΣΑΚΑΤΣΟΥΚΑΤΣΑΚΑΤΣΟΥΚΑ και συνεχίζει ακάθεκτη.

Και το καλύτερο; Με κάθε τσάκα-τσούκα, με κάθε γλυκιά πνοή του αέρα που με χτυπάει, φέυγει κι από λίγη μεταβατίλα και καταχνιά, φεύγει η αρνητικότητα κι ο θυμός, φεύγει εκείνη η πικρή γέυση στο στόμα, κι εγώ συντονίζομαι, βουτάω και ταξιδεύω όλο και πιο πολύ, όλο και πιο βαθιά, μέσα σε κόκκινα και ροζ τριαντάφυλλα.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...