Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γλυκά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γλυκά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30 Μαΐ 2010

Watson. we've got a review!

Aniline Dancetheatre "Efect Dr. Pay"... λίγο μετά την πρεμιέραΚοινοποίηση
Παρασκευή στις 5:29 μ.μ.
Νύχτα με πανσέληνο και η θεατρική ομάδα Aniline Dancetheatre μας χάρισε μία εκπληκτική χοροθεατρική παράσταση. Στο θέατρο Ούγκα Κλάρα, οδός Καθολικών 4 στη Θεσσαλονίκη ανέβηκε από τους Aniline Dancetheatre το έργο "Efect Dr. Pay" ένα μαγικό ταξίδι μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Μία παράσταση η οποία εστιάζει σε αυτά από τα οποία ο καθένας προσπαθεί να ξεφύγει, από τα προσωπικά του "φαντάσματα"...

Ένας χαρακτήρας, έξι χορευτές / ηθοποιοί, ένα δίχρωμο σκηνικό, μουσικές του παρελθόντος και το όνειρο πήρε μορφή σε μία όχι και τόσο μοναδική πραγματικότητα. Από που τελικά προσπαθεί να ξεφύγει ο καθένας μας; Ποιες πόρτες είναι ερμητικά κλειστές και ποιος ευθύνεται τελικά για τα κουτιά στα οποία είμαστε κλεισμένοι, φυλακισμενοι, σχεδόν ακινητοποιημένοι να ψάχνουμε εκνευριστικά διέξοδο από τις ατομικές μας φοβίες;

Το "Efect Dr. Pay" ίσως θα μπορούσε να παρομοιαστεί με την Λερναία Ύδρα. Οι Αλέξανδρος Γκουντινάκης και Νατάσσα Αραμπατζή σκηνοθετούν σχεδόν τέλεια μία παράσταση η οποία τη στιγμή που σου λύνει απορίες σου δημιουργεί πλειάδα ερωτήσεων κατά τη διάρκειά της. Ανατρεπτικές χορογραφίες, μονόλογοι που προσπαθούν να απαντήσουν σε αναπάντητα ερωτήματα και πραγματικότητες τις οποίες μερικές φορές δεν θέλουμε να δεχτούμε. Τα συναισθήματα, συνταξιδιώτες, μας παρασέρνουν να τα αντικρύσουμε μέσα στις χορογραφίες, μας προκαλούν μεταξύ της κίνησης και της ακινησίας και τρεμοπαίζουν σε ένα πολύχρωμο και ταυτόχρονα θολό σκηνικό. Εναλλαγές αγάπης, έρωτα, μίσους, αγωνίας, φιλοδοξίας, ματαιοδοξίας, επιμονής, υπομονής, δύναμης, αδυναμίας, αδιαφορίας, φόβου.

Η απόλυτη αποτύπωση της προσπάθειας να ξεφύγει ο εαυτός μας από το σώμα μας. Να μπορέσουμε να νικήσουμε τις φοβίες μας, τους ατομικούς εχθρούς μας. Μα πως να νικήσεις κάτι που δεν γνωρίζεις; Οι Aniline Dancetheatre καταφέρνουν να μας δείξουν ακριβώς αυτό το μοναδικό παράδοξο, πως να γνωρίσεις του φόβους σου, πως να προσαρμόσεις τα όνειρα σου στην πραγματικότητα και πως να ζήσεις την πραγματικότητα σου μέσα στο όνειρο. Το θολό σκηνικό χρωματίζεται, τα συναισθήματα κυριαρχούν με πρωτοστάτη το φόβο να καλύπτεται και να αγκαλιάζεται από τη διαδοχή εκείνων των συναισθημάτων που ποτέ δεν θα καταλάβουμε γιατί και πως τα νιώθουμε.

Και όταν καταλήξεις να χάσεις τον εαυτό σου, να σε κατασπαράξουν οι φόβοι σου και να εξουσιάσουν την πραγματικότητά σου αυτό που μένει είναι... γλυκιά μουσική και χορός, χορός, χορός.

Καταπληκτικές χορογραφίες, υπέροχη μουσική, απρόσμενες εναλλαγές σε ένα σκηνικό που μόνο πραγματικό δεν είναι.



Ταυτότητα της παράστασης
Ιδέα: Αλέξανδρος Γκουντινάκης
Σκηνοθεσία/ χορογραφία: Αλέξανδρος Γκουντινάκης, Νατάσσα Αραμπατζή
Θεατρική επιμέλεια: Νατάσσα Αραμπατζή
Κείμενα: Δανάη Τάνη
Video art: Τάσος Χατζηπανάγος
Μουσική: Φένια Σκλάβου
Μουσική επιμέλεια: Αλέξανδρος Γκουντινάκης, Νατάσσα Αραμπατζή
Φωτογραφίες: Ελευθερία Καλπενίδου, Δημήτρης Μπαλάσκας
Promo trailer: Μάριος Σπύρογλου

Παρουσιάζουν: Αλέξανδρος Γκουντινάκης, Νατάσσα Αραμπατζή, Θάνος Πισανίδης, Στέλλα Χατζηεμμανουήλ, Αντώνης Δαλκηρανίδης, Γιάννης Κοτίδης

Θεσσαλονίκη, θέατρο 3ος Όροφος (Ούγκα Κλάρα), Καθολικών 4, 27/5 – 6/6/2010.

http://www.facebook.com/home.php#!/event.php?eid=117880648235386&ref=mf
http://www.facebook.com/home.php#!/group.php?gid=107153919325813&ref=ts



(Κριτική από εδώ)

27 Μαΐ 2010

Unresolved Milkweed, aka μια μελέτη στο φαινόμενο captcha

Όλοι τα έχουμε δει, όλοι έχουμε νιώσει σαν δυσλεξικοί στην προσπάθειά μας να τα γράψουμε σωστά, μπερδεύοντας το Α με το 4 και το F με το 7, όλοι έχουμε προσπαθήσει να τα γράψουμε σωστά, ξανά, ξανά και ξανά, όντας μεθυσμένοι, και φυσικά, αποτυγχάνουμε παταγωδώς.
Μιλάω για τα captcha, εκείνες τις ασυνάρτητες φρασούλες ή σειρές γραμμάτων-αριθμών, που πρέπει να γράψουμε κάπου για δημοσιεύσουμε ένα σχόλιο σε κάποιο blog, να ανεβάσουμε ένα βιντεάκι στο φέησμπουκ ή να περάσουμε στην πολυπόθητη σελίδα κατεβάσματος αρχείου σε διάφορα downloading sites.
Σκοπός των captcha είναι να εμποδίσουν τα spammerbots να πλημμυρίσουν κάθε ιστοσελίδα, μπλογκ ή προφίλ με σπαμ, άχρηστες πληροφορίες, δηλαδή. Και καλά να ξεχωρίσει το λογισμικό αν είσαι ρομποτάκι ή άνθρωπος, δηλαδή, γιατί μόνο οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να πλημμυρίζουν κάθε ιστοσελίδα ή προφίλ με άχρηστες πληροφορίες. Εδώ, έχω αντιρρήσεις, αφενός γιατί και τα ρομπότ έχουν ψυχή (το γράφει ο πατήρ της επιστημονικής φαντασίας Ισαάκ Ασίμωφ και ποτέ μα ποτέ μα ποτέ δεν πάμε κόντρα στην επιστημονική φαντασία), και αφετέρου, διότι στην εποχή μας άνθρωποι και bots μοιάζουμε αρκετά μεταξύ μας, αν το καλοσκεφτεί κανείς.
Άχρηστα ή μη, πάντως, τα captcha, έχουν υπερδυνάμεις. Ένα θα σας πω, σκεφτείτε ότι είναι προγράμματα, άρα έχουν και υπερδυνάμεις.
Κι επειδή είμαι ξύπνια από τις εφτάμιση το πρωί και έχω κέφια, γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς (είμαι κι εγώ bot, κι αν πάω εκτός προγράμματος θα κρασάρω), ας απαριθμήσουμε τις captchικές (σαν το “καμτσικιές”) υπερδυνάμεις:

1.Περιορίζουν το πρήξιμο: σκέψου ότι είσαι γαμάτος. Πολύ γαμάτος, όμως. Τόσο γαμάτος που ψάχνεσαι συνεχώς με πράγματα τη γνώση των οποίων θεωρείς ότι πρέπει να μεταλαμπαδεύσεις στην ανθρωπότητα αφειδώς, πράγμα το οποίο μεταφράζεται και ως ότι πρήζεις τον π..τσο των “ηλεκτρονικών γύρω” σου. Ανεβάζεις λινκ, γράφεις captcha, ανεβάζεις λινκ, γράφεις captcha, ανεβάζεις λινκ, γράφεις captcha... ε σε κάποια φάση βαριέσαι και δεν ανεβάζεις άλλο. Σκοπός επετεύχθη.

2.Ενισχύουν την ταπεινοφροσύνη: σκέψου ότι είσαι γαμάτος (ναι, κάνω copy-paste). Πολύ γαμάτος, όμως. Tόσο γαμάτος που κάνεις ό,τι θέλεις, εκτός από το να γράψεις σωστά εκείνο το captcha, και το άλλο captcha μετά, και το επόμενο, και το επόμενο, και όσα περισσότερα captcha αποτυγχάνεις να γράψεις, τόσο πιο ηλίθιος νιώθεις. Κατά συνέπεια λιγότερο γαμάτος. Το βασίλειο του awesomeness σού ρίχνει πόρτα και για λίγο νιώθεις κοινός θνητός. Σκοπός επετεύχθη.

3.Είναι καλοί συμβουλάτορες: έχεις πιει τα κέρατά σου, βράδυ Σαββάτου, θυμάσαι σεβντάδες και καημούς, και θεωρείς πολύ καλή ιδέα να ποστάρεις ένα καψούρικο τραγούδι στο προφίλ του/της πρώην, για το οποίο, την επόμενη μέρα και νηφάλιος πια, θα ντρέπεσαι αλλά δε θα μπορείς να σβήσεις. Ε, το combo captcha-αλκοόλ λειτουργεί προληπτικά, καθώς δε σου επιτρέπει να ανεβάσεις το εν λόγω καψουροτράγουδο, για το οποίο θα μετανιώσεις την επόμενη μέρα.

4.Περιέχουν subliminal messages: σκέψου πόσα captcha έγραψες στο φέσημπουκ που να γράφουν “texas gossling”, “koreans woodpile” κτλ κτλ. Κανείς δεν ξέρει τι σημαίνουν οι συνδυασμοί των λέξεων, αλλά όλοι ξέρουμε πού αναφέρονται. Είναι μυστικός κώδικας; Κρύβεται πίσω κάποια ηλεκτρονική συνομωσία; Εμφυτεύουν μυστικές εντολές στο μυαλό μας οι Ιλλουμινάτοι; Πολλά ακούγονται, αλλά δε θα το μάθουμε ποτέ.

5.Έχουν μαντικές ικανότητες: Πολλές φορές ένα captcha αποδεικνύεται τρομερά προφητικό. Χτες, για παράδειγμα, μού έβγαλε τη φράση “unresolved milkweed”, το οποίο συνοψίζει σε δύο μόλις λέξεις τη ζωή μου.

6.Ξέρουν ποιο είναι το νόημα της ζωής: Tα captcha είναι ένα λογισμικό χωρίς νόημα. Κι υποθέσουμε ότι το σύμπαν και κατ' ακολουθία και η ζωή λειτουργούν σαν ένα τεράστιο (κρασαρισμένο;) λογισμικό, κατ' αναλογίαν, ε, καταλαβαίνετε.



3 Μαΐ 2010

Always look on the bright side of crisis

Την αφορμή για αυτό το κειμενάκι την έδωσε η κυρία Μέρκελ, κάτι αριθμοί (ή, μάλλον η έλλειψή τους) και οι πανικοβλημένοι συγγενείς που με πήραν πρωί πρωί, πριν πιω καφέ και κάνω τσιγάρο, για να μου πουν: ΚΥΡΙΟΙ, ΤΗΝ ΠΟΥΤΣΙΣΑΜΕ.


Ξέρεις τι γίνεται. Όταν μαθαίνεις δυσάρεστα νέα πριν τον καφέ και το τσιγάρο, σε επηρεάζουν ακόμα πιο πολύ. Σε ρουφάνε σε εκείνο το σκοτεινό μάελστρομ δίχως γυρισμό που λέγεται “ξεκίνησε η μέρα μου στραβά”. Πλήθος άπειρων γεγονότων άλλαξε την πορεία της ιστορίας επειδή ξύπνησαν στραβά κάποιοι. Λένε, για παράδειγμα, ότι ο Πόντιος Πιλάτος είχε ξυπνήσει με πονοκέφαλο τη μέρα που του φέρανε κάποιον Γεσούα. Ότι ο Μάρκος Αντώνιος και η Κλεοπάτρα είχαν ερωτικό καυγαδάκι το πρωί της μέρας της μάχης στο Άκτιο. Ότι ο Τσαρλς Μάνσον είχε δει εφιάλτη ότι κυνηγούσε να τον ξεκοιλιάσει η Σάρον Τέητ. Τέτοια πράγματα.


Ωστόσο, εμείς εδώ στο μπλογκάκι δε χαμπαριάζουμε από τέτοια. Έχουμε αποκτήσει ανοσία στα δυσάρεστα νέα, ακόμα κι αν δεν έχουμε καφέ και τσιγάρα. Αντ΄αυτού, αντιδρούμε ως εξής: φτιάχνουμε καφέ και στρίβουμε τσιγάρο.


Ωραία, την πουτσίσαμε. Ωραία, θα είμαστε φτωχοί και καταφρονεμένοι. Ωραία, δε θα έχουμε στον ήλιο μοίρα.


Και θα είναι γαμάτα.


Μη με παρεξηγείς, αναγνώστη. Δεν είμαι στην κοσμάρα μου. Η μάλλον, είμαι. Αλλά αυτό το απαιτεί η δουλειά που διάλεξα. Να γράφω. Ούτε βολεμένη είμαι. Οι γραφιάδες πεινάνε, ξέρεις, με ή χωρίς οικονομική κρίση. Κι αυτό γινόταν ανέκαθεν.


Στο θέμα μας όμως. Ναι, θα είναι γαμάτα, κι όσο πιο φτωχοί γίνουμε, τόσο πιο γαμάτα θα είναι. Γιατί κακομάθαμε. Γιατί συνδυάσαμε, όπως έχω ξαναγράψει, την ευτυχία με την οικονομική ευημερία. Προσπαθήσαμε για τα πολλά, χωρίς να έχουμε εξασφαλίσει καν τα λίγα. Γεμίσαμε με νεόπλουτους, και μετράμε εδώ και χρόνια το πόσο γαμάτος είναι κάποιος με βάση τα ρούχα που φοράει, τα σπίτια που έχει και το αμάξι που οδηγεί. Πήγαμε όλοι να γίνουμε επιστήμονες, ενώ δεν έχουμε καν εργάτες. Αλλά όχι, το δικό μου το παιδί δε θα δουλέψει οικοδομή. Το δικό μου το παιδί θα γίνει δικηγόρος και γιατρός. Θα γεμίσουμε τη χώρα με άχρηστα πτυχία που δε θα απορροφηθούν ποτέ και που η μόνη τους χρησιμότητα είναι να γίνουν κωλόχαρτα.

Σταματάω να κράζω. Σας υποσχέθηκα χιούμορ και χαμόγελο.

Να, λοιπόν, καλέ μου αναγνώστη, γιατί θα είναι γαμάτα με την κρίση:


    1. Θα αδυνατίσουμε: Παχαίνεις επειδή δεν μπορείς να αντισταθείς στις σοκολατίτσες και στα σκατολοϊδια. Ε, με την κρίση, δε θα μπορείς να έχεις αυτές τις πολυτέλειες. Θα αγοράζεις μόνο τα απολύτως απαραίτητα, κοινώς τέρμα οι σοκολατίτσες και τα σκατολοϊδια. Σιγά σιγά θα γίνουμε όλοι στυλάκια.

    2. Θα κόψουμε τις καταχρήσεις: Έτερη πολυτέλεια, είπαμε, μόνο τα απολύτως απαραίτητα.

    3. Θα γίνουμε eco-friendly (άθελά μας, φυσικά): Με τόσο που έχει πάει η βενζίνη, σιγά-σιγά θα αφήσουμε το αυτοκίνητο και θα πιάσουμε το παλιό μας ποδήλατο ή τα ποδαράκια μας. Και θα σταματήσουμε να βασανίζουμε το περιβάλλον και θα αποκτήσουμε κορμάρα.

    4. Θα αδειάσουν οι πόλεις: Αφού στις πόλεις δε θα βρίσκουμε δουλειά, θα τραβήξουμε όλοι σιγά-σιγά για τα πατρικά μας. Ποια πατρικά; Το σπιτάκι του παππού στο χωριό, το κτήμα της θείας έξω από την πόλη, το σπίτι των γονιών στην επαρχία. Θα αξιοποιηθεί κάθε ταράτσα, κάθε σοφίτα, κάθε δώμα. Οι πιο γενναίοι θα φτιάξουν δικά τους χωριά με cob, τα οποία έχουν πολύ χαμηλό κόστος. Οι ακόμα πιο γενναίοι (έχω 2-3 παραδείγματα), θα το ρίξουν στην αγροτιά. Όλη η Ελλάδα θα αποκτήσει ζωή, και δε θα παστώνονται όλοι στα αστικά κέντρα σαν σαρδέλες. Και όλοι ξέρουμε τα καλά της εξοχής: καθαρός αέρας, δέντρα, συμφιλίωση με τα έντομα και την άγρια φύση κτλ κτλ. Άσε που θα νομιμοποιηθεί και το ελεύθερο κάμπινγκ, γιατί κανείς δε θα έχει λεφτά να πληρώνει ξενοδοχεία.

    5. Θα ανοίξουν νέες δουλειές: Όσοι πάρουμε απόφαση ότι το πτυχίο μας χρησιμεύει για σκούπισμα μετά την αφόδευση, θα κάνουμε κάτι άλλο. Θα γίνουμε μοδίστρες, γιατί δεν θα υπάρχουν χρήματα για καινούρια ρούχα, και θα μπαλώνουμε και θα γαζώνουμε. Θα γίνουμε τσαγκάρηδες, γιατί δε θα υπάρχουνε χρήματα για παπούτσια. Θα γίνουμε οινοπαραγωγοί, καστανάδες και σαλεπάδες, γιατί δε θα υπάρχουν χρήματα για johnny black label και ντελικατέσσεν. Θα γίνουμε παραμυθάδες, από χωριό σε χωριό, γιατί δε θα υπάρχουν εκδοτικοί.

    6. Θα γράψουμε το νόμισμα στα υποδήματά μας (αυτά που μας διόρθωσε ο κολλητός μας που έγινε τσαγκάρης): Αφού δε θα έχουμε στον ήλιο μοίρα, το νόμισμα θα χάσει σιγά-σιγά τη δύναμή του. Θα αρχίσουμε ξανά να ανταλλάσσουμε αγαθά ή υπηρεσίες. Π.χ., θα σου κάνω αγγλικά μια ώρα, αν μου μαγειρέψεις, θα σου κρατήσω το παιδί αν μου καθαρίσεις το σπίτι κτλ κτλ.

    7. Θα αρχίσουμε να γνωριζόμαστε: Επειδή δε θα βγαίνουμε οικονομικά να πηγαίνουμε στο τάδε κλαμπάκι ή μπαράκι, θα αρχίσουμε όλοι να αράζουμε σε πλατείες, με ένα μπουκάλι κρασί από τον κολλητό που το έριξε στα αμπέλια. Στην αρχή όλοι θα γκρινιάζουμε. Μετά για να ξεχάσουμε τον πόνο μας, θα το ρίξουμε στο αλκοόλ. Θα πούμε ένα αστείο με τη διπλανή παρέα. Ε, μετά θα γελάμε όλοι μαζί.

    8. Θα αναθεωρήσουμε αξίες και αρχές: Αφού καθετί κουλ και γαμάτο, ήτοι ακριβό και ποζεράδικο, θα έχει πέσει σε αχρησία, δε θα ζηλεύουμε το διπλανό μας για το αμάξι του, αλλά επειδή γελάει τόσο ή είναι με τον τάδε άνθρωπο. Θα ζηλεύουμε πάλι, μεν, για πιο ουσιώδεις λόγους δε. Σιγά-σιγά, επειδή θα ανακτάμε την ανθρωπιά μας, ίσως (ίσως λέω), να σταματήσουμε να ζηλεύουμε επιτέλους.

    9. Θα σταματήσουμε να νιώθουμε μόνοι: Αφού θα μαζευόμαστε όλοι σε πλατείες και όχι πίσω από την οθόνη ενός υπολογιστή, καθώς στην εξοχή δεν έχει wireless (δεν το ήξερες αυτό, καλέ;) θα κάνουμε πραγματικές συζητήσεις και όχι chat στο facebook. Αντί να παίζουμε WOW, θα παίζουμε RPG. Αντί να γράφουμε σε blogs, θα λέμε ιστορίες. Αντί να περνάμε τα βράδυα μπροστά από την τηλεόραση, θα κάνουμε σεξ.

    10. Θα σταματήσουμε να είμαστε ΜΙΖΕΡΟΙ, διότι, μάτια μου, η φτώχεια θέλει καλοπέραση.

22 Απρ 2010

Πόοοοολεμος; Πόλεμος!

Ακόμη ένα πρωινό στο υπέροχο, λουλουδιασμένο μπαλκόνι μου, στην υπέροχη, λουλουδιασμένη Νεραϊδοχώρα, με μια κουπάρα νες εξ αριστερών και το δεύτερο τσιγάρο να αργοσβήνει στο τασάκι εκ δεξιών, κι εκεί που ετοιμαζόμουν να εξιστορήσω τα τι-και-πού-και-πώς που σας είχα τάξει στην πρηγούμενη καταχώρηση, χτύπησε το κουδούνι.

Ήταν ο ταχυδρόμος.
Έφερνε περιχαρής τους καινούριους λογαριασμούς. 'Η, έτσι, φαντάζομαι, αλλά, ξέρετε τι γίνεται; Όταν φέρνει κάτι απρόσμενο κι υπέροχο, πχ. γράμμα από κάποιον φίλο ή ραβασάκι από ανώνυμο θαυμαστή, ΔΕ θα χτυπήσει το κουδούνι. Θα βρει έναν μαγικό τρόπο να μπει μόνος του μέσα, και να το καταχωνιάσει στο γραμματοκιβώτιο, κι άντε μετά να το βρεις, αν το περιμένεις. Αλλιώς όλα αυτά τα ωραία χάνονται. Δεν εξηγείται αλλιώς το γιατί δεν λαμβάνω γράμματα θαυμασμού ή ερωτικά ραβασάκια, όχι. Αλλά όταν είναι να φέρει λογαριασμούς, αυτό το ποταπό ανθρωπίδιο που λέγεται ταχυδρόμος, τότε αρχίζει γκράνγκα-γκράνγκα τα κουδούνια, σαν να λέει, με χαρά που κυμαίνεται επικίνδυνα ανάμεσα σε οξύμωρη ηλιθιότητα χόμπιτ και τη δηλητηριώδη κακοβουλία του Σάουρον "χαχααχαχαχαχ, κοιτα φίλε μου, όσο οικονόμος και/ή δουλευταράς να είσαι, πάλι θα πληρώσεις τα μαλλιοκέφαλά σου, δεν σου φτιάχνει αυτό τη μέρα;" Και ανοίγεις, μαζόχα, και κατεβαίνεις, και να οι δεές και οι οτέδες. Τα νερά δεν πιάνονται, ακόμα και στην Αθήνα είναι φτηνά. Εκτός αν είσαι γοργόνα και δεν μπορείς να ζήσεις εκτός μπανιέρας, οπότε την πούτσισες.

Φυσικά, αυτά σε μένα δεν περνάνε. Είμαι άριστη και γενναία μαχήτρια. Πόλεμο ήθελε, πόλεμο θα είχε. Έβγαλα περήφανη το εικοσάπλευρό μου, έριξα το will power check, και... Άσσος. Άνοιξα. Κάτω δεν κατέβηκα, αφήνω την ξενέρα για αργότερα. Αλλά ο άσσος ήταν αρκετός στο να συνειδητοποιήσω ότι δεν βρίσκομαι στην υπέροχη, λουλουδιασμένη νεραϊδοχώρα, αλλά στην όχι-τόσο-υπέροχη, λουλουδιασμένη-παρά-ταύτα-και-όλως-περιέργως Αθήνα. Και αυτό με αποτρέπει από το να γράψω για το πώς παραλίγο να γίνω...(δε σας λέω ακόμα, υπομονή). Too much banality.

Όχι, καλοί μου φίλοι. Εμείς εδώ στο μπλογκ (δηλαδή η γράφουσα, οι κάλτσες της, ο Ναθαναήλ ο Τηλεγραφος και ο Κύριλλος ο Ιππόκαμπος) αντιστεκόμαστε σθεναρά στις απόπειρες των πανταχού γκριζοπρόσωπων να μας καταπιούνε. Αντ' αυτού, θα σας πω άλλα πράγματα. Θα σας προτείνω μικρά και όχι-τόσο-μικρά πραγματάκια για να πολεμήσουμε την γκριζοπροσωπάδα της πόλης. Προσοχή: όχι μεγάλα πολιτικά οράματα, μην ξερογλείφεσαι νεαρέ που φλερτάρεις με κάθε λογής -ισμό. Όταν μεγαλώσεις λίγο θα καταλάβεις πως κάθε -ισμός έχει κάτι ύπουλο μέσα σε αυτήν την παυλίτσα και τα τέσσερα γράμματα. Βέβαια, αν καταφέρεις και πιστέψεις σε κάτι που να μην τελειώνει σε -ισμό, θα σου βγάλω το καουμπόικο καπέλο μου.

Έχουμε και λέμε, λοιπόν:

1. Σαμποτάρουμε τα ΛΕΦΤΑ.
Πώς γίνεται αυτό; Απλούστατα. Γίνεσαι θρασύτατος τζαμπατζής. Δε λέω να πρήξεις τους φίλους σου στις τράκες, το τζάμπα πολλοί αγαπήσαμε, τα παράσιτα ουδείς. Εξάλλου και οι φίλοι σου στην ίδια μοίρα με σένα είναι. Επίσης οι φίλοι είναι φίλοι γιατί ενσωματώνουν μια πληθώρα από "συν": σύμμαχοι, σύντροφοι, συνένοχοι. Αν δεν έχουν αυτά τα "συν", τότε δεν είναι φίλοι, οπότε έχεις το ελέυθερο να τους αρμέξεις κανονικά.
...Στο θέμα μας όμως. Σε τι συνίσταται το τζαμπατζιλίκι; Υπάρχουν πολλά μέρη όπου μπορείς να δεις πόσα πράγματα μπορείς να κάνεις τζάμπα ή με πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ λίγα χρήματα. Second-hand βιβλιοπωλεία και ρουχάδικα, προβολές ταινιών, βραδιες στο σπίτι με επιτραπέζια, δωρεάν μαθήματα, λαθρανάγνωση στο λεωφορείο... Όλα αυτά βέβαια απαιτούν εξαιρετικές ανιχνευτικές ή stealthy ικανότητες.
Επίσης, μπορείς να ΑΝΤΑΛΛΑΞΕΙΣ. Όχι μόνο αγαθά, αλλά και υπηρεσίες, τύπου "Σου μαθαίνω ελληνικά, μάθε μου δική σου γλώσσα στην οποία είσαι σαϊνι", ή "Σου μαγειρεύω, βάλε μου μια σκούπα" (στο σπίτι, πονηρά μυαλά).
Αλλά αν, τελικά, πρέπει να υπάρχει κάποιο νόμισμα, το μπλογκ προτείνει τις ΑΓΚΑΛΙΕΣ. Θα λέγαμε το φιλί, αλλά, καλώς ή κακώς, αν πας στον εβδομηντάχρονο μπακάλη απέναντι να πάρεις πατάτες, ε, θα αμφισβητήσεις το νομισματικό σύστημα, δε θα το αμφισβητήσεις;

2. Σαμποτάρουμε τα ΜΥΑΛΑ των γύρω:
Οι γύρω, καλώς-κακώς-μαγκιά-τους, μπορεί να μην έχουν τα δικά μας τα σκαλώματα. Ωστόσο όλοι μα όλοι μα όλοι υποφέρουμε από την γκριζοπροσωπάδα. Δεν είναι τυχαίο που όλοι σχεδόν εμφανίζουμε μια φορά στη ζωή μας συμπτώματα κατάθλιψης τα οποία ΔΕΝ οφείλονται σε πραγματικά μπελαλίδικους λόγους, όπως π.χ. η απώλεια αγαπημένου προσώπου. Όχι. Οι άνθρωποι γύρω μας, όπως κι εμείς, είναι λυπημένοι γιατί η οικονομία πάει κατά διαόλου, γιατί κλείνουνε δουλειές, γιατί δεν ανοίγουνε δουλειές, γιατί στραγγίζουν το σκατό τους να πληρώσουν λογαριασμούς κτλ κτλ κτλ.
Είναι φανερό πως ο εγκέφαλος τους, όπως κι ο δικός μας, εξάλλου, έχει βραχυκυκλώσει σε ένα κρίσιμο σημείο όπου αντί να λέει ΕΥΤΥΧΙΑ=ΖΩΗ, λέει ΕΥΤΥΧΙΑ=ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΥΗΜΕΡΙΑ. Ε, καιρός να το αλλάξουμε. Πώς; Φτιάχνοντάς τους τη μέρα με μικρά, σχεδόν ασήμαντα σε μέγεθος αλλά καθοριστική σημασίας πράγματα.
Πώς γίνεται αυτό; Απλά, γίνεσαι ο καλικάντζαρος της παράδοσης φέρνοντας τον τακτοποιημένο κόσμο τους ανάποδα. Προσοχή: όχι τρομοκράτης, κανείς δε θέλει έναν κουβά σκατά στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου ή τηλεφωνικές φάρσες στις τρεις τα ξημερώματα.
Όχι. Το σαμποτάζ του μυαλού θέλει όμορφα πράγματα, με τρόπο απαλό. Φύτεψε μια γλάστρα στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ρίξε κάρτες "ανώνυμου αποστολέα" στο γραμματοκιβώτιο, όπου θα εύχεσαι καλό απόγευμα. Πες μια καλημέρα, ειλικρινά και με χαμόγελο, γιατί είναι άλλη μια καλή, όμορφη μέρα. Δείξε ότι δε νοιάζεσαι μόνο για το ευ ζην του κώλου σου, τέλος πάντων. Δεν θα τους κάνεις να προσληφθούν, δε θα εμποδίσεις να απολυθούν, αλλά θα το κάνεις πιο υποφερτό. Και σε τέτοιους καιρούς μετράει.
Να ξέρεις, όμως: Για να το κάνεις αυτό πρέπει να γίνεις κλόουν κατά μερικούς, φλώρος για κάποιους άλλους. Ίσως και ηλίθιος, αλαφροϊσκιωτος, ονειροπαρμένος. Μπορείς;

3. Ανακαλύπτουμε το δικό μας ΚΟΣΜΟ
Για να μπορέσουμε να τα κάνουμε όλα αυτά, πρέπει να έχουμε ένα δυνατό εσωτερικό κόσμο. Αυτό δε σημαίνει (απαραίτητα) ψάξιμο σε ταινίες-βιβλία-μουσικές, τα οποία ναι μεν ανοίγουν το μυαλό σου, αφετέρου δε σε απομονώνουν και υλικά (κάθομαι σπίτι μου και αναλύω μόνος μου το νόημα της ζωής) αλλά και ηθικά (είμαι τόσο ψαγμένος και γαμάτος που ούτε εγώ δε με καταλαβαίνω). Αυτό σημαίνει να βρεις εκείνα τα δυο-τρία πράγματα που θα θεραπεύσουν τις καμμένες σου συνάψεις σε εκείνους τους χαλεπούς καιρούς του και-τώρα-σκατά-αγαπητέ-Γουώτσον. Γιατί, φυσικά, είσαι κι εσύ άνθρωπος, άρα ευπρόσβλητος στην ασθένεια της γκριζοπροσωπάδας. Την οποία και πρέπει να πολεμάς σταθερά και σθεναρά κάθε γαμημένη μέρα.
Πώς γίνεται αυτό; Απλούστατα. Θα βρεις τα φάρμακά σου: μια σελίδα στο ίντερνετ, ένα τραγούδι, ένα-δυο αγαπημένα σημεία της πόλης. Σίγουρα τα έχεις βρει ήδη. Απλά κάνε την καθημερινή σου μέθεξη σε αυτά ένα είδος τελετουργικού. Ανάγαγέ το σε επιστήμη.

4. Δε ΓΑΜΑΜΕ τους άλλους
Η σύγχρονη ζωή είναι μια παλαίστρα όπου θα επικρατήσει ο δυνατότερος. Γιατί; Διότι έτσι είναι, και είναι καλύτερο να σε γαμήσω παρά να με γαμήσεις. Ωστόσο, δεν υπάρχει μεγαλύτερο γαμήσι από την επίγνωση του ότι μόλις γάμησες κάποιον ψυχολογικά (αν έχεις έστω και ένα στοιχειώδες ψήγμα συνείδησης). Και, φυσικά, πέρα από αυτό, υπάρχει πάντα η πιθανότητα αυτού του περίεργου φαινομένου που λέγεται κάρμα, ήτοι, αν ρίξεις μια ροχάλα, θα σου έρθουν τρεις, μεγαλύτερες και παχύτερες, κατακέφαλα.
Σταματώ τις αηδίες.
Σταμάτα να γαμάς τους άλλους, τέλος πάντων. Σταμάτα να κάνεις πράγματα για τα οποία δεν είσαι έστω και 80% σίγουρος ότι θα βγουν σε κάτι καλό, είτε για σένα, είτε για τους άλλους, είτε για όλους. Από τη στιγμή που έχεις δυναμώσει τον εσωτερικό σου κόσμο, δεν έχεις καμία ανάγκη να επικρατήσεις, να επιβεβαιωθείς, να εκδικηθείς, ή να αποδείξεις κάτι. Οπότε χαλάρωσε, κάνε ένα τσιγάρο και μην πρήζεις τον κόσμο με αχρείαστη κατανάλωση ενέργειας. Οπότε κάνεις κάτι να είσαι σίγουρος ότι το θέλεις, κι ακόμα πιο σίγουρος για τις πιθανές συνέπειες, όσο, τουλάχιστον, είναι στο χέρι σου.
Το πανάρχαιο ρητό, "μην κάνεις αυτό που δε θέλεις να σου κάνουν", είναι ένας απλούστατος τρόπος να το θυμάσαι. Καλά. Μη σε πυροβολήσω.

5. δεν ΑΥΤΟΓΑΜΙΟΜΑΣΤΕ
"Ωραία, ρε συ Πούκα, εγώ είμαι καλό παιδί και δεν έκανα ποτέ κακό σε κανέναν, αλλά ο Τάδε, ο Δείνας κτλ κτλ μου έκαναν αυτά κι αυτά κι αυτά.", θα πεις. Με το δίκιο σου και θα συμφωνήσω. Και σε μένα έχουν κάνει. Και σε όλους μας. Ακόμα και στον Τάδε, και στο Δείνα, και στον Κτλ Κτλ Κτλ.
Ε και; Θα κάτσεις στους τέσσερις τοίχους να αναλογίζεσαι τι σου έκαναν ο Τάδε, ο Δείνας και ο Κτλ Κτλ, ή θα πάρεις μια ανάσα, θα στείλεις το περιστατικό στο διάολο και θα συνεχίσεις; Κακό του κεφαλιού τους, και το κάρμα θα τους στείλει τις τρεις ροχάλες που λέγαμε. Εσύ σταμάτα να αναλώνεις ενέργεια για τον Τάδε και το Δείνα και τους Κτλ, και χρησιμοποίησέ την θετικά και όμορφα για να κάνεις όλα αυτά τα παραπάνω τα φανταστικά πράγματα. Εκτός αν προορίζεσαι για οσιομάρτυρας, φυσικά. Αλλά αυτή την εποχή ο χριστιανισμός περνάει δύσκολες μέρες, δεν ανοίγουν νέες δουλειές, οπότε δε σου εγγυώμαι ότι θα αγιοποιηθείς. Ο Άγιος Νικόλαος μού έλεγε τις προάλλες ότι έχουν να του κάνουν τάματα από το 2006, και είναι και high-positioned.

Αυτά ως εδώ. Αναμένω νέες ιδέες, σχόλια, αντιρρήσεις (οι οποίες και θα παραβλεφθούν με ταχύτητα οπλοπολυβόλου).
Επίσης, μπορείς κάλλιστα να γράψεις ό,τι διάβασες εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Μαγκιά σου. Αλλά δε στο συνιστώ. Είμαστε, βλέπεις, η πιο γαμάτη γενιά, γιατί μεγαλώσαμε από γονείς που έκαναν αλλαγές, οι οποίοι μεγαλώσανε από γονείς που κάνανε ακόμα μεγαλύτερες αλλαγές. Η δική μας αλλαγή ποια θα είναι;




***** Mιαπουτ'αναφέραμε κι αρχήδιαλόγουκάναμε: Το μπλογκάκι απέκτησε δική του σελίδα στον ηλεκτρονικό ρουφιάνο. Όσοι πιστοί, τα θέλατε και τα πάθατε.

19 Απρ 2010

Morning ramblings of a crazy woman

Ώρα όγδοη πρωινή, πανωκάτω. Κάθομαι στον καναπέ οκλαδόν, με μια απίστευτη ηρεμία στη μούρη, δικαιολογώντας το παρατσούκλι που μου είχαν βγάλει οι δικοί μου όταν ήμουν μικρή, επειδή βαριόμουν να περπατάω, να τσιρίζω και να τους πρήζω υπέρμετρα σαν τα φυσιολογικά παιδάκια: Βούδας. Οι σαολίν καλόγεροι θα ήταν περήφανοι για μένα σήμερα. Ειδικά αν δεν έβλεπαν τα δύο τσιγάρα που έχω ήδη καπνίσει και την κουπάρα του νες από δίπλα. Oh well.

Σηκώθηκα αξημέρωτα μετά από πολύ καιρό, διότι έχω δεύτερη συνέντευξη για δουλειά, για την οποία θα μιλήσω όταν δεν την πάρω. Θα την πιστόλιαζα άνετα, με την ηρεμία που η τύπισσα πουλάει τον πρωταγωνιστή του τραγουδιού “The Ballad of Cable Hogue” των Calexico, αν δεν επέμεναν οι γονείς με το ανίκητο επιχείρημα ότι δεν έχω τίποτα να χάσω και ότι θα δω νέους ανθρώπους και νέες καταστάσεις στη συνέντευξη. Στο πρώτο σκέλος του επιχειρήματος έχω να αντιτείνω ότι έχασα ήδη δυο ώρες ύπνου και ότι πρέπει να κάνω ανασκαφή στην ντουλάπα για να βρω αξιοπρεπή ρούχα για να μεταμφιεστώ σε απελπισμένη για αυτή τη δουλειά μεν, αξιοπρεπώς ενδεδυμένη, ευπαρουσίαστη, ευέλικτη και δυναμική νέα γυναίκα δε (να βγάλω τον καφέ τώρα ή μετά;). Στο δεύτερο όμως, δεν έχω να αντιτείνω τίποτα.

Καταραμένη περιέργεια.


Να 'μαι, λοιπόν, ξύπνια, να βλέπω τη συννεφιά απέξω, η οποία δεν ξέρω αν οφείλεται σε 1. κακό καιρό, 2. στο σύνηθες νέφος μια συνήθους αθηναϊκής μέρας ή 3. στην ηφαιστειακή τέφρα. Θα διαλέξω αυθαίρετα το 3., γιατί σήμερα μου αρέσει η ιδέα της μουντίλας εδώ λόγω των τσαλιμιών ενός ηφαιστείου χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Είναι κάτι μεγαλειώδες, σχεδόν αρχέγονο, σχεδόν παγανιστικό. Από αυτά που σου θυμίζουν ότι όσο ξεχωριστός και γαμάτος νομίζεις πως είσαι, στην πραγματικότητα αποτελείς ένα ψήγμα κουτσουλιάς στα μέτρα και σταθμά του σύμπαντος. Με όσους μιλήσω σήμερα θα τους πω ότι ναι, η συννεφιά είναι από την τέφρα, το είδα στις ειδήσεις. Παραπληροφόρηση rules.

Πάντως αλήθεια βλέπω ειδήσεις. Ή μάλλον κάτι σαν ειδήσεις, ένα προ-πρωινάδικο, που λέει, δηλαδή, πάλι χαζομάρες, χωρίς όμως ξανθιές παρουσιάστριες και ψυχαναγκαστικά χαμόγελα. Στο προ-πρωινάδικο που βλέπω, έχει μια μεγαλοδικηγόρο-βουλευτίνα-τιβιπερσόνα για ακαθόριστους λόγους να λέει ότι όλα είναι επιτρεπτά για να δείχνει κάποιος υγιής και νέος, αρκεί να μην αλλοιώνονται τα φυσικά του χαρακτηριστικά (εντάξει, τώρα που το είπες εσύ δε θα πάω να κάνω μπότοξ), ότι δε βλέπει συχνά τον άντρα της επειδή αμφότεροι ταξιδεύουν συνέχεια και δεν έχουν χρόνο να τσακωθούν (ανακαλύψατε το νόημα των σχέσεων ζωής, μπράβο), ότι παρόλα αυτά θα ήθελε πολύ παιδιά και λυπάται που δεν έχει, γιατί θα γινόταν τρυφερότατη μητέρα (τα φαντάζομαι μόνα τους σε ένα τεράστιο, άδειο σπίτι να τα μεγαλώνουν υπηρέτριες, αφού οι γονείς τους ταξιδεύουν συνέχεια για να μην τσακώνονται, εκτός αν τα παίρνουν μαζί τους στις burberry βαλίτσες τους).


Αλλάζω κανάλι και μαθαίνω ότι ο Ricky Martin είναι ομοφυλόφιλος. Κλείνω την τηλεόραση.


Αισίως οχτώμιση. Έχω ακόμη ένα μισάωρο που ξέρω πως θα κυλήσει βασανιστικά. Μπαίνω φέησμπουκ και αρχίζω να διαβάζω στάτους φίλων. Μου αρέσει να διαβάζω στάτους: Τα αγόρια γράφουν για αθλητικά ή ασυναρτησίες, και τα κορίτσια γράφουν για έρωτες ή ασυναρτησίες. Τα σχόλια στα στάτους των αγοριών συνήθως εξελίσσονται σε trolling sessions, ενώ των κοριτσιών έχουν πολλά like, και αλλάζουν μετά από λίγο όταν τις πάρει τηλέφωνο το γκομενάκι. Τι να πεις, έτσι είμαστε εμείς οι γυναίκες. Τρίλιες. Έχουμε τόση πολλή φεγγαρίσια ενέργεια μέσα μας, που δεν έχουμε πού να την διοχετεύσουμε και...


Άστο, Δανάη. Είναι πρωί ακόμα.


Αφήνω και το φέησμπουκ. Βάζω να παίζει το soundtrack από το Rocky Horror Picture Show. Φαντάζομαι να πηγαίνω στη συνέντευξη, και ο κοστουμάτος executive να σκίζει το Armani του και να φοράει κορσέ και ζαρτιέρες από μέσα. Η γραμματέας με τα γυαλάκια να εμφανίζεται με στολή καμαριέρας και να χορεύουμε όλοι μαζί το Time Warp, ενώ γύρω μας πέφτει απαλά η ηφαιστειακή τέφρα σαν χιόνι και εμφανίζονται δισκομπάλες πάνω από τα κεφάλια μας. Πλάκα θα είχε.


Έχω ξυπνήσει όμως και δε θα έχει πλάκα και ήδη βαριέμαι. Τι να πεις! Μετά όμως, μετά, που θα έχω γελάσει τόσο πολύ μέσα μου με το γρήγορο λόγο τους και τα τόσα αγγλικά, α, μετά, θα πάρω την εκδίκησή μου. Επειδή μπορώ.


Καλημέρα!

11 Απρ 2010

Κι εγώ σ'αγαπώ, Μαρία Αλιφέρη

Έχω πάνω από μήνα να γράψω, λόγω της έλλειψης ίντερνετ, διάθεσης, και χρόνου, αλλά σήμερα θα σας αποζημιώσω. Δεν το κάνω βέβαια από την καλή μου την καρδιά, αλλά επειδή 1. γύρισα σήμερα Αθήνα και ήταν κλειστά τα σουπερμάρκετ, ως εκ τούτου δεν έχω τίποτα στο ψυγείο και πρέπει να ξεχάσω την πείνα μου κάπως, 2. θα έπρεπε τώρα να ΕΡΓΑΖΟΜΑΙ οργανώνοντας το PORTFOLIO μου γιατί έχω τρεξιματάκια την βδομάδα που έρχεται, αλλά δε βαριέσαι; Πρώτη μέρα στο πουκόσπιτο είναι αυτή και με το γυρισμό αρχίζει το τριγύρισμα των εμπειριών και των σκέψεων από τις μέρες που πέρασαν και, γκρούνγκου-γκρούνγκου τα γρανάζια του μυαλού, άντε να συγκεντρωθείς.

Επίσης, είχα σημειώσει αρκετές σκέψεις για διάφορα πράγματα, αλλά έχω καιρό να γράψω αφενός, βαριέμαι να τα περνάω στον υπολογιστή αφετέρου, οπότε θα σας πω για πολύ πιο light πραγματάκια σήμερα, να αποφύγουμε μεγάλες απώλειες θερμίδων στις εγκεφαλικές συνάψεις λόγω επεξεργασίας δεδομένων.
Και θα τα πω σε μορφή λίστας, επειδή αυτό τον καιρό έχω καεί με διάφορα sites με λίστες:

ΛΙΣΤΑ 1: ΜΕ ΤΙ ΕΧΩ ΚΑΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ
1. Sites με λίστες: ο καλύτερος τρόπος να μαθαίνεις ό,τι πιο συναρπαστικό, περίεργο και άχρηστο υπάρχει, να ξεκινάς ωραία τη μέρα σου σκιζόμενος στα γέλια, με καφέ και τσιγαράκι, και να κάνεις φιγούρα/σπαμμάρεις/τρολλάρεις τους φίλους σου για/με αυτά που έμαθες. Ο παράδεισος του σπασίκλα που σέβεται τον εαυτό του και τον τίτλο που φέρει, διότι έχουμε κι ένα όνομα στην πιάτσα.
2. Με τη μουσική των Yeasayer και τα πιο-παλιά-από-το-χάρο μπλουζ-με-μπάντζο (πολλές παύλες, ρε παιδί μου) του Dock Boggs, και τα πιο νέα, αλκοολοποτισμένα και σκοτοβουτηγμένα νεότερα μπλουζ των Lyman Family. Επίσης με την ζαχαρένια παράνοια των DVAR (thanks, Αναστασία!).
3. Με το tvtropes.org (thanks, Hartoman!) , όπου απαριθμούνται, αναλύονται και καυτηριάζονται ασύστολα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα τα κλισέ σε ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, βιβλία και κόμικς.


ΛΙΣΤΑ 2: ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
1. Σύσσωμη η οικογένεια πάνω από ένα παζλ 1000 κομματιών. Το φτιάξαμε σε 24 ώρες. Και θέλαμε κι άλλο.
2. Η πρόβα των παιδιών της ομάδας Aniline, όπου πρώτη φορά είδα πώς στέκονταν τα κείμενά μου στην παράσταση. Κι ένιωσα περίεργα, σαν να γεννάω ένα παιδί κι αυτό να μεγαλώνει και να σκίζει στο σχολείο ενώ είναι παράλληλα κούκλος, με ανησυχίες και περήφανος μεταλλάς.
3. Οι 2000 σελίδες συνολικά από βιβλία που διάβασα στο πλαίσιο της έρευνας για το βιβλίο μου. Κι έπεται συνέχεια, ουφ (κουράζομαι) και αχ (μ' αρέσει).
4. Το ότι πέτυχα ένα πολύ καλό μου φίλο από τα χρόνια της σχολής, 2 φορές, σε 2 διαφορετικές πόλεις, τελείως τυχαία. Το κακό θα τριτώσει εσκεμμένα τώρα που θα κατέβει, θα ανέβει και ο αδερφός, θα μαζευτούμε όλοι οι παλιοί και θα καούμε δίχως αύριο.
5. Το μπλουζοτζαμάρισμα με τον αδερφούλη, λίγο πριν τις διακοπές.
6. Βραδιά παιχνιδιών και αλκοόλης με φίλους και τους γονείς στο σπίτι. Και ναι, οι γονείς αποδείχτηκαν πιο κάφροι από μας.
7. Η συναυλία των Universe217, Down & Out και Small Hours Society στην Κομοτηνή.
8. Ο καφές στη Θεσσαλονίκη με τους Ανιλινίτες μου, όπου κάτσαμε 4 άτομα σε μια κούνια και κουνιόμασταν σαν κολασμένοι. Πάλι καλά που δεν τη σπάσαμε, αλλά αναστατώσαμε ένα ολόκληρο μαγαζί με το σκουριασμένο της κρίτσι-κρίτσι. Και είχε πλάκα.
9. Τα κλασικά κασεράκια στη “Διαδρομή”, απαραίτητη συνοδεία της Paulaner. Ή η Paulaner τελικά συνοδεύει τα κασεράκια;

Μα πάνω από όλα (για αυτό και μπαίνει εκτός λίστας), το ότι είδα τους φίλους μου ξανά, και είδα ότι μεγαλώνουμε, και όχι μόνο αυτό, αλλά μεγαλώνουμε ΩΡΑΙΑ. Σαν καλά κρασιά.

ΚΑΙ ΤΩΡΑ...
1. Περισσότερη έρευνα, περισσότερο γράψιμο, ουφ και αχ!
2. Ανεβοκατεβάσματα Θεσσαλονίκη για τις παραστάσεις. Περισσότερα εν καιρώ.
3. Θα πήξω το μπαλκόνι μου στα φυτά – όσο έλειπα η φύση έκανε το θαύμα της. Η Σολεδάδ το Σολάνουμ απέκτησε παιδιά (βλάστησαν τα κουκουτσάκια από τους σπόρους της), ο βασιλικός Billy The Kid μυρίζει υπέροχα και μου υπόσχεται πεντανόστιμα pesto και ο Ναθαναήλ, ο all-time-classic τηλέγραφος, έφτασε αισίως το ένα μέτρο και θα αρχίζει να ανθίζει σύντομα. Ωστόσο, εξακολουθεί να είναι πράσινος και δεν τον συγχωρώ. Στην οικογένεια θα προστεθούν μια μικρή λεμονιά, μια πορτοκαλιά και από Μάη βουκαμβίλια. Και θα τα βλέπω και θα χαζοχαίρομαι, θα γράφω βλακείες και δε θα με αντέχει κανείς.
4. Θα λιώσω με παλιές, πολύ παλιές, και καλτ, πολύ καλτ, ταινίες τρόμου. (Thanks, Γιωργή!)
5. Παζλ παζλ παζλ. Παζλ, παζλ. Γλυκάθηκα. Όποιος ψήνεται να μαζοχιστεί/βασανιστεί μαζί μου, από όσους με ξέρετε, ας βγάλει φωνή.

1 Μαρ 2010

And now a bit of BDSM

Μη χαίρεστε, φίλτατοι. Το εν λόγω ποστ δε θα κάνει λόγο για bondage shows και γυμνές γκοθούδες με το σώμα τους γραβιέρα από τα piercing που κρέμονται από γάντζους. Θα μιλήσουμε για ένα άλλο, πιο αρχέγονο bdsm: Το μήνα Μάρτιο.

Ο Μάρτιος, λοιπόν, σηματοδοτεί τον ερχομό της Άνοιξης, εκείνης της υπέροχης εποχής που όλα είναι ολάνθιστα, μοσχομυριστά και ζευγαρώνουν. Μόνο που ο Μάρτης αποτελεί λίγο απατηλό ξεκίνημα, καθώς ο καιρός είναι ακόμα απρόβλεπτος, κι εκεί που πίνεις αμέριμνος το φραπέ σου σε τραπεζάκι-έξω mode στα Εξάρχεια, φορώντας μόνο το ζακετάκι σου, ΤΣΑΑΑΑΚ, πέφτει ένας αέρας, μια βροχή, μια συννεφιά, και κονομάς μια φανταστική ιωσούλα να έχεις να πορεύεσαι. Κι αυτό είναι η πιο ανάλαφρη περίπτωση. Φανταστείτε τη ζοχάδα των αγροτών όταν παγώνουν οι καλλιέργειές τους από τους απρόβλεπτους, μαρτιάτικους χιονιάδες.

“Μάρτ'ς γδάρτ'ς και κακός παλουκοκάφτ'ς”, λέει η ελληνική παράδοση, κι άντε να μη φανταστεί κανείς έναν dominator να δέρνει ανυποψίαστες κορασίδες, κρατώντας δαυλούς αναμμένους, μόνο για το εφέ ελπίζω.

Και δεν είναι μόνο ο μήνας σαδιστικός, λέει η παράδοση, σέρνει μαζί του κι ένα τσούρμο από θηλυκές ψυχοβγάλτρες ντομινάτριξ, νεράιδες υπό την ευρεία έννοια (δηλαδή, πλάσματα του υπερφυσικού κόσμου, δηλαδή μπορεί να είναι γριές, άσχημες και σακαφιόρες, σε αντίθεση με τις νεράιδες με τη στενή έννοια του όρου, οι οποίες είναι οι κλασικές γκομενάρες πλανεύτρες που χορεύουν σε λίμνες και ποτάμια και αποπλανούν τους περαστικούς. Τυχεράκηδες άντρες, για μας τις γυναίκες δεν έχει τέτοια ωραία συναπαντήματα η ελληνική παράδοση και πρέπει να βολευτούμε με τον Ιρλανδό Τάμλιν ή τον Βραζιλιάνο Μπότου.): τις Δρίμες.

Ο Ν. Πολίτης γράφει:

“Εις πλείστα μέρη της Ελλάδος κατά την παλαιάν παράδοσιν και κατά τας εξ πρώτας ημέρας του Αυγούστου επιμελώς αποφεύγονται ωρισμέναι εργασίαι, διότι η τυχόν εκτέλεσις αυτών συνεπάγεται ζημίας και ανεπανορθώτους φθοράς. Ούτω δεν πρέπει να πλύνουν αι γυναίκες, διότι τα πλυθέντα υφάσματα "δριμιάζουν" ή "δριμοκόβονται", δηλαδή εκτεθιμένα εις τον ήλιον κόπτονται και γεμίζουν από μικράς οπάς' δεν πρέπει να αρδεύωνται ποτιστικά (ιδίως εις Νάξον δεν αρδεύεται ποτιστικόν φετευμένον με φυτόν ή σκορδίλλαν, δηλαδή φυτώριον κρομμύων) διότι ξεραίνονται' δεν πρέπει να κολυνβά κανείς διότι το σώμα του θα γεμίσει από εξανθήματα, όπως είναι επίσης επικίνδυνον να λούζεται διότι θα καταστρέψει την κόμην του. Οι δε θεωρούντες δρίμας τας πρώτα ημέρας του Μαρτίου δεν κόπτουν κατ'αυτάς ξύλα, διότι αυτά σαπίζουν ή "σαρακιάζουν", δηλάδή καταστρέφονται υπό σκωλήκων. Περί των δριμών Αυγούστου και Μαρτίου λέγεται η παροιμία: "Τ'Αυγούστου οι δρίμες στα πανιά και του Μαρτιού στα ξύλα.”

Ούτε ξύλα κόβεις, λοιπόν, ούτε τα σκουτιά σου πλένεις, ούτε μπάνιο κάνεις. Αλλιώς αυτές οι τύπισσες θα σε μετατρέψουν σε έναν παγωμένο και πεινασμένο χτικιάρη, και δε θα ακούσει κανείς το δριμύ σου κατηγορώ στις Δρίμες, διότι, ε, ας πρόσεχες.
Αλλά η παθολογία αυτού του άτιμου μήνα δε σταματάει εδώ. Πέρα από τις δρίμες και τα δεινά που προκαλούν, μπορεί και να κονομήσεις και κανένα ωραίο εγκαυματάκι στη μούρη από το Μάρτη, αν βγεις με ντάλα λιακάδα έξω χωρίς να φοράς το μαρτιάτικο βραχιολάκι, ναι, εκείνο που φτιάχναμε μικρά στα σχολεία στρίβοντας ασπροκόκκινη κλωστούλα.



Αυτό υποτίθεται ότι το φοράμε για να μη μας κάψει ο Μάρτης στο πρόσωπο. Το βγάζουμε με το που μπαίνει ο Απρίλης, ή όταν δούμε το πρώτο χελιδόνι, το παρασύνθημα, δηλαδή, για τον ερχομό της Άνοιξης.

Εδώ, στην Αθήνα, βέβαια, πού να δεις χελιδόνι, οπότε φόρα το όλο το μήνα να είσαι σίγουρος...

Οπότε πάρτε τα απαραίτητα μέτρα, κλωστούλα και μια ζακέτα παραπάνω, και βγείτε να γιορτάσετε το (ανεπίσημο, για 20 μέρες ακόμα) ξεκίνημα της Άνοιξης. Η γράφουσα, δε, αποφάσισε φέτος το Μάρτη να γίνει δρίμα, αφενός γιατί θέλει άλλοθι για να κάνει μπάνιο και αφετέρου γιατί έτσι, να παιδέψουμε λίγο τον κόσμο γιατί έχουμε τσαντιστεί λίγο τελευταία και μας βγαίνουν τα σαδιστικά μας.


(το απόσπασμα του Ν. Πολίτη το τζουρνέψαμαν από εδώ)

18 Φεβ 2010

Θα 'ναι σαν να μπαίνει η άνοιξη

Τέλειωσε το τριήμερον και ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του, που έλεγε και η γιαγιά μου. Έλα που δεν μπορούμε, όμως. Χτες και σήμερα έχει μια λιακάδα ΝΑ (με το συμπάθειο), και τρωγόμαστε όλοι να πετάξουμε βιβλία, να παρατήξουμε δουλειές και τα τοιαύτα και να βγούμε έξω να φωτοσυνθέσουμε.

Χτες ήπια το πρώτο μου καφεδάκι σε τραπεζάκι-έξω mode και ήταν σκέτη απόλαυση. Έβλεπα στα πρόσωπα των ανθρώπων το κλασικό χαμόγελο ανυπονησίας, αυτό που σε πιάνει όταν ο Φλεβάρης αρχίζει και γλυκαίνει:

“ΑΝΤΕ ΑΝΤΕ ΠΟΤΕ ΘΑ ΦΤΑΣΕΙ;”
“ΚΟΥΡΑΓΙΟ, ΚΟΝΤΕΥΕΙ.”
“ΠΕΡΙΜΕΝΩ!”

Δεν αναφέρομαι ούτε στον Γκοντό, ούτε στο επόμενο επεισόδιο του Dr. Who (να δούμε και τι θα καταφέρει ο ενδέκατος δόκτωρ ο παλικαράκος). Αναφέρομαι στη Μεγαλειότητά της, την Άνοιξη. Και στο γνώριμο συναίσθημα που σε πιάνει όταν βλέπεις τις ανθισμένες αμυγδαλιές.

Εδώ, παρατάμε τον πρόλογο και παραθέτουμε έναν υπέροχο μύθο εκ Πορτογαλίας (να δείξουμε και τι μαθαίνουμε στο μάθημα, ντε) για τις ανθισμένες αμυγδαλιές.

Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου εκεί στο Μεσαίωνα, τότε που υπήρχε ακόμα πανούκλα, μαγεία και το μπάνιο ήταν πολυτέλεια, η Πορτογαλία είχε πήξει στους Μαυριτανούς. Σε μια περιοχή που λεγόταν Αλγάρβη βασίλευε ένας νεαρός Σαρακηνός πρίγκιπας, μελαχρινός και πολύ σένιος τέλος πάντων. Στο κάστρο του δούλευε υπηρετριάκι μια κοπέλα ξανθούλα και γαλανομάτα, από τα βόρεια (μέχρι εδώ θυμίζει “13ο Πολεμιστή”). Ο πρίγκηπας στάμπαρε την Βικινγκούλα, και, σαν άντρας που ξέρει να μιλάει και να λέει τι θέλει, ξημεροβραδιαζόταν στην κουζίνα όπου δούλευε η νεαρά, σπουδάζοντας τον έρωτα και ξεχνώντας τον πόλεμο. Λίγο από 'δω, λίγο από 'κει, δεν ήθελε και πολύ η μικρή, τσουπ τα φτιάξανε. Καθώς ο πρίγκηψ ήταν και ερωτευμένος, της έκανε και πρόταση γάμου, τσουπ βασίλισσα το υπηρετριάκι. Μια χαρά. Και τεκνό και βασιλιάς και να την έχει σαν τα μάτια του, ε τι άλλο ήθελε.

Έλα που ήθελε, όμως. Κάθε γυναίκα πάντα θέλει κάτι. Είναι νόμος, αλλιώς δε θα υπήρχε αυτό το θαυμαστό πράγμα, που αποτελεί πονοκέφαλο για τους άντρες και μέθοδο εκτόνωσης της έντασης για τις γυναίκες: Η κρεβατομουρμούρα.

“Αχ, καλέ μου, δεν είμαι καλά”, στέναζε η ξανθούλα.
“Τι έχεις αγάπη μου; Θέλεις μπουζούκια; Πάμε!” απαντούσε ο άντρας της ανήσυχος.
“Δε θέλω μπουζούκια, αγάπη μου, αλλά...”
Κι εκεί έβαζε τα κλάματα.

Μην τα πολυλογώ, η κλάψα της πριγκίπισσας τράβηξε καιρό. Πρώτα στέναζε, μετά έκλαιγε, μετά έβαλε Cure και κοιτούσε με απλανές βλέμμα το ταβάνι και τέλος αρρώστησε. Έπεσε στο κρεβάτι και δεν έτρωγε ούτε μιλούσε σε κανέναν.

Τρελαμένος από ανησυχία, ο πρίγκηψ, κουβαλάει άρον-άρον τον Χάουζ και την ομάδα του. “Γιατρέ μου η γυναίκα μου έγινε γκοθού”.
“Η γυναίκα σου έχει κατάθλιψη” απεφάνθη ο Χάουζ μετά τη διαφορική. “Μήπως έχεις μικρό πουλί;”
“Εεεε... δε νομίζω”, απαντά ο πρίγκηψ.
“Everybody lies” του λέει κι ο Χάουζ..

Κάπου εκεί ανοίγει για λίγο τα μάτια η ξανθούλα. “Το χέσατε. Αυτό που θέλω είναι χιόνι!”

ΧΙΟΝΙ.

Με άλλα λόγια, η ξανθούλα μας αρρώστησε από νοσταλγία. Τον πόνο για το σπίτι. Της έλειπαν τα μέρη της, εκεί ψηλά που φορούσαν κράνη από κέρατα και έπιναν υδρόμελι και έπεφταν σε μπερζέρκ στον πόλεμο και ήθελαν να πεθάνουν για να πάνε στη Βαλχάλα.

Ξύνει την κεφάλα του ο πρίγκηπας. “Και τι να κάνω για το χιόνι, εδώ κάτω, που σκάει ο τζίτζικας χειμώνα-καλοκαίρι;”
“Πλάκωσέ την στα Ζάναξ να τελειώνουμε”, απαντάει ο Χάουζ.
“Δεν θα κάνω τη γυναίκα μου τζάνκι”, απαντά ο πρίγκηψ. “Και μπορείς να φύγεις, νομίζω, ούτως ή άλλως εξυπηρέτησες το σκοπό σου στην ιστορία, οπότε beat it, αντιπαθητικέ τύπε.”

Φεύγει ο Χάουζ, ξαναξύνει κεφάλα ο πρίγκηψ, βρίσκει τη λύση.

Δίνει όρντινο να τρέξουν στις γειτονικές χώρες, να βρουν αμυγδαλιές και να τις φυτέψουν γύρω-γύρω από το παλάτι. Φωνάζει και τον αρχιμάγο, του λέει να ρίξει ένα spell, να μεγαλώσουν γρήγορα οι αμυγδαλιές, και σε μια μέρα είχαν φυτρώσει, είχαν πεταχτεί, είχαν βγάλει λουλούδια.

Παίρνει τη γυναίκα του, στράτα-στρατούλα στο παράθυρο, “Κοίτα, αγάπη μου. ΧΙΟΝΙ.”
Τής άρεσε η θέα της πριγκίπισσας, είχε κουραστεί να είναι και άρρωστη ούτως ή άλλως, κοιτάει τον καλό της με ματάκια δακρυσμένα, σκάει χαμόγελο.

Κι έτσι ήρθαν οι μυγδαλιές στην Πορτογαλία, και όταν βγάλανε καρπούς το βασιλικό ζεύγος έτρεχε από κάτω να τα μαζέψει και κάπως έτσι λένε ότι πρωτοειπώθηκε και η ατάκα “Στάσου, Άναμπελ, μύγδαλα.”, καθότι την ξανθούλα την λέγανε Άνναμπελ.

Και ζήσαν καλά γιατί έτρεχαν γύρω από τις αμυγδαλιές και κυλιόντουσαν στα χορτάρια και φτιάξαν τρία συκώτια από τους ερωτευμένους τους χαζογέλωτες, όπως θα έπρεπε να κάνουν όλοι οι ερωτευμένοι τελοσπάντων. Κι επειδή ο πρίγκηψ μόνο αυτά έκανε, ίσως για αυτό και η Πορτογαλία να είναι και τόσο μικρή χώρα. Ποιος ξέρει.

Και ζήσανε αυτοί καλά. Εμείς, από την άλλη, δεν ξέρω αν ζούμε καλύτερα με όλο αυτό το άγχος και τα καυσαέρια και τα τρεξίματα και τις γκρίνιες. Αλλά οι ανθισμένες αμυγδαλιές σού αλλάζουν την ψυχολογία. Αλλάζεις διάθεση, χαμογελάς πιο πολύ, ακούς πιο χαρούμενες μουσικές και αρχίζεις να παρατάς ηθελημένα τα winter blues και να μπαίνεις σε “Θα 'ναι σαν να μπαίνει η άνοιξη” mode.

Και είναι ωραία.



Τόσο ωραία, μάς έχει πιάσει τόσο ωραία, που δεν θα αντισταθούμε και θα σας παραθέσουμε soundtrack.


Paul Giovanni - Maypole
Τα παγάνια την Πρωτομαγιά την λένε “Beltane” και γυρίζουν το γαϊτανάκι. Αυτά μάς τα λέει η ανυπέρβλητη και ολίγον τι καλτ ταινία “The Wicker Man” (όχι η πατάτα με τον Κέητζ, ο προκάτοχός της με τον Κρίστοφερ Λη). Δείτε την κι ακούστε το χτες. Είναι αμφότερα υπέροχα.


Fleet Foxes – Quiet Houses
Το πιο ξέφρενα χαρούμενο κομμάτι των Fleet Foxes, όσο ξέφρενοι και χαρούμενοι μπορεί να είναι οι Fleet Foxes. Είναι όμως οι Fleet Foxes, μυρίζουν φύση, φανελένια πουκάμισα και Απαλάχια και θέλω να παντρευτώ τον τραγουδιστή τους κάτω από έναν καταρράκτη. Άρα δεν μπορούν να απουσιάζουν από το ανοιξιάτικο σάουντρακ. Αυτό το τραγούδι είναι ωραίο, είναι αυτό που πρέπει να τραγουδάμε στους μουρτζούφληδες φίλους μας όταν δεν την παλεύουν : “Ξεκόλλα και έλα μαζί μας. Άιντε.”


Mercury Rev – Blue Clouds
Έφαγες φρίκη και χτυπούσες επί ένα χειμώνα το κεφάλι σου στο ντουβάρι; Θέλεις να κάνεις κάτι επειγόντως να ανεβάσεις το constitution σου; Έβγα έξω, κοίτα το γαλάζιο ουρανό και γλείψε τις πληγές σου με αυτό το κομμάτι. Με τη συγκεκριμένη εκτέλεση όμως, όχι τη γνήσια του Johnston που παραείναι καλτ και βασανισμένος για να νιώσουμε ωραία.


Devendra Banhart – I Just Feel Like A Child
Ίσως το πιο feel good κομμάτι του αυτοαποκαλούμενου Βασιλιά των Ξωτικών (aka “Έχω καπνίσει τα πάντα, τα κοάλα, τα ρακούν και τα καγκουρώ). Ο τύπος παίρνει τα πρωτεία καμμενιάς, αλλά αυτό το τραγούδι δεν μπορεί να μη σου φτιάξει τη διάθεση και να βγάλει το ελαφρώς σκανταλιάρικο κωλοπαίδι από μέσα σου. Λίγη chaotic συμπεριφορά κάνει θαύματα ώρες ώρες.

Siouxsie and the Banshees – Peek-A-Boo
Είμαστε κρυφογκόθια, τι να κάνουμε. Έλα όμως που αυτό το τραγουδάκι δεν έχει καμμία σχέση με γκοθίλες, τουναντίον σε κάνει να θέλεις να κρυφτείς πίσω από τα δέντρα και να αρχίσεις φωνάζεις με φωνή πεντάχρονου “ΠΟΥΤΘΑ!”, βλεφαρίζοντας τα ματάκια σου σαν μικρό κοριτσάκι σε anime.

Animal Collective – Fireworks
Εδώ τρέχουμε και κυλιόμαστε στα χορτάρια και γελάμε σαν βλαμμένοι. Απλά.

Fleetwood Mac – The Chain
Απαραίτητο όταν είσαι με παλιούς φίλους εκδρομή, και συνειδητοποιείς ότι παρόλες τις σκατίλες που περάσατε, τους αγαπάς τους μπούστηδες, damn them, και τους το εκδηλώνεις τραγουδώντας τους αυτό, χορεύοντας με τον έναν και πειράζοντας τον άλλον. Η άνοιξη είναι το κλείσιμο των παλιών rites of passage, η εκκίνηση νέων και καλύτερη μετάβαση από αυτό εδώ το τραγούδι δεν υπάρχει. Θέλω την παρέα μου κι έναν καταρράχτη. Χτες.

Saturnalia – Dreaming
Κι εκεί που ξαναματασυμφιλιωθήκατε και ματαξανααγαπηθήκατε, θα ακούσετε αυτό και θα καταλήξετε να στριφογυρίζετε σαν δερβίσηδες στο δάσος βομβαρδίζοντας με χαμογελόνια ο ένας στον άλλον. Με την ευχή μου και να μου φέρετε και μύγδαλα.



John Cale & Terry Riley – Ides of March
Ένα ασυνάρτητο, πιανιστικό συνονθύλευμα που σε κάνει να θες να χοροπηδάς όλη την ώρα, σαν να έχεις βάλει εκείνα τα παπούτσια που χορεύεις non-stop.

Led Zeppelin – Whola Lotta Love
Άνοιξη=αγάπη. Δεν το λέω εγώ. Το λένε τα λουλουδάκια που επικονιάζονται, τα πουλάκια που πετάνε και οι μελισσούλες που κάνουν βουμ-βουμ.





Ήταν μια κοινωνική προσφορά του Πούκα.

12 Φεβ 2010

Code Red

Έχω νεύρα σήμερα. Αυτό είναι κάτι πρωτότυπο και αξιοθαύμαστο, διότι τις πιο πολλές φορές η αρνητικότητα μού βγαίνει είτε σε γκρίνια (όπου πρήζω τα γεννητικά όργανα των γύρω μου - με μη ερεθιστικό τρόπο), είτε σε θλίψη (όπου δεν πρήζω τα γεννητικά όργανα κανενός, αλλά όποιος με δει θα τρομάξει, το οποίο είναι ακόμα χειρότερο).

Αλλά σήμερα έχω νεύρα, από τη στιγμή που τα υπέροχα, επιβλητικά ματόκλαδά μου αποκάλυψαν στους οφθαλμούς μου την πρωινή συννεφιά της πόλης. Ειδικά με τις 2-3 πρώτες γουλιές καφέ, συνειδητοποίησα με άγρια χαρά ότι το berserk mode ήταν πολύ κοντά. Μετά ήρθε κι ο παππούς, ο οποίος, βλέποντας ότι διαβάζω για τη μετάφραση, μα απαιτώντας, παρόλα αυτά, 1. να του φτιάξω τραχανά 2. ψητό κατσαρόλας, για να έχει να τρώει όσο θα λείπω το τριήμερο, ενώ ήδη του έχω κάνει κοτόπουλο λεμονάτο και 3. να μαζέψω τις καινούριες αποδείξεις και 5. να του βάλω πάλι κάρτα, γιατί ξέχασε να κλείσει το τηλέφωνο και του την έφαγε όλη, αποκάλυψε το μαγικό κουμπί του CODE RED.

Το κουμπί δεν πατήθηκε ακόμα, γιατί έχω μεγαλο άνθρωπο στο σπίτι και δε θέλω να χάσω τα νιάτα μου στη φυλακή ή στα νοσοκομεία. Αν ήμουν μόνη μου, θα ήταν αλλιώς. Θα έσπαγα όλα τα ψηλά ποτήρια με καρδούλες που υπάρχουν από την εποχή που ζούσε ακόμα η γιαγιά μου (μεγάλη ιστορία αυτά τα ποτήρια, τα θυμάμαι από μικρή, κι όταν είχα πρωτοέρθει είχαν μείνει μόνο τρία από αυτά και είχα πέσει σε κατάθλιψη γιατί τα είχα συνδέσει τόσο με τη γιαγιά και τα μικράτα μου στην Αθήνα. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα, γιατί σε μια “ανασκαφή” στα ντουλάπια της γιαγιάς, ανακαλύψαμε ότι είχε καμιά δεκαριά εξάδες ακόμα, το οποίο σημαίνει ότι θα πίνω το νερό μου και το χυμό μου σε ποτήρια με καρδούλες για τουλάχιστον πέντε χρόνια ακόμα. Τότε η νοσταλγία μετατράπηκε σε μια διαρκή υπενθύμιση του ψυχαναγκασμού της καρδούλας. .Σκεφτείτε το λίγο: να είσαι συνεχώς άτυχος στα γκομενικά σου και να πίνεις νερό σε ΠΟΤΗΡΙΑ ΜΕ ΚΑΡΔΟΥΛΕΣ ΓΙΑ 5 ΧΡΟΝΙΑ) και θα χοροπηδούσα σαν τρελός ινδιάνος μάγος επικαλούμενος τον Μανιτού, ξεσπώντας στο πιο άναρχο laughter banishment. ΄Ισως να έβαζα να παίξει και thrash metal. Ίσως και να έβγαινα στο μπαλκόνι και να τσίριζα ΠΟΥΤΣΕΣ ΜΟΥΝΙΑ ΑΡΧΙΔΙΑ ΚΩΛΟΙ ΓΑΜΙΕΣΤΕ ΠΑΤΩΚΟΡΦΑ.

Αλλά το γεγονός ότι δεν πατήθηκε ακόμα το code red κουμπί μού επιβάλλει να επιβάλλω τη λογική μου και την καλή μου ανατροφή. Οπότε περιορίζομαι στο να γράψω εδώ, απολαμβάνοντας την εξαιρετική ελευθερία του να έχεις χώρο να εκφράζεσαι όσο θέλεις χωρίς να βλάπτεις κανέναν.

Κι επειδή ο θυμός με κάνει πολύ κακιά, κι όταν γίνομαι κακιά έχω πλάκα, θα απαριθμήσω τις αφορμές που θα μου πατούσαν το code red κουμπί και θα γινόταν τση πόρνης, όπως θα λέω στην Κρήτη, όταν θα μετακομίσω γύρω στα σαράντα μου, φτασμένη indie cult etc etc συγγραφέας πλέον, για να μεγαλώσω τα παιδιά μου στο πράσινο, στον καθαρό αέρα και στην αγνή τσικουδιά.

Έχουμε και λέμε, λοιπόν, τις αφορμές για το code red κουμπί:


5. ΟΙ ΓΚΡΙΝΙΑΡΗΔΕΣ ΣΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ: Πας να κάνεις τη δουλειά σου, βιάζεσαι και θες να τελειώνεις. Έχει ουρά και στην ουρά περιμένουν άνθρωποι που έχουν έρθει να κάνουν τη δουλειά τους, βιάζονται και θέλουν να τελειώνουν. Εκεί πάντα θα είναι 2-3 γκρινιάρηδες μέχρι αηδίας, που θα αναστενάζουν σαν να έπεσε ο ουράνιος θόλος στην πλάτη τους σαν άλλοι Άτλαντες και θα κάνουν δηκτικά σχόλια. Ειδικά αν γίνει λάθος και κάποιος πάρει τη σειρά κάποιου άλλου, γίνεται πανδαιμόνιο, το οποίο μού θυμίζει λυντσάρισμα των έγχρωμων στην Αμερική. Ηρεμήστε λίγο. Όχι, ε; Ε τότε, χαίρομαι που δεν θα πάω σε δημόσιες υπηρεσίες σήμερα. Χαίρομαι που δε θα πάω σε δημόσιες υπηρεσίες σήμερα. Χαίρομαι που δε θα πάω σε δημόσιες υπηρεσίες σήμερα.

4. Ο ΒΛΑΜΜΕΝΟΣ ΣΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΞΕΝΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ: Όπως όλες οι τάξεις του κόσμου, έχουμε κι εμείς τον βλαμμένο μας. Δεν είναι nerd, δεν είναι geek, κατηγορίες οι οποίες δείχνουν τρομερό μυαλό, όπως και να ΄χει. Είναι απλά βλαμμένος. Έρχεται στο μάθημα και αναλίσκει το χρόνο όλης της τάξης δικτατορικά και ηλίθια, κάνοντας μόνο 2 πράγματα: 1. ρωτώντας ό,τι εξήγησε η καθηγήτρια πριν από μόλις δύο λεπτά, κάνοντας μετά μια συγκριτική γλωσσολογική ανάλυση, η οποία κάνει όλη την τάξη να χασμουριέται και να ρίχνει συνομωτικά βλέμματα και 2. λέει απαίσια, τρομερά, θανάσιμα κρύα αστεία, μετά από τα οποία γελάει μόνος του σαν μπαμπουίνος, κάνοντας όλους μας να ρίχνουμε βλέμματα απελπισίας και συμπαράστασης ο ένας στον άλλον. Αυτός ο τύπος με κάνει και φαντάζομαι πώς θα ήταν αν του πετούσα το μηχανικό μολύβι μου στο μάτι, με περισσή χάρη κι επιδεξιότητα, το οποίο θα έβρισκε διάνα. Πώς θα πήγαινα μετά να το τραβήξω, σαν Ινδιάνος πολεμιστής που στέκεται θριαμβευτικά πάνω από το λευκό, ανήμπορο πολεμιστή που μόλις τραυμάτισε, για να του πάρει το σκαλπ. Και άλλα πολλά τέτοια ωραία. Είναι πολύ τυχερός που είμαι τόσο ήρεμος άνθρωπος και αρκούμαι στο αβυσσαλέο του θάψιμο εδώ. Αλλά αν είχαμε μάθημα σήμερα..

3. Ο ΓΛΟΙΩΔΗΣ ΤΥΠΟΣ ΣΤΟ ΜΠΑΡ: Βγαίνεις να περάσεις καλά με τις φίλες σου και τσαααακ, με ευλυγισία κι επιδεξιότητα που θα ζήλευε και ο level 8 ξωτικορέηντζερ του πάρτυ μας στο RPG, χώνεται ανάμεσά σας. Συνήθως είναι άσχημος αλλά νομίζει ότι είναι ωραίος, είναι πανηλίθιος αλλά νομίζει ότι είναι πανέξυπνος και είναι ό,τι πιο γλοιώδες υπάρχει μετά το βάτραχο και τα σαλιγκάρια, αλλά νομίζει ότι παίζει το φλερτ στα δάχτυλα. Θέλει να σε κεράσει ποτό και να σε γνωρίσει, ενώ εσύ θες να σε κεράσει ποτό για να μην τον λούσεις με το δικό σου και πάνε τσάμπα τα λεφτά. Την τρώει ή δεν την τρώει τη γονατιά; Ευτυχώς για σένα, φίλε γλοιώδη τύπε στο μπαρ, έχω RPG σήμερα και δε θα βγω.

2. ΤΑ “ΨΑΓΜΕΝΑ” ΑΓΟΡΑΚΙΑ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΜΗ-ΣΧΕΣΗ: Η μη-σχέση είναι το καινούριο trend στους ψαγμένους κύκλους (μπλιαχ). Είναι χειρότεροι από την παραπάνω κατηγορία, όχι μόνο γιατί δεν κερνάνε (πού λεφτά για τέτοια), αλλά γιατί θα σου πουλήσουν ρομάντζο κι ευαισθησία και μετά θα το παίξουν ότι δεν είναι σε φάση, δεν έχουν χρόνο κτλ κτλ οπότε να βλέπεστε χαλαρά και σιγά-σιγά και δεν-ξερω-γω-τι-άλλο. Οπότε καταλήγεις να τραβιέσαι σε μια απροσδιόριστη φάση, και άμα τυ΄χει να είσαι λίγο ευαίσθητος και σε τελική επειδή είναι φυσιολογικό οι άνθρωποι να δένονται όταν περνούν χρόνο μαζί, αρχίζεις να δίνεις πράγματα χωρίς να παίρνεις τίποτα. Η τελευταία πρόταση συνοψίζει τέλεια τον ορισμό της μη-σχέσης (άσχετα αν είναι ξεκαθαρισμένο ή όχι απο την αρχή, χέστηκα ρε φίλε τι μου είπες στην αρχή, αν μετά από 4-5 μήνες συνεχίζεις να με βλέπεις δεν είναι λογικό να νομίζω ότι αλλάζουν τα πράγματα;) και όποιο εναλλακτικό βλαμμένο έρθει και μου πει τέτοιες μπαρούφες έφυγε με ευνουχισμό, ανασκολοπισμό και με το σκαλπ του να λείπει.

1. ΤΟ ΥΦΑΚΙ: Οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: Αυτοί που σε ακούνε και σου συμπαραστέκονται (παράδειγμα: “Και έπρεπε να το περάσεις μόνος σου όλο αυτό;”) και αυτοί που το παίζουν ιστορία, γιατί είναι ψαγμένοι στη ζωή, στα πάντα και στα κοάλα και ΞΕΡΟΥΝ (παράδειγμα: “Τόσο καιρό μου το λες και δεν το κάνεις”, “Εγώ στα έλεγα”, κτλ κτλ.) Ε, λοιπόν. Στη δεύτερη κατηγορία ανέχομαι να βρίσκεται μόνο η μάνα μου, όχι μόνο γιατί αυτή είναι όντως ιστορία και γαμάτη και ψαγμένη στη ζωή, στα πάντα και στα κοάλα, αλλά και γιατί είναι η μάνα μου και είναι ο μοναδικός άνθρωπος που έχει το δικαίωμα να με πρήζει με τέτοιες χαζομάρες, γιατί κι εγώ έχω κάθε δικαίωμα να της πω “ώχου ρε μάνα” και να μην παρεξηγηθούμε. Με όλα τα άλλα υφάκια, όμως, ειδικά όταν είμαι σε pre-redcode mode, παίζει πρόβλημα. Κοινώς, άσε τη σοφία σου παράμερα, άμα βλέπεις ότι o άλλος δεν την παλεύει, κι ας του τα έλεγες, κι ας μην ήταν συνεπής κτλ κτλ, και, ειδικά αν τον θεωρείς φίλο σου, δώστου λίγη αληθινή συμπαράσταση. Κι αν δεν μπορείς, take him/her out. Το “θα βγω να τα σπάσω” κάνει θαύματα.

Αυτά ήταν. Το code-red κουμπί ξανακρύφτηκε πάλι με τόσο γράψιμο και τόσο γέλιο. Κρίμα, γιατί μπορεί και να είχε πλάκα...



15 Σεπ 2009

Fairyτιρέ


“A fairy (also fay, fey, faery, faerie; collectively, "fae", wee folk, good folk, people of peace, fair folk, and other euphemisms) is a type of mythological being or legendary creature, a form of spirit, often described as metaphysical, supernatural or preternatural.”
(W.I. Keep – Idia, κορυφαίος στοχαστής επί παντός επιστητού-και-μη των αρχών του 21ου αιώνα)

“Το ρετιρέ ήταν μια εύθυμη τηλεοπτική σειρά του Mega Channel που προβαλλόταν την περίοδο 1990-92. . Είναι από τις σειρές που έχει ξεπεράσει κάθε ρεκόρ επαναλήψεων μιας και προβάλλεται κάθε καλοκαίρι.”
(άσχετο, αστοιχείωτο και πεταμένο website που τολμάει να ορίσει αντικειμενικά το Ρετιρέ και απο κάτω έχει σε βίντεο ΟΛΑ τα επεισόδια, απειλώντας τη δημόσια υγεία και υποβοηθώντας το σχέδιο των Ιλλουμινάτων να μας καθαρίσουν όλους και να κατακτήσουν τον κόσμο.)

“Να γραψεις μια ιστορια με γερασμενες νεραϊδες που ολο μανουριαζουν και κοπανιουνται και να την ονομασεις με καποιο πιασαρικο λογοπαιγνιο με το "Ρετιρε" και τη νεραϊδοχωρα “
(Ηλίας)


Μια καινούρια μέρα ξεκινάει στη Νεραϊδοχώρα. Καινούρια; Όχι! Ένα μικρό χωριό ξωτικών αντιστέκεται ακόμα στην επίθεση του κατακτητή Χρόνου. Κι αυτό είναι το Φεηριτιρέ.
Ο δρόμος στη Νεραϊδοχώρα είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, για να γλιστράνε καλύτερα τα σαλιγκάρια που σερνούν τις κολοκυθάμαξες, τα ταξί των ξωτικών. Να σαν αυτή εδώ, που κουνιέται πέρα δωθε. Κάτι γίνεται εκεί μέσα, και μάλλον δε θα έχει σχέση με την ασχολία του έρωτα. Όχι μόνο επειδή στο Φεηριτιρέ έχουν αποκυρήξει τη σαρκική διάσταση του έρωτα εδώ και καιρό, αλλά επειδή η πόρτα της κολοκυθάμαξας σκάει με δύναμη και έξω ορμάει η Κατερίνιελ, η περήφανη ξανθομαλλούσα banshee του Οικου του Γιασεμιου. Εργατική και κατά πολύ βάθος (τόσο βάθος που θα πνιγούμε) καλόκαρδη, η Κατερίνιελ ήταν το στολίδι του Ξωτικοχωριού στην πρώτη της νιότη. Τώρα, που είναι στην τέταρτη και βάλε, σκάει με δύναμη πόρτες κολοκυθάμαξας.

“Για να σου πω κυρρρρά μου!” φωνάζει στην άγνωστη επιβάτισσα, ορμάει μέσα, η κολοκυθάμαξα αστράφτει από σπίθες κεραυνόσκονης και κακών ξορκίων, και σε λίγο μια ταπεινή, σε μέγεθος πυγμαίου, νεραϊδούλα με τα ρούχα της κουρελιασμένα πετιέται έξω. Η Κατερίνιελ, αδιαφιλονίκητη νικήτρια του καυγά, ξανακλείνει την πόρτα και λέει στον σαστισμενο κολοκυθοταρίφα πού να την πάει.

Γυρνάει σπίτι της μετά από μια πολύ κουραστική μέρα στη δουλειά. Όπως και χτες, όπως προχτές, όπως αντίπροχθες. Η Κατερίνιελ δουλεύει, γιατί είναι Προστάτιδα Εστίας, καθότι, από τότε που πέταξε τον πρώτο και τελευταίο της Εραστή, τον Μίλταρον Παπάριαλ, από το παράθυρο του μανιταρόσπιτού της, αναγκάστηκε να βγει στη βιοπάλη για να θρέψει τη μάνα και την ανιψιά της.

Η Κατερίνιελ έχει υψηλό ποστο στο τελάλικο (γραφείο που οργανώνει τους τελάληδες της Νεραιδοχώρας) που εργάζεται, το “Νεραϊδόκοσμος Channel”, και όλοι οι εργαζόμενοι την σέβονται. Από τον νεκταρτζή Φοίβιαλ μέχρι την Ελένιελ, τη μοναδική νεράιδα με μουστάκι, κι από την φωνακλού Χαρούλιελ Πεπόνιελ μέχρι την Υψηλή Ξωτικίνα Κυρά Ζαχαροπούλιελ, η οποία λένε ότι είναι το δεξί χέρι της Βασίλισσας Τιτάνια.

Όχι βέβαια πως δεν υπάρχουν εντάσεις στη δουλειά. Όλο και κάποιο καυγά θα ξεκινήσει η Χαρούλιελ Πεπόνιελ γιατί ο Φοίβιαλ, άγαρμπος και με μάτια-κουμπότρυπες, την φλερτάρει τραβώντας της την ξανθιά κοτσίδα, ή η μυστακοφόρος Ελένιελ θα σιγοκλαίει γιατί ο Ιάσοναλ, ο άντρας που αγαπάει, ακούει συνέχεια τις συκοφαντίες της Μητρός του, Κυρίας Θάλειελ, η οποία καταφέρνει να στήσει πλεκτάνη με τον χαζούλη βοηθό του Ιάσοναλ, τον Άλκιαλ, για να μην αγοράσει δώρο στη γειτόνισσα αλλα απεναντίας να της χαρίσει κάτι που ήδη έχει πάρει ως δώρο και δεν χρησιμοποιεί.

Κάπου κάπου έρχεται στη δουλειά και ο Μίλταρον Παπάριαλ, ο πρώην εραστής της Κατερίνιελ, τη φλερτάρει, της ζητάει χρυσοσοκονονομίσματα, εκείνη δεν του δίνει, και τότε εκείνος πηγαίνει στα διαμερίσματα της Κυράς Ζαχαροπούλιελ, η οποία άλλοτε του δίνει, άλλοτε απειλεί ότι θα φωνάξει τους ξωτικόμπατσους.

Ναι, πολλά συμβαίνουν στη δουλειά, αλλά η Κατερίνιελ προτιμάει τον πόλεμο της εργασίας, παρά την αγάπη που δεν υπάρχει στην Εστία της. Η μητέρα της Κατερίνιελ, που το όνομα της δε βρίσκεται σε κανένα στίχο βάρδου, οπότε όλοι την ξέρουμε ως “Μαμάαααϊελ” ή “ΜΗΤΕΡΑ!ϊελ”, είναι μια ζαρωμένη, ξεθωριασμένη γυναίκα που ό,τι της λείπει σε μπόι το αναπληρώνει σε ζαβολιά. Σύμμαχό της έχει την Ειρήνιγουεν, η οποία ήρθε από το διπλανό ξωτικοχώρι και για αυτό μιλάει σε άλλη γλώσσα, αυτή των Νέων. Ανάμεσα στα δυο ξωτικοχώρια υπάρχει ένα απέραντο ΤΙΠΟΤΑ, που το λένε χάσμα γενεών, και για αυτό οι τρεις γυναίκες αδυνατούν να συνεννοηθούν μεταξύ τους, με αποτέλεσμα την απόπειρα εκ μέρους της Γιαγιάς “Μαμάαααϊελ” ή “ΜΗΤΕΡΑ!ϊελ” να πάθει καρδιακό επεισόδιο, πάντα ανεπιτυχώς, το κατέβασμα των μούτρων της Ειρινίγουεν και την κατάποση άπειρης βαλεριανόσκονης της Κατερίνιελ για να καλμάρει τα σμπαραλιασμένα νεύρα της.

Πού και πού η Κατερίνιελ αφήνει Εστία και Δουλειά, και κατεβαίνει το Δρόμο της Φραγκοσυκιάς για να ανταμώσει τον αγαπητικό της, τον Χρήσταλ. Ο Κύριος Χρήσταλ είναι ένας καλοκάγαθος καλλικαντζαράκος που συχνά παίρνει τη μορφή θαλάσσιου ελέφαντα, αρετή που η Κατερίνιελ θεωρεί άκρον άωτον καλοσύνης, μάλλον επειδή δεν έχει δει ντοκιμαντέρ στο Discovery Channel με αιματηρές μονομαχίες θαλασσίων ελεφάντων. Οι δυο αγαπημένοι ανεβαίνουν σε ένα αερόστατο και κάνουν βόλτες πάνω από το Φεηριτιρέ, ανταλλάσσοντας όρκους αιώνιας αγάπης ή μαλώνοντας για την μητέρα της Κατερίνιελ και/η την αδερφή του Χρήσταλ, την Αμάλιελ Ξυνίγουεν, η οποία είναι άσχημη σαν κάμπια σε εμμηνόπαυση και περνάει τον καιρό της τσιρίζοντας και πετώντας τσουκνίδες στους περαστικούς.

Προς το βράδυ, η Κατερίνιελ θα αποχαιρετήσει τον κύριο Χρήσταλ και θα γυρίσει σπίτι της, όπου θα μπλέξει ξανά σε έναν τιτάνιο καυγά με μητέρα και ανιψιά. Μέσα στην τιτανομαχία τους, δε θα προσέξουν ότι ο Χρόνος παγώνει και μένουν να κοιτούν το ίδιο σημείο στο Υπερπαραπέραν με γουρλωμένα μάτια και λυσσασμένα στόματα. Ούτε θα προσέξουν ότι η επόμενη στιγμή θα είναι πάντα η Χαρούλιελ Πεπόνιελ να σηκώνει το νεραϊδόφωνο γρυλίζοντας “ΝΕΡΑΙΔΟΚΟΣΜΟΣ ΛΕΓΕΤΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ”, με τον Φοίβιαλ να της κάνει τις πιθηκίσιες του χαρούλες. Όχι.

Οι μόνοι που το προσέχουν είναι δυο άνθρωποι, ο Δαλιανίδης και ο Στάλιν, οι μυστικοί αρχηγοί της μυστικής Οργάνωσης των Ιλλουμινάτων, οι οποίοι ένωσαν τις δυνάμεις τους και χρησιμοποιούν την ενέργεια που εκλύεται από το Πείραμα του Φεηριτιρέ για να κατακτήσουν τον κόσμο...

To τέλος της Αθωότητας

(Όλα ξεκίνησαν από εδώ.)

Τετάρτη πρωί, ξύπνησα νωρίς όλως τυχαίως, γιορτάζοντας το γεγονός ότι είναι η πρώτη μέρα μετά από ένα εξαντλητικό τριήμερο που ΔΕΝ ξύπνησα με χανγκόβερ. Επίσης, η πρώτη μέρα που δε βρήκα τίποτα περίεργο στην τσάντα μου (προχτές είχα βρει ένα μπουκάλι ρακή και χτες ένα κουτί μερέντα, όχι, δεν είναι κλεψιμέικα, περιμένω περίοδο, την έφοδο των Ρώσων, να μου χαλάσουν τα υδραυλικά, όπως διάολο το λέτε, οπότε ό,τι τύχαινε να λαχταρήσω μεθυσμένη, μπούκαρα στα χαζοκαβοψιλικαντζίδικα των εξαρχείων και το αγόραζα).

Αφού λοιπόν έτυχε να είναι νωρίς, να μην έχω κάτι να κάνω (ορθότερα, να μην θέλω να κάνω κάτι που έχω να κάνω, καθότι ό,τι μπορείς να κάνεις αύριο, απλά μην το κάνεις σήμερα), άρχισα να επιδίδομαι στην χαζή συνήθεια που έχουν όλοι οι συν-πλην-εικοσπεντάρηδες: να νοσταλγώ.

Παραδεξου το, φιλε αναγνώστη. Το έχεις κάνει κι εσύ. Έχεις περάσει άπειρες ώρες στο youtube να βλέπεις παλιές διαφημίσεις, να χαζολογάς με τους τίτλους έναρξης των Thundercats και των Χελωνονιτζακίων, και να ψάχνεις πώς λεγόταν εκείνο το παιχνίδι που έβλεπες στα σπίτια των φίλων σου (όχι επειδή στερήθηκες τα παιχνίδια, φυσικά, αλλά επειδή ΔΕΝ το είχες εσύ. Τα δικά σου τα ήξερες απέξω και ανακατωτά).

Γυρνάμε στο δικό μου τουρ νοσταλγίας. Μετά τους Φωτεινούληδες και τη Λιάνα Κανέλλη να διαφημίζει όσπρια, επεισόδια του Δις Εξαμαρτείν και την Μπαρμπι Δασκαλα Πορνοκατηχητικου, πέφτω στο εν λόγω βίδεο, το οποίο όλοι είχαμε λατρέψει, είχαμε τραγουδήσει (αρεμοφασάν, μπάι στα καμέλια όνιφό) και είχαμε προσπαθήσει να χορέψουμε.
ΤΗ ΛΑΜΠΑΝΤΑ.

Πήγαινα νηπιαγωγείο τότε, και όλοι είχαμε εκστασιαστεί. Τα κοριτσάκια, δηλαδή, γιατί τότε με τα αγοράκια δεν ασχολούμασταν, τα βλέπαμε σαν κάτι ουραγκοταγκάκια που τους έτρεχαν τα σάλια απο τις άναρθρες κραυγές που έβγαζαν όταν έπαιζαν ΤΖΗ ΑΪ ΤΖΟ και που πάντα κρατούσαν το πηρούνι με ΟΛΑ τα δάχτυλα ενωμένα. Όχι πως από τότε έχουν αλλάξει πολλά. Μόνο το ότι αυτοί έμαθαν να κρατούν σωστά το πηρούνι κι εμείς αρχίσαμε να ασχολούμαστε μαζί τους. Το αν αρχίσαμε να ασχολούμαστε μαζί τους επειδή έμαθαν να κρατούν σωστά το πηρούνι, η επιστήμη το ψάχνει ακόμα.

Τέλος πάντων. Όπως και να έχει, εμείς τα κοριτσάκια είχαμε χάσει το μυαλό μας με τη ΛΑΜΠΑΝΤΑ. Την χορεύαμε σε κάθε παιδικό πάρτυ. Σε κάθε μπαλνταφάν. Σε κάθε ευκαιρία. Όλες πρήζαμε τις μαμάδες μας να μας πάρουν τη “φούστα που κάνει σβούρα”, αγνοώντας το ξέκωλον του πράγματος, δηλαδή τα στρινγκ που φορούσαν οι Βραζιλιάνες του βίντεο στα δολοφονικά τους καπούλια. Ήμασταν τόσο αθώα ακόμα, τα καημένα. (Αν και πιστεύω ότι τα αγοράκια ήδη είχαν υποψιαστεί κάτι, το ένα τους κεφάλι είναι άπειρα εξυπνότερο από το άλλο, ειδικά όταν αιματώνεται. Από τότε πρέπει να έχουν εκείνη την εμμονή με τις μουλάτες.)

Μαζευόμασταν, λοιπόν, τα κορτσούδια, και μετρούσαμε την ποιότητα της φούστας και της σβούρας πολύ πριν τα πολυαγαπημένα μας αγοράκια αρχίσουν να μετρούν άλλα πράγματα. Και βλέπαμε και ξαναβλέπαμε το βίντεο, όλο αυτό το ανθρωπομάνι να χορεύει και να αγαπιέται, και το λαβ στόρι ανάμεσα στα δυο παιδάκια. Καθεμιά μας τους είχε εντάξει στον κόσμο της, ήταν φίλοι της, τους είχε δώσει και ονόματα.

Και τότε, κυρίες και κύριοι, φίλοι μου, κολλητές μου, συγγενείς μου, πρώην και μέλλοντες άντρες της ζωής μου, κι εσύ, ψυχολόγε μου, προσέξτε καλά: αυτό που θα σας πω εξηγεί πολλά για μένα.

ΤΟΤΕ ΕΠΗΛΘΕ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ ΜΟΥ.

Και από ποιον, παρακαλώ; Από την ίδια μου τη μάνα.

Η μάνα μου είναι και δεν είναι η κλασική Ελληνίδα μάνα. Είναι ψαγμένη, έχει τσαγανό, αλλά είναι και ευαισθητούλα. Είναι υπομονετική σαν βεδουίνος και όταν είναι στις καλές της, ο χειρότερος κάφρος. Δε θα σε κυνηγήσει να φας το αηδιαστικό μπαρμπούνι, αλλά θα σου πει ένα “αν δεν το φας, δε θα σηκωθείς από το τραπέζι, (πεντάχρονη) Δανάη” κι εσύ φυσικά ξέρεις ότι όσες μαλαγανιές να κάνεις και όσα κροκοδείλια δάκρυα και να ρίξεις, το μπαρμπούνι θα το φας, αλλιώς θα σε κατακεραυνώσει με το Βλέμμα του Μανιτού. Επίσης, είχε κι έχει ανοσία στις μαλαγανιές μου και τα κροκοδείλια μου δάκρυα. Όπως πρέπει να είναι μια μάνα, δηλαδή.

Έχουμε συνδέσει το τέλος της αθωότητας με παράδεισο, κόλαση, σεξ, άντρα, γυναίκα, σεξ, καλό, κακό, σεξ, Παλαιά Διαθήκη, Μαρκ Τουέιν, σεξ, Άγνοια, σεξ, Γνώση, σεξ, Απόγνωση (σεξ). Ξεχάστε τα. Ξεχάστε τα μήλα, τα φίδια και τα φύλλα συκής. Σας το λέω εκ πείρας. Στη δική μου περίπτωση, για το βιασμό της αθωότητάς μου ενεπλάκησαν μόνο ένα γαμημένο βίντεο, ένας πολιτικός και μια καφρίλα που πέταξε η μάνα μου ξεκαρδισμένη από τα γέλια.

Σας είχα πει, στο νηπιαγωγείο είχαμε βγάλει ονόματα στα παιδάκια του ΛΑΜΠΑΝΤΑ. Είχα βρει δυο πολύ ταιριαστά (έτσι νόμιζα, αθώα γαρ) και έκανα το λάθος να το εμπιστευτώ στη μάνα μου, μια φορά που την είχα υποβάλει στο μαρτύριο του να δει το βίντεο της ΛΑΜΠΑΝΤΑ μαζί μου για καμιά δεκαριά φορές συνεχόμενα:

“Το κοριτσάκι είναι όμορφο και ξανθό και το λένε Ζωή. Το αγοράκι είναι δυνατό και γελαστό και το λένε ΕΒΕΡΤ.”
Κάπου εκεί ξεσπάει η καταιγίδα των χαχανητών της μητέρας μου. Πάντα καμάρωνε για το έξυπνο κι ευφάνταστο παιδάκι της. Όλα έδειχναν ότι έχει καλλιτεχνική φλέβα, ίσως να γινόταν συγγραφέας μια μέρα.
Αλλάζει κανάλι. Έχει ειδήσεις. Τότε, '89 με '90, μαντέψτε ποιος είχε την τιμητική του μερίδα στην πίτα της επικαιρότητας.
“Αυτός είναι ο Έβερτ, μανάρι μου" λέει η μάνα μου ακόμα ξεκαρδισμένη. Κι εγώ, αντί για το γλυκό παιδάκι που τρέχει στην παραλία να βρει το κοριτσάκι του και να χορέψουν γελώντας ΛΑΜΠΑΝΤΑ, βλέπω έναν γουρουνόμορφο γέρο που με κοιτάει μέσα από την τηλεόραση και μου φωνάζει για οικονομίες και μέτρα και κυβερνήσεις.

Δε θυμάμαι τι έγινε από εκεί και πέρα. Αρχίζει και γυαλίζει το μάτι μου, σαν του Γκρέγκορι Πεκ όταν πάθαινε λαλά στο Spellbound του Χίτσκοκ.
Τα συμπεράσματα δικά σας, γιατρέ.

7 Σεπ 2009

Ο Dylan και τα φωσφοροσκούληκα

Έφτιαξα, λοιπόν, το blog, και πιστεύω ότι βγήκε αξιοπρεπές, αν όχι όμορφο. Αν περιμένατε κάτι πιο νεραϊδίστικο, θα σας απογοητεύσω – αφενός τα μισά λινκ που είχα για τις νεράιδες είναι νεκρά (ζωή σε λόγου μας, κι ας μη μας κέρασαν κόλλυβα) και βαριέμαι να τα ξαναψάχνω. Αφετέρου, αν ψάξετε για νεράιδες θα τα βρείτε σκούρα: θα σας κάνουν το βίο αβίωτο και θα γουστάρουν κι από πάνω: θα σας χαλάνε το πλυντήριο και όταν βάζετε μπουγάδα θα σας ρίχνουν από τα χέρια τη λεκάνη με τα βρωμόνερα, θα σας κλέβουν τα ταίρια των ριγέ καλτσών, για να μοιάζετε (ακόμα πιο πολύ) με παρτσακλό, θα δίνουν εντολές στα περιστέρια να μη φύγουν από το μπαλκόνι σας αν δεν το κάνουν πρώτα σαν γλυπτό μοντέρνας τέχνης από πουλόσκατα... Ε, όχι, όσο περνάει από το χέρι μου οφείλω να σας προστατέψω. Ignorance is bliss καμιά φορά, ειδικά όταν πρόκειται για υπερκινητικά, σαρδόνια, κακομαθημένα πλασματάκια.

Οχι. Αυτή η βερσιόν είναι λιγότερο παραμυθένια. Ίσως επειδή μεγάλωσα. Ίσως επειδή κουράστηκα. Ίσως επειδή βαρέθηκα. Ίσως επειδή δεν είμαι εγώ, με έχουν απαγάγει οι νεράιδες και με κρατούν φυλακισμένη στη νεραϊδοχώρα, όπου με έχουν ως το guinea pig τους για σατανικά πειράματα ή ως σκεύος των άνομων ηδονών τους, ή και τα δυο, και οι λέξεις που διαβάζετε γράφονται από το χτικιάρικο, κακομούτσουνο και μοχθηρό changeling που πήρε τη θέση μου (λες και θα προκόψει).

Το μόνο παραμυθένιο που έμεινε είναι ο στίχος του Dylan Thomas, του πιο υπεργαμάτου ποιητή που έβγαλε ποτέ η Ουαλία: αλαφροϊσκίωτος από τη μια λόγω κελτικής καταγωγής, ζορισμένος από το αποστειρωμένο καθολικό του backround από την άλλη, αλκοολικός (το αναπόφευκτο αποτέλεσμα) και πέρα για πέρα τρυφερός, ο καλός μας Dylan, επηρέασε κατά μεγάλο βαθμό έργα μεταγενέστερων.

Out of confusion, as the way is,
And the wonder, that man knows,
Out of the chaos would come bliss.”

Πες μου. Πες μου πώς να μην ανατριχιάσω όταν διαβάζω τρεις – τρεις, γαμώτο – στίχους που απεικονίζουν τον Κόσμο σαν φωτογραφία πυροτεχνήματος.

Ή το άλλο, εδώ που θέλω να σταθώ, γιατί άλλα λέω κι άλλα σάς έταξα στον τίτλο του post:

And, broken ghosts with glow-worms in their heads,
The things of light
File through the flesh where no flesh decks the bones
(από το “Light breaks where no sun shines”)

Φαντάσματα με πυγολαμπίδες στα κεφάλια τους. Απλά οπτικοποίησέ το. Απλά.

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Τώρα που ανατρίχιασατε και τώρα που ανατρίχιασα, ας αλλάξουμε ύφος γιατί παρασοβαρέψαμε, κι ας πάμε σε κάτι πιο nerdy.

Πριν είπα “πυγολαμπίδες στα κεφάλια τους”. Κι όμως, είναι λάθος. Όχι για τεχνικούς λόγους – για βιολογικούς.
Δεν το ήξερα αυτό, νόμιζα ότι glow-worm, όπως και firefly, είναι η πυγολαμπίδα. Αλλά δεν είναι έτσι.
Η φίλη μου η Ινκυνέμπουλα, φοβερή σκιτσογράφος και nerd της ζωολογίας, της εντομολογίας, και της φύσης γενικότερα, με πληροφόρησε ότι οι πυγολαμπίδες (fireflies) πετάνε, και μάλιστα μόνο το αρσενικό. Αντιθέτως, τα glow-worms, δεν πετάνε, αλλά έρπουν. Το δηλώνει και το δεύτερο συνθετικό του ονόματός τους, εξάλλου.

Με λίγη έρευνα ανακαλύπτω ότι η Ίνκυ έχει δίκιο (όπως πάντα, ειδικά όσον αφορά τα έντομα και τα anime): Το glow-worm είναι κοινό όνομα διάφορων ομάδων εντόμων, και μάλιστα της προνύμφης τους ή του θηλυκού κάποιων ειδών σκαθαριών, που έχει προνυμφιακή μορφή (τέτοια είναι μάλιστα και η περίπτωση της πυγολαμπίδας).

Και εκεί ξενερώνω, γιατί καταρρίπτεται μια πολύ ρομαντική εικόνα που είχα στο μυαλό μου από μικρή: τις πυγολαμπίδες να ζευγαρώνουν χορεύοντας στον αέρα.

Όχι. Οι πυγολαμπίδες το κάνουν στη γη. Το θηλυκό φωσφορίζει και περιμένει με ανοιχτά τα πόδια, το αρσενικό φωσφορίζει και στέλνει μια απάντηση, το θηλυκό ξαναφωσφορίζει και απαντάει στο αρσενικό, το αρσενικό κατεβαίνει φωσφορίζοντας και τσου-τσουπ γίνεται η δουλειά, κατάχαμα και χωρίς πολλά-πολλά. Αν φωσφορίζουν την ώρα που το κάνουν, δεν το γνωρίζω. Αλλά φαντάζομαι πως όχι, τσάμπα τόση ενέργεια;

Άλλο ζήτημα: πώς στο καλό μεταφράζεται η λέξη glow-worm στα ελληνικά; Σε μια μετάφραση του ποιήματος το είχαν αποδώσει ως “φωτοβόλα σκουλήκια”. Ταιριάζει πολύ με το ύφος γραφής του Thomas, δεν αντιλέγω. Αλλά πιο συνοπτικά; Φωσφοροσκούληκα, ας πούμε. (Και κάπου εδώ τρίζουν τα κόκαλα του Dylan).

Αυτά. Σας αποχαιρετώ με το ηθικό δίδαγμα – ignorance is bliss, και τούτο γιατί άλλη γοητεία έχει η εικόνα ενός φαντάσματος με πυγολαμπίδες να χορεύουν με περίσσια χάρη γύρω του, κι άλλη το ίδιο φάντασμα με το κεφάλι του παστωμένο από φωσφοροσκούληκα: μου θυμίζει τον Λίτο τον Ατρείδη Νουμεροδύο, που έγινε κολάζ από αμμοπέστροφες. Μπλιαχ.

Ορίστε και λίγος Dylan μελοποιημένος από έναν άλλο μεγάλο μου έρωτα, τον John Cale:

30 Αυγ 2009

Aχ.

Λένε ότι οι Κυριακές είναι μέρες ράθυμες, για μας. Μέχρι και ο Θεός, κατά τας Γραφάς, την έβδομη μέρα παράτησε ό,τι έφτιαξε ως τότε, το θαύμασε για λίγο (“τι έκανα πάλι, ο πούστης!”) και πήγε στο καφενείο να παίξει πρέφα με τον Γαβριήλ, το Μιχαήλ και το Άγιο Πνεύμα.
Μάλλον εκεί ξεχάστηκε και έμειναν κάποια πράγματα μισοτελειωμένα (π.χ. τα φτερά των πιγκουίνων ή η ουρά του ανθρώπου) αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία και φυσικά δεν έχω ούτε τα θρησκειοκοσμολογικά προσόντα (ευτυχώς!) ούτε διάθεση να την διηγηθώ. Μένουμε στο γεγονός ότι οι Κυριακές είναι μέρες δικές μας.

Ξυπνάω λοιπόν κατά τις εννέα το πρωί – το πρωινό ξύπνημα μού έχει μείνει από τη δουλειά κι έχει πλάκα) – πίνω στα γρήγορα (το πιστέψατε, ε;) το καφεδάκι μου και ξεκινάω φασίνα. Τρεις ώρες μετά κι αφού μου είχε φύγει η μέση, φτιάχνω ένα μίνι θερμοκήπιο για τα καινούρια μωρά μου, μέντα και βασιλικό, οργανικά παρακαλώ.

Πάει κι αυτό. Έχω κι άλλη όρεξη. Θέλω να κάνω πράγματα σήμερα, πώς το λένε; Τουλάχιστον μέχρι τις 5, που θα πήγαινα για καφέ με το Μάικ, έτερο δυνάμει γραφιά (όταν τελειώσουμε τα βιβλία μας τότε θα λέμε ότι είμαστε δυνάμει συγγραφείς, όταν τελειώσουμε και το τρίτο βιβλιο, ναι, ίσως και να είμαστε συγγραφείς) στα Εξάρχεια.

Αποφασίζω να πλέξω κάτι. Έχω καιρό να πλέξω κάτι κι αυτό τον καιρό έχω γενέθλια. Όχι εγώ, δηλαδή, φίλοι μου έχουν γενέθλια και ως εκ τούτου πρέπει να βρω δώρο. Αλλά γιατί να βρω δώρο όταν μπορώ να φτιάξω κάτι καλύτερο, με μεράκι και αγάπη;
Απλώνω τα κουβάρια μαλλί στο κρεβάτι και αποφασίζω χρωματικούς συνδυασμούς. Βγαίνουν στο μυαλό μου κάτι σχέδια τρελά. Παίρνω φόρα και...
...συνειδητοποιώ ότι δεν έχω βελονάκια. Δεν είναι στα κουβάρια. Άφαντα.
Ε δεν πειράζει, θα είναι στο σεντουκάκι, λέω χαμογελώντας.

Αμ δε.

Να μην τα πολυλογώ, ξέρετε τι γίνεται όταν χρειάζεσαι κάτι απεγνωσμένα και δεν είναι εκεί που θα έπρεπε να είναι. Κάνεις όλο το σπίτι λίμπα και δεν το βλέπεις πουθενά, και ξέρεις ότι θα το βρεις σε ανυποψίαστο χωρόχρονο, όταν πια δε θα το έχεις ανάγκη. Σαν να άνοιξε η γη και να το κατάπιε, σαν να έκαναν τα ξωτικά έφοδο στο σπίτι όταν κοιμόσουν και στο απήγαγαν.
Η μαλακία είναι ότι δεν υπάρχει ούτε σημείωμα που να λέει: “Τάδε η ώρα στο τάδε μέρος, με 20 μπισκότα βουτύρου, γνήσια, σημαδεμένα και αφάγωτα”. Φυσικά, θα πείτε, δεν υπάρχουν ξωτικά, πόσο μάλλον για να κλέψουν τα δικά σου τα βελονάκια.
Δε θα πάω κόντρα στην άποψή σας αυτή, δημοκρατία έχουμε. Δε με ενδιαφέρει κιόλας. Αυτό που με καίει είναι πού στο Νυαρλαθοτέπ είναι τα βελόνια μου.

Σταματάω να ψάχνω κατά τις 3, όταν έχω πλέον αποφασίσει ότι πιο εύκολη είναι η αναζήτηση της Άγνωστης Καντάθ από των βελονιών μου. Στο μεταξύ έχει σκάσει και μήνυμα από το Μάικ ότι είναι πολύ κουρασμένος από τη δουλειά οπότε να τα πούμε αύριο.

Πανέμορφα. Έχω ακόμη μισή Κυριακή δική μου, αλλά όχι βελόνια, ούτε βόλτα. Όπως φαίνεται, το “β” δεν είναι το γράμμα μου σήμερα. Ελπίζω να μην τύχω στο διάβα του Βι του Βεντέττα. Θα με κάνει Βιενέττα. Εκείνο το παγωτό της ΕΒΓΑ που τρώγαμε την εποχή των δεινοσαύρων κι έκανε ΚΡΑΤΣ ΚΡΑΤΣ στο στόμα.

Κάπου δω σταματάνε οι συνειρμοί, γιατί θα το κάψω. Πάω να σκεφτώ τι θα κάνω την υπόλοιπη μέρα μου. Εσείς, καμαρώστε τα χαϊρια μου:



(Tο DIY θερμοκήπιο. Αριστερά η μέντα, δεξιά ο βασιλικός)

2 Ιουν 2009

Περί φιλιών και νεραϊδών...

“"I think it's perfectly sweet of you," she declared, "and I'll get up again," and she sat with him on the side of the bed. She also said she would give him a kiss if he liked, but Peter did not know what she meant, and he held out his hand expectantly.
"Surely you know what a kiss is?" she asked, aghast.
"I shall know when you give it to me," he replied stiffly, and not to hurt his feeling she gave him a thimble.
"Now," said he, "shall I give you a kiss?" and she replied with a slight primness, "If you please." She made herself rather cheap by inclining her face toward him, but he merely dropped an acorn button into her hand, so she slowly returned her face to where it had been before, and said nicely that she would wear his kiss on the chain around her neck. It was lucky that she did put it on that chain, for it was afterwards to save her life.”


................................................................................


"And I know you meant to be kind," she said, relenting, "so you may give me a kiss."
For the moment she had forgotten his ignorance about kisses. "I thought you would want it back," he said a little bitterly, and offered to return her the thimble.
"Oh dear," said the nice Wendy, "I don't mean a kiss, I mean a thimble."
"What's that?"
"It's like this." She kissed him.
"Funny!" said Peter gravely. "Now shall I give you a thimble?"
"If you wish to," said Wendy, keeping her head erect this time.
Peter thimbled her.”


................................................................................



"You see, Wendy, when the first baby laughed for the first time, its laugh broke into a thousand pieces, and they all went skipping about, and that was the beginning of fairies."






(J.M. Barrie's "Peter Pan and Wendy". Μπορείτε να το βρείτε ηλεκτρονικά ΔΩΡΕΑΝ εδώ, αν και θα σας συνιστούσα να ψάξετε την υπέροχη, μεταφρασμένη στα ελληνικά έκδοσή του από τον Πατάκη.)

26 Απρ 2009

Και τώρα λίγη μυθολογία

“Μια φορά κι έναν καιρό ήσαν δύο αδερφές: Η Έρις και η Ανέρις.

Η Έρις ήτο λυγερή, ωραιοτάτη και φωσφορίζουσα, με κόμη μακριά, εναλασσόμενη σε κάθε χρώμα της ίριδας, με συχνότητα τρία μωβ, δύο κίτρινα και τέσσερα πρασινοπορτοκαλί ανά δευτερόλεπτον. Εις τη μία της χείρα (που κάθε τρία κλάσματα δευτερολέπτου ήτο η δεξιά και κάθε πέντε η αριστερή), εκρατούσεν έν χρυσούν μήλον, εις το οποίον κατοικοέδρευεν εις χρυσός σκώληξ (αμφισβητείται εαν το όνομα αυτού ήτο Σαη-Χουλούντ) και εις την άλλην της χείραν (που κάθε τρία κλάσματα δευτερολέπτου ήτο η αριστερή και κάθε πέντε η δεξιά) έν ευμεγέθες Γιο-γιο, το οποίο εκινείτο με ακανόνιστον περιοδικότηταν, χτίζοντας εις την ανοδικήν αυτού πορεία Σύμπαντα, τα οποία και εκαταστρέφοντο εις την καθοδικήν πορείαν αυτού.

Η Ανέρις, ως πλήρης αντίθεσις της αδελφής αυτής, ήτο δύσκαμπτος, ασχημοτάτη και ξεθωριασμένη, με κόμη επίσης μακριά, η οποία όμως δεν ενάλλασσε χρώματα, αντ' αυτού έμενε κολλημένην εις μίαν θαμπήν, γκρίζαν απόχρωσιν. Εις τη μία της χείρα κρατάει μιαν σφυρίχτραν και εις την άλλην δημόσια έγγραφα τυλιγμένα με κόκκινην ταινίαν. Με τα όργανα αυτά η Ανέρις οργανώνει τα Σύμπαντα στο ενδιάμεσο των ζενίθ και ναδίρ της πορείας του Εριστικού Γιο-Γιο, μετά, δηλαδή, την δημιουργίαν των Κόσμων και μέχρι του σημείου της καταστροφής των. Επιπλέον, με το φύσηγμα της σφυρίχτρας γεννά φνορδς, άυλα πλάσματα τα οποία στοχεύουν στην καταστολή της Εριστικής δραστηριότητος.

Βλέπομεν, λοιπόν, τον ρόλον των δύο αδελφών: Η Έρις είναι η Δημιουργός και Καταστροφέας των Πανταχού Κόσμων, ενώ η Ανέρις η Θεμελιώτρια των Συστημάτων και Της Τάξης.
Υποστηρίζεται από μίαν μεγάλην μερίδαν ερισιανών αν-οργανώσεων πως η Έρις είναι μόνον δημιουργός και οι Καταστροφές προκαλούνται από τη Σφυρίχτρα της Ανέριδος, ωστόσο πρόκειται δια μιαν θεωρίαν εντόνως αμφισβητουμένην.”


(απόσπασμα από την “Παγκόσμια Σουπερ-Ουαου Μυθολογία Του Κόσμου Που Ολοι Θα Επρεπε Να Γνωριζουμε Αλλα Αντ' Αυτού Μαθαινουμε Θρησκευτικά” (συγγρ. Γιόγκι Ροβέρτος Βρασερίζι, εκδ. Φεξέμου και Γλιστρίσα, Λίμνη Ingolstadt, 1969)

1 Νοε 2008

Η πολυπόθητη στιγμή

Όταν ένιωσα εκείνη την αίσθηση έλλειψης βαρύτητας, κατάλαβα ότι είχε έρθει η πολυπόθητη στιγμή. Η στιγμή που το σακουλάκι θα άνοιγε και θα εκπληρώναμε με τους συντρόφους μου το σκοπό της ύπαρξής μας: να φαγωθούμε.

Είναι ύψιστη τιμή να φαγωθείς αν είσαι τρόφιμο, πόσο μάλλον αν είσαι στραγάλι. Στους νεότερους χρόνους είμαστε οι πιο καταφρονημένοι μεταξύ των όσπριων και των ξηροκαρπίων. Σπάνια πια ο κόσμος τρώει ρεβίθια και η ψημένη, αλατισμένη εκδοχή τους, δηλαδή εμείς, είναι αυτή που απομένει πάντα αφάγωτη στο μπολ με τους ξηρούς καρπούς, όταν κάποιος πίνει το ποτό του.

Κι όμως, η μεγάλη μέρα είχε φτάσει. Κάποιος μας είχε αγοράσει και μάλιστα με λαχτάρα, γιατί απομακρυνθήκαμε πολύ γρήγορα από το μαγαζί και βγήκαμε στον έξω κόσμο.

Τι ήλιος! Τι ουρανός! Τι εξαίσια, γλυκιά ημέρα για να φαγωθείς! Στο σακουλάκι επικρατούσε μια ατμόσφαιρα θριάμβου: όχι, δεν ήταν μέρα θανάτου, ήταν μέρα γιορτής. Είχαμε ήδη αρχίσει να ονειρευόμαστε το κρυστάλλινο μπολ που θα μας φιλοξενούσε, τα απαλά ακροδάχτυλα που θα μας αιχμαλώτιζαν γλυκά, την ανάβαση προς το στόμα… Έπειτα, το υπέροχο ανακάτεμα με κάποιο εκλεκτό ουίσκι ή κονιάκ στον ουρανίσκο και, τέλος, το θρυμμάτισμά μας από δυο σειρές αλαβάστρινα δόντια και το ταξίδι μας στο πεπτικό σύστημα, όπου θα γινόμασταν ένα με το αίμα και θα οπλίζαμε τον οργανισμό με φυτικές ίνες, σίδηρο, και όλες τις άλλες θρεπτικές μας ουσίες.

Μπορείτε να φανταστείτε την απογοήτευση και τον τρόμο μας όταν ακούσαμε τις σφυρίχτρες, τα τύμπανα και τον ήχο όλων εκείνων των ποδιών που βημάτιζαν ρυθμικά. Ήμασταν σε παρέλαση! Το όνειρό μας εξανεμίστηκε και τη θέση του πήραν η ντροπή και η απόγνωση. Τι εξευτελισμός! Τι οικτρός θάνατος που μας περίμενε, χωρίς τιμή, χωρίς δόξα!

Το σακουλάκι μας άνοιξε με μια κίνηση, τόσο δυνατή που δημιούργησε ένα μεγάλο σκίσιμο και αρκετοί από τους αδερφούς μου έπεσαν στο έδαφος. Με τόσο πλήθος γύρω μας, το τέλος τους ήταν αρκετά κοντά: αργά ή γρήγορα κάποιος θα τους πατούσε. Κι ευχήθηκα να ήμουν κι εγώ εκεί κάτω μαζί τους, να τελείωνε το μαρτύριό μου μια ώρα αρχύτερα.

Η ώρα περνούσε κι ένας-ένας τα αδέρφια μου άφηναν το σακουλάκι. Πολλές φορές και τρεις-τέσσερις μαζί. Ώσπου ήρθε κι η σειρά μου.
Τα δάχτυλα με έπιασαν, με ύψωσαν πάνω από το σακουλάκι, με πέταξαν στον αέρα. Ένιωσα τον άνεμο να με δέρνει αλύπητα κι ευχήθηκα να μπορούσα να πάθω ανακοπή, πράγμα αδύνατο, γιατί ως όσπριο δεν έχω καρδιά. Ήμουν εκεί, ακόμα ζωντανός, να διαγράφω πετώντας την τροχιά που καθόρισε το χέρι του εκτελεστή μου.

Ξαφνικά όλα σκοτείνιασαν και βρέθηκα σ’ ένα μέρος σκοτεινό και ζεστό. Οι ήχοι της παρέλασης υποχώρησαν κι αντικαταστάθηκαν από ένα ρυθμικό, υπόκωφο χτύπημα: τον παλμό μιας καρδιάς. Μετά από λίγη ώρα διαπίστωσα ότι βρισκόμουν ανάμεσα σε δυο βουναλάκια κι ότι ένα υφασμάτινο φράγμα συγκρατούσε την πτώση μου προς το έδαφος. Τότε κατάλαβα ότι είχα προσγειωθεί στο σουτιέν ενός κοριτσιού.

Η αίσθηση του στήθους μιας γυναίκας ίσως να αποτελεί τη μέγιστη φαντασίωση για τους ανθρώπους, αλλά για εμάς τα στραγάλια είναι κακό σημάδι. Η ιστορία και η πείρα έχουν αποδείξει πολλάκις ότι τα θηλυκά του είδους homo sapiens είναι πιο σιχασιάρικα από τους αρσενικούς ομοφύλους τους. οι οποίοι κάνουν πολύ λιγότερες διακρίσεις στην τροφή τους και στον τρόπο απόκτησής της. Κοινώς, η τελευταία μου ελπίδα να φαγωθώ εξανεμίστηκε.

Και φυσικά, τα πράγματα έγιναν όπως τα περίμενα. Μετά από λίγη ώρα ένιωσα δυο δάχτυλα να με ψαχουλεύουν, τα οποία στη συνέχεια με αιχμαλώτισαν, με σήκωσαν και, μ’ ένα επιφώνημα σιχασιάς κι αγανάκτησης, με πέταξαν στην άκρη του δρόμου, πάνω σε κάτι που έμοιαζε με πλέγμα κι από κάτω ξεχυνόταν το απόλυτο σκοτάδι: στον υπόνομο.

Βρίσκομαι ως τώρα εδώ και μάλλον θα παραμείνω κολλημένος για αρκετό χρονικό διάστημα, τουλάχιστον μέχρι να δημιουργηθεί κάποιου είδους ρεύμα, καθότι στερούμαι της δυνατότητας να κινηθώ αυτόνομα. Ωστόσο, η διαμονή εδώ έχει και τα καλά της: βρήκα αρκετά ξαδέρφια μου από πολλά διαφορετικά σακουλάκια, κι όλοι έχουμε κάποια ιστορία να πούμε για εκείνη τη φρικτή ημέρα της παρέλασης. Επίσης, τριγυρνούν πολλοί πεινασμένοι αρουραίοι και ίσως, μια μέρα, ποιος ξέρει; Να έρθει η πολυπόθητη στιγμή…

24 Οκτ 2008

Στους πλατύποδες

Ο τίτλος του post είναι η απάντηση στην ερώτηση "πού στο διάολο είσαι".
Μου φανερώθηκε σαν θαύμα σε ένα όνειρο που είδα σήμερα το πρωί, σε μια φάση "προσπαθώ να ξυπνήσω-άσε με λίγο ακόμα- λίγο ακόμα πληηηηηζ - λίγοακόμαγαμώτο" και ήταν ως εξής:

Ήμουνα με το φίλο μου (ας τον λέμε Dylan γιατί υπάρχει πάνω του κάτι ποιητικό και λεπτό, σχεδόν μουσικό, σαν να ήταν μυστικιστής ποιητής του προηγούμενου αιώνα) και είχαμε υιοθετήσει έναν πλατύποδα. Ναι, αυτά τα περίεργα ζωάκια τα αυστραλέζικα που έχουν κάτι από πάπια και κάτι από κάστορα, και είναι τα μόνα θηλαστικά που γεννούν αυγά.

Τον είχαμε βάλει να κάθεται πάνω σε ένα καναπέ και κουνούσε την ουρά του κάνοντας πακ-πακ, κι αναρωτιόμασταν τι στο διάολο μπορεί να φάει για να μη μας ψοφήσει της πείνας, καθότι είναι κι εξωτικό το πουλόζωο. Τότε κάνει ντου ένας "κακός" και πάει να τραβήξει το σεντόνι κάτω από τον πλατύποδα για να τον ρίξει κάτω, ο οποίος είχε στο μεταξύ γεννήσει και κάτι αυγά (ο πλατύποδας, όχι ο κακός).

Τα παίρνω κρανίο, ορμάω με ένα two-handed staff, σαν αυτά με τα οποία ξεκινάει το party στο Icewind Dale, να δείρω τον κακό και τον βαρούσα στο κεφάλι. Φυσικά ο κακός, ως κακός, δεν ένιωθε τίποτα και με χλεύαζε. Τα παίρνω ακόμα περισσότερο με το θράσος του κακού και αρχίζω και τον ρωτάω: "Από πού κι ως πού την είδες κακός; Νομίζεις ότι είσαι όμορφος σαν τον Dracula? Ή πιο έξυπνος από τον Hannibal Lecter? Γελοίε, ε γελοίε". Και συνέχιζα να του τις ρίχνω.

Κάπου εκεί ξύπνησα από τα γέλια οπότε δεν ξέρω να σας πω αν κατάφερε να σωθεί η πλατυποδοοικογένεια. Η διάγνωση, βέβαια, της μητρός μου είναι ότι είμαι πολύ αγχωμένη, εξού και τα βίαια όνειρα. Όχι πως χρειαζόμουν να δω ξυλίκι στον ύπνο μου για να το καταλάβω. Η Αθήνα δεν είναι παιδική χαρά και δε θεωρούμαι και από τα πιο δραστήρια άτομα. Συμπέρασμα: έχω ψιλοπελαγώσει. Χάνομαι κάπου ανάμεσα σε ένα τεράστιο για ένα άτομο σπίτι, μαθήματα, διαβάσματα, "things-to-do", και, γαμώτο, δεν υπάρχει μια μέρα που να μην έχω να κάνω ΤΙΠΟΤΑ, γιατί, ακόμα κι αν τυπικά δεν έχω τίποτα, όλο και κάτι θα προκύψει. Και με ενοχλεί.

Πού θα πάει, όμως. Θα συνηθίσω... Φαντάζομαι.

24 Ιουν 2008

Bεντάλιες.

Ήταν, νομιζω, πριν κανα δεκαήμερο, όταν βολτάραμε με τη φίλη μου τη Νουάρ (ας την πούμε έτσι, γιατί τρελαίνεται για τα φιλμ νουάρ και γενικά ό,τι συνδυάζει σκονισμένη εικόνα, καμπαρντίνα, βροχή, φονικά και πολύ, πολύ τσιγάρο) στην Ερμού. Ήθελα να πάρω μια τσάντα μεγάλη, να χωράει όλο το writer's kit, τετραδιάκια, μολύβια, φωσφορομαρκαδοράκια, τη φωτογραφική μηχανή κτλ κτλ.

Εντοπίζω την τσάντα, παμε να πληρώσουμε, το μάτι μου πέφτει σε μια μικρή βεντάλια. Όχι κάτι το ιδιαίτερο, χάρτινη ήταν, κινέζικου στυλ με κάτι δέντρα και κάτι πουλάκια που πετούσαν, δεν είχα ποτε ιδιαίτερη σχέση με τις βεντάλιες, αλλά εκείνη τη στιγμή το χέρι μου πήγε ακριβώς πάνω της.

Στο δρόμο για το σπίτι έκανε άπειρη ζέστη, βγάζουμε με τη Νουάρ τις βεντάλιες μας, τσάκα-τσούκα, τσάκα-τσούκα, μάς άρεσε το feeling, ταξιδέψαμε, γίναμε δυο δεσποινίδες λεπτεπίλεπτες του παλιού καιρού, τότε που ήταν της μόδας να χαστουκίζεις με αρωματισμένα γάντια και να αρρωσταίνεις με φυματίωση. Το ταξίδι, ευτυχώς, ως μόνο κατάλοιπο άφησε αυτή την αίσθηση και δεν έφερε ξεχασμένες από το Θεό αρρώστιες, και με λίγα λόγια, τσάκα-τσούκα, τσάκα-τσούκα, περπατούσαμε και γουστάραμε, πιαστήκαμε αγκαζέ, σηκώσαμε τη μύτη ψηλά κι άρχισε εκείνη να μου λέει για τον αρραβωνιαστικό της τον Θήοντορ που σπουδάζει στην Οξφόρδη και της στέλνει γράμματα, κι εγώ να διηγούμαι για τον μπάτλερ μας τον Έντγκαρ, που μάλλον είναι "ιδιαίτερος", γιατί γλυκοκοιτάει τον κηπουρό μας τον Ρόρυ. Ο κόσμος γύρω μας, φυσικά, δεν κατάλαβε ότι "ταξιδεύαμε" και γρήγορα αρχίσαν να πέφτουν πάνω μας φρικαρισμένα βλέμματα, καθότι οι ερμηνείες μας ήταν άξιες για 'Οσκαρ. Πώς καταφέραμε να συγκρατηθούμε, μια Έρις το ξέρει.

Αρκετές μέρες μετά από το σκηνικό, και παρά την πεποίθησή μου ότι η άμοιρη βεντάλια θα ξεχαστεί σε ένα συρτάρι και θα δει το φως του ήλιου μόνο στην περίπτωση διεξοδικής φασίνας του Pookoδωματίου (κατα κύριο λόγο ξημερώματα και σε κατάσταση έξαλλης ζάλης από το πιώμα, για να ξεμεθύσω πριν κοιμηθώ) για να πεταχτεί, το συμπαθές αντικείμενο βρισκόταν ακόμη στα αμείλικτα χέρια μου. Οι πούτσες και οι βούρτσες του προηγούμενου Post με είχαν αποσυντονίσει αρκετά, και το τσάκα-τσούκα, τσάκα-τσούκα της βεντάλιας πραγματικά με ηρεμούσε.

Μέχρι χτες που οι πούτσες έγιναν πουτσάρες, οι βούρτσες βουρτσάρες, ως εκ τούτου ο αποσυντονισμός μετατράπηκε σε ντελίριο κι ευλόγως το απαλό τσάκα-τσούκα, τσάκα-τσούκα των προηγούμενων ημερών ανέβασε ένταση με γεωμετρική πρόοδο και μετά από κι-εγώ-δεν-ξέρω-πόσα ΤΣΑΚΑΤΣΟΥΚΑΤΣΑΚΑΤΣΟΥΚΑ, η έρμη η βεντάλια αποδήμησε εις τόπον χλοερόν. Το χειρότερο; Αποδημησε χωρις να ολοκληρωσει το εργο της, δηλαδη να καλμάρει μια ετσι κι αλλιως ψυχοπαθη, ποσο μαλλον σε περιοδο αναδρομου Μπελτεγκέζ, νεράιδα.

Δεν της κράτησα κακία. Ήταν τόσο μικρή και τόσο εύθραστη με αυτό το απαλό χαρτάκι, που δεν μπορούσε να κάνει και πολλά. Τελικά εκτονώθηκα με μερικά σφηνάκια στο indie μαγαζάκι (όχι το indie των ιστοριών, το άλλο, το λίγο πιο αξιοπρεπές) και αγκαλιές από τη Διεστραμμένη Δασκάλα (αυτή είναι μια άλλη φίλη μου, που ούτε διεστραμμένη είναι, ούτε διδάσκει, απλώς σε μια φωτογραφία της μοιάζει ακριβώς έτσι.)

Σήμερα, ωστόσο, η μήτηρ μού χάρισε μια δικιά της βεντάλια. Της αρέσουν, βλέπετε, οι εκλάμψεις θηλυκότητας που μου βγαίνουν καμιά φορά. Ή προτιμά το να ξεσπάω σε βεντάλιες, παρά τις εφόδους στο ψυγείο ή το πλιάτσικο των νυχιών μου, τα οποία μόλις τώρα άρχισαν να φαίνονται κάπως ευπαρουσίαστα.

Αυτή η βεντάλια,λοιπόν, είναι ισπανικού τύπου, μεγάλη, μωβ, με ζωγραφισμένα τριαντάφυλλα. Σκέτη ομορφιά. Και όχι χάρτινη, αλλά πλαστική, που αντέχει στα βασανιστήρια. Τέσσερις ώρες ΤΣΑΚΑΤΣΟΥΚΑΤΣΑΚΑΤΣΟΥΚΑΤΣΑΚΑΤΣΟΥΚΑΤΣΑΚΑΤΣΟΥΚΑ και συνεχίζει ακάθεκτη.

Και το καλύτερο; Με κάθε τσάκα-τσούκα, με κάθε γλυκιά πνοή του αέρα που με χτυπάει, φέυγει κι από λίγη μεταβατίλα και καταχνιά, φεύγει η αρνητικότητα κι ο θυμός, φεύγει εκείνη η πικρή γέυση στο στόμα, κι εγώ συντονίζομαι, βουτάω και ταξιδεύω όλο και πιο πολύ, όλο και πιο βαθιά, μέσα σε κόκκινα και ροζ τριαντάφυλλα.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...