Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παγαν-ιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παγαν-ιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1 Σεπ 2013

4 λόγοι να αγαπήσετε το Σεπτέμβρη (όπως του αξίζει)

Μπήκε ο Σεπτέμβρης και άρχισαν να πέφτουν σωρηδόν στο newsfeed του Facebook οι επικήδειοι του καλοκαιριού:

Καλό χειμώνα!
Πάει το καλοκαίρι!
Τα κεφάλια μέσα παίδες...Σεπτέμβρης.

...και άλλα τέτοια μοιρολατρικά, που θα ζήλευε ακόμη κι ο Κωστής ο Καρυωτάκης.


Ούτε καν. Μέχρι κι εγώ είχα χιούμορ.

Εμείς, όμως, εδώ, σαν γνήσια τέκνα της Έριδος, δεν μπορούμε να βλέπουμε τέτοιες γκριζοπρόσωπες -φνορδ- αναίσχυντες δηλώσεις παραίτησης να σερβίρονται μπροστά στα μάτια μας πρωί πρωί. Συφιλιαζόμαστε. Μας γυρνάει το μάτι. Εκτοξεύεται η γουλιά του καφέ από το στόμα. Και συφιλιαζόμαστε ακόμα περισσότερο γιατί ο καφές είναι ΙΕΡΟΣ.

Γι' αυτό, λοιπόν, αγαπητοί αναγνώστες, θα κάτσουμε και θα σας πούμε γιατί τα σπάει ο Σεπτέμβρης και ελπίζουμε του χρόνου τέτοια μέρα να χαίρεστε κι εσείς και να μην ξαναπάρει το μάτι μας γκοθιές και μιζέριες πρωινιάτικο.

1. Δεν είναι το τέλος του καλοκαιριού: Επιτέλους, πρέπει να σταματήσει αυτή η άθλια, κακόγουστη κι επαίσχυντη ράδιο-αρβύλα που κυκλοφορεί και μεταδίδεται σαν πανώλη μεταξύ των ανίδεων και ημιμαθών συνανθρώπων μας! Το καλοκαίρι δεν τελειώνει επειδή μπήκε ο Σεπτέμβρης! Τουλάχιστον, όχι ακόμα. Το φθινόπωρο μπαίνει επισήμως στην 21 Σεπτεμβρίου, στη φθινοπωρινή ισημερία. 



Τότε μονο θα καθαρίσουμε τη σκάλα να λάμψει από την πάστρα, θα στρώσουμε το κόκκινο χαλί, θα βάλουμε και το καλό σεμεδάκι στο περβάζι του παραθύρου με το λελουδικό από πάνω και θα υποδεχτούμε το Φθινόπωρο. Αλλά, μέχρι τότε, έχουμε ακόμη είκοσι μέρες καλοκαίρι. Τι σημαίνει αυτό; Πολύ απλά, τρία σαββατοκύριακα ξαπλώστρας και παραλίας, κι αυτά πάντα επισήμως. Γιατί, ανεπισήμως, θα εξαρτηθεί από τη θερμοκρασία, η οποία μπορεί να είναι στα ύψη μέχρι και τον Οκτώβρη. Ή και όχι, αλλά όπως τη βρίσκει ο καθένας!

Αν ξαναπείς ότι εξαιτίας μου τελειώνει το καλοκαίρι, θα σε μηνύσω για συκοφαντική δυσφήμιση.


2. Είναι ένας ΠΟΛΥ σημαντικός μήνας: Κι εσύ τον καταφρονείς, γιατί έχεις χάσει κάθε επαφή με τον κύκλο της φύσης και της ζωής, σκέφτεσαι μόνο το τι θα γίνει στη δουλειά και η Έριδα θα σε μαλώσει.

Μα κάποτε, που οι άνθρωποι ήταν συντονισμένοι με τη φύση και έπιαναν το λακριντί με τα ξωτικά και τις νεράιδες, τότε λοιπόν, ο Σεπτέμβρης ήταν σελέμπριτυ ανάμεσα στους μήνες και τον τιμούσαν όπως του άξιζε:

Τον έλεγαν Σταυρίτη από τη γιορτή του Τιμίου Σταυρού στις 14 του μήνα, και εκείνη η μέρα ήταν ορόσημο για τους ναυτικούς, γιατί έδεναν τα πανιά στα ιστοφόρα, το οποίο σήμαινε ότι από ΄κει κι έπειτα μεγάλα ταξίδια γιοκ. Ήταν σαν να λέμε το deadline της θάλασσας. Από ΄κει βγαίνει και η παροιμία “Του Σταυρού, σταύρωνε και δένε”.


Φαντάζομαι ξεμείναμε εδώ παρέα, ελπίζω να μη σε πειράζει. Εμένα πάντως, καθόλου.

Εκείνη, δε τη μέρα, μοίραζαν βασιλικό στις εκκλησίες, γιατί ο βασιλικός υποτίθεται ότι φύτρωσε στο μέρος που ήταν ο Τίμιος Σταυρός.
Η πιο σημαντική ονομασία, όμως, του Σεπτέμβρη, ήταν “Τρυγητής”, γιατί τότε οι άνθρωποι έκαναν τον τρύγο. Πετούσαν τα σταφύλια στο πατητήρι, ανέβαζαν φούστες και παντελόνια και πηδούσαν όλοι μέσα, σε μια φιέστα τρελή, με μουσική, χορό, και πολλές αναθυμιάσεις, σαν όργιο των Φρέμεν με το μπαχαρικό. 



Μπάμπα-μπούμπα, ντάκα-ντούκα, έτοιμος ο μούστος, έτοιμο και το κρασί να το 'χουν οι άνθρωποι όλο το χρόνο να ευφραίνονται οι καρδιές τους και να κερδίζουν πόντους μακροζωίας ένεκα μεσογειακής διατροφής.
Κοινώς, αν δεν ήταν ο Σεπτέμβρης, χρυσά μου, δε θα είχατε το ποτήρι το κόκκινο κρασί να μας γράφετε αυτά τα βαθυστόχαστα σκοτεινά πραγματάκια! Γι' αυτό βάλτε την γκλάβα να δουλέψει κι ένα ποτηράκι κρασί και γιορτάστε σαν άνθρωποι!

Τόσο, μάλιστα, διάσημος ήταν ο Σεπτέμβρης,  που έχει και πολλές δικές του παροιμίες:
  • Αν ίσως βρέξει ο Τρυγητής, χαρά στον τυροκόμο.
  • Βοηθάει ο Άη- Γιάννης και ο Σταυρός, γιομίζει το αμπάρι κι ο ληνός.
  • Θέρος, τρύγος, πόλεμος.
  • Μάρτη και Σεπτέμβρη ίσια τα μεσάνυχτα. [:ισημερία]
  • Στον Τρυγητή σιτάρι σπείρε και στο πανηγύρι σύρε.
  • Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια.
  • Τον Τρυγητή τ' αμπελουργού πάνε χαλάλι οι κόποι.
  • Του Σεπτέμβρη οι βροχές, πολλά καλά μας φέρνουν.
  • Του Σταυρού αρμένιζε και του Σταυρού δένε.
  • Του Σταυρού κοίτα και τ' Άη Γιωργιού ξεκίνα.
  • Του Σταυρού σταύρωνε και δένε.
  • Του Σταυρού σταύρωνε και σπέρνε.
(Ειδικά την παροιμία "θέρος-τρύγος-πόλεμος" πολύ την αγαπώ για κάποιο λόγο.Ίσως επειδή είναι σαν σύνθημα, πώς λέμε ψωμί-παιδεία-ελευθερία.)

3. Είναι μήνας-ορόσημο: Τέσσερα σημεία-ορόσημα έχει ο κάθε άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του (ή και όχι, γιατί αν σέβεται τον εαυτό του γιατί να πρέπει να ψυχαναγκαστεί με σημεία-ορόσημα, αντί να κάνει πράξη το στόχο του εκείνη ακριβώς τη στιγμή; Τέλος πάντων όμως):

α) Την Πρωτοχρονιά, τότε που βάζουμε όλοι κάτω τον πωπό μας και φτιάχνουμε εκείνες τις λιστούλες με όσα θέλουμε να αλλάξουμε και να κυνηγήσουμε τη νέα χρονιά (τύπου κόβω το κάπνισμα, χάνω κιλά, γράφω μια ιστορία κάθε βδομάδα) και συνήθως τα κάνουμε.
β) Τα γενέθλιά μας, τότε που μόνο εμείς – ως γενεθλιάζοντες- βάζουμε κάτω τον πωπό μας και φτιάχνουμε εκείνες τις λιστούλες με όσα θέλουμε να αλλάξουμε και να κυνηγήσουμε τώρα που μεγαλώσαμε ακόμα λίγο (τύπου κόβω το κάπνισμα, χάνω κιλά, γράφω μια ιστορία κάθε βδομάδα) και συνήθως τα αναβάλλουμε για τα επόμενα γενέθλια.
γ) Τη Δευτέρα, τότε που λέμε ότι θα αρχίσουμε δίαιτα και συνήθως το αναβάλλουμε για μια άλλη Δευτέρα, σε ένα γαλαξία πολύ μακριά...


Ναι, καλά.

δ) Το Σεπτέμβρη, από τον οποίο, όμως, δε γλιτώνουμε. Το Σεπτέμβρη όλα ξαναμπαίνουν στη σειρά τους. Είναι εκεί, μας περιμένουν, και δεν υπάρχει καμία, μα καμία δικαιολογία να αδρανήσουμε: Το γυμναστήριο που θέλουμε να ξεκινήσουμε ανοίγει, οι φίλοι τους οποίους κυνηγάμε για projects έχουν επιστρέψει στην πόλη και είναι εξίσου ορεξάτοι με εμάς, τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών αρχίζουν τις εγγραφές (παρόλο που δε θα μάθεις εκεί Quenya) και γενικά, ο Σεπτέμβρης είναι ολόκληρος μια νέα αρχή, άσπιλη κι αμόλυντη σαν λευκή περιστερά.


Λευκή κι αμόλυντη, είπαμε.

4. Είναι σαν μια μίνι-άνοιξη: Ακόμη κι όταν προχωράει ο μήνας, δεν βγάζεις την μπέμπελη αλλά ούτε και τουρτουρίζεις. Ο καιρός γλυκαίνει, τα φυτά γύρω σου συνέρχονται από το σοκ του καλοκαιριού, που γι' αυτά είναι τεράστια δοκιμασία, και μαζεύουν δυνάμεις για το τσουνάμι του χειμώνα. Στο μεταξύ, ξανανθίζουν, αναπτύσσονται και γουστάρουν τη ζωή τους. Γιατί δεν το κάνεις κι εσύ;








Τα Pookoλούλουδα σας εύχονται ένα φανταστικό, υπέροχο, καταπληκτικό Σεπτέμβρη!

9 Ιαν 2011

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ: ΤΟ ΝΕΟ ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΩΝ ΜΑΓΙΣΣΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

της Εκάτης Φεγγαρόλουστης του Οψιδιανού



Σοκ έχει κυριεύσει τις Ελληνίδες μάγισσες και μέντιουμ. Μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στη Ρουμανία, αναμένεται να υποβληθεί και στην Ελλάδα προς ψήφιση ένα νομοσχέδιο που θα προσδιορίζει το θεσμικό πλαίσιο για τη μαγεία.

Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες, ο νέος νόμος-πλαίσιο, μεταξύ άλλων, προβλέπει:

  • Την ίδρυση κρατικών ΑΕΙ Μαγείας σε Θεσσαλία και Σαμοθράκη, τα οποία θα βρίσκονται σε απευθείας συνεργασία με αντίστοιχα πανεπιστήμια στη Ρουμανία, την Ιρλανδία και την Τουρκία (Πανεπιστήμιο Μαγείας της Σμύρνης).

  • Την εξομοίωση των άνωθι προς ίδρυση ΑΕΙ με τα ιδιωτικά κολέγια των Μαγικών Ταγμάτων και Μυστικών Αδελφοτήτων ανά τον κόσμο (Ο.Τ.Ο, Ναΐτες, Ροδόσταυροι, Ελευθεροτέκτονες, Ιλλουμινάτοι κ.ο.κ)

  • Την προκήρυξη θέσεων μαγισσών, καθότι το επάγγελμα θα είναι κλειστό και θα υπάρχει ορισμένος αριθμός μαγισσών σε κάθε πόλη, καθώς και την ίδρυση Μαγικών Συλλόγων στους οποίους θα υπάγονται αυτές.


Επίσης, σύμφωνα με το νέο νομοσχέδιο, κάθε πτυχιούχος μάγισσα θα κάνει δεκαοκτάμηνη άσκηση μετά την απόκτηση του πτυχίου της και στη συνέχεια θα δίνει εξετάσεις στο Μαγικό Σύλλογο στον οποίο επιθυμεί να υπαχθεί. Μετά την απόκτηση της άδειας οφείλει να κάνει έναρξη επαγγέλματος στην εφορία (ΚΑΔ ΙΗ-666) και να ασφαλιστεί στο ΤΕΒΕ.

Μέχρι τη συμπλήρωση 5 ετών άσκησης της Μαγείας, η Μάγισσα θα λέγεται Παρά Μαντείαις. Από τα 5 έως τα 15 έτη, θα λέγεται Παρά Γητείαις, και θα μπορεί να έχει ασκούμενες. Μετά τη συμπλήρωση των 15 χρόνων θα είναι Παρά Κατάραις και θα έχει στη διάθεσή της τα ισχυρότερα ξόρκια.

Τα μαγικά ζώα της Μάγισσας, καθότι δε θεωρούνται ζώα, άρα πράγματα, με την έννοια του Αστικού Κώδικα (όπως κρίθηκε με την υπ. Αριθμόν 2323/2010 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ), αλλά πνεύματα, με το νέο νόμο-πλαίσιο θα θεωρούνται υπάλληλοι της Μάγισσας και γι' αυτό είναι υποχρεωτική η ασφάλισή τους στο ΙΚΑ.


Το νέο νομοσχέδιο έχει γίνει δεκτό από τη μαγική κοινότητα της Ελλάδος με ποικίλες αντιδράσεις. Όπως και στη Ρουμανία, άλλες μάγισσες είναι αγανακτισμένες με τα σκληρά μέτρα της Κυβέρνησης και την επαχθή κατηγοριοποίηση του λειτουργήματός τους, και άλλες χαίρονται, με την αιτιολογία ότι ο νέος νόμος-πλαίσιο αναγνωρίζει επίσημα την ύπαρξή τους.

Όλες, ωστόσο, είναι απαισιόδοξες για το μέλλον, ειδικά μετά την πτώχευση του Hogwarts και την εισβολή του βρετανικού ΣΔΟΕ στη μεγάλη γιορτή του Χειμερινού Ηλιοστασίου στο Στόουνχεντζ.


EDIT: Προχώρησε το νομοσχέδιο για τη σχολή Φανταστικών Επιστημών, στην οποία μου έγινε και τιμή να λάβω έδρα Μυθολογίας (ή Ζομπολογίας, ή Παπαρολογίας).


29 Οκτ 2010

Αστέρια


    1. Η ΚΑΘΟΔΟΣ


Ο νέος κρατά την Ιέρεια από το χέρι, καθώς ανεβαίνουν στο λόφο, με τα γυμνά πέλματά τους να μουσκεύονται από τη δροσιά της απριλιάτικης νύχτας. Ο δαυλός που κρατά στα χέρια της η νεαρή γυναίκα τρεμοπαίζει από το φύσημα του αέρα.
“Φτάσαμε” του λέει, καθώς φτάνουν στο άνοιγμα.
“Αυτός είναι ο λαβύρινθος;” ρωτά έκπληκτος. Αυτό που αντικρίζει δεν έχει καμιά σχέση με τη δαιδαλώδη κατακόμβη που τόσο τρέμουν στα μέρη του. Είναι ένας τύμβος, ίσα με πέντε μέτρα ψηλός, καλυμμένος από γρασίδι που στραφταλίζει στο σεληνόφως.
Ο νέος κάνει το γύρο του υψώματος. Ανακαλύπτει ότι υπάρχουν εφτά μικρά ανοίγματα, όλα ίδια μεταξύ τους, στα οποία ίσα-ίσα χωρά να μπει προχωρώντας στα γόνατα.
“Στην Αθήνα λένε ότι οι είσοδοι για το Λαβύρινθο είναι επτά πελώριες πύλες, κρυμμένες στο ανάκτορο του Μίνωα”.
Η νεαρή γυναίκα γελά. “Έχετε πολύ μεγάλη φαντασία στα μέρη σου, Θησέα”, λέει στο νέο. “Αν αποτύχετε σε κάτι, θα πρέπει να είναι σίγουρα πέραν των δυνάμεων του ανθρώπου.”
Ο Θησέας δε μίλησε. Ακόμα κι αν ήταν έτσι τα πράγματα, ο Λαβύρινθος παρέμενε ένα σκοτεινό μυστικό, μια δοκιμασία που δεν είχε καταφέρει ποτέ να περάσει η Αθήνα. Μάταια τόσοι φερέλπιδες ιερείς και ιέρειες είχαν δοκιμάσει να μπουν και να βγουν από το Λαβύρινθο επτά χρόνια τώρα. Όλοι είχαν χάσει τη ζωή τους από το Μινώταυρο, πληρώνοντας με το αίμα τους την εξιλέωση για το θάνατο του Ανδρόγεω. Βαρύς φόρος για ένα χαμένο πριγκηπόπουλο.
Αλλά σήμερα θα έμπαινε ένα τέλος σε όλο αυτό. Σήμερα ο ίδιος ο πρίγκηπας των Αθηνών, θα έβγαινε από εκεί νικητής.
“Ποιο μονοπάτι άραγε να πάρω;” αναρωτιέται.
“Δεν έχει σημασία ποιο μονοπάτι θα επιλέξεις. Αυτό που έχει σημασία είναι αν θα επιλέξεις να περπατήσεις σε κάποιο μονοπάτι”, του απάντησε η κοπέλα, ενώ έβγαζε το διάδημα που φορούσε στο κεφάλι της και το φορούσε στο δικό του.
“Και φυσικά, να έχεις κάτι που να σε φωτίζει...”

Προχωρώ μέσα στον τύμβο με τα γόνατα, σαν μωρό παιδί που μπουσουλάει. Δε βλέπω τίποτα παρά μόνο ό,τι βρίσκεται ακριβώς μπροστά μου, κι αυτό χάρη στο φως από το στεφάνι της Αριάδνης, δεν ξέρω από τι είναι φτιαγμένο, ποια αρχέγονη φάρα τεχνιτών το έφτιαξε, κουβαλάει επάνω του χρόνια και ιστορίες που χάνονται σε άλλες εποχές, τότε που υπήρχαν ακόμη οι Τελχίνες, οι Κάβειροι και οι Ιδαίοι Δάκτυλοι, άνθρωποι που χόρευαν στη φωτιά, σαν σε αυτή εδώ τη σπηλιά, που μυρίζει χώμα και απέραντη νύχτα, φόβο, δέος και μυστήριο για κάτι άχρονο κι αγέννητο μα πάντα παρόν, κι αρχίζουν να ακούγονται τύμπανα, ρυθμικά σαν χτύπος καρδιάς, σαν να ζει τούτη δω η Γη, να πήρε ζωή η ξεχασμένη Θεά, καρδιά που χτυπά, τα φίδια τυλίγονται γύρω της, την σφίγγουν και στέλνουν το αίμα παντού, να πάρουν ζωή τα κομμένα της μέλη και να ενωθούν ξανά, να ξυπνήσει, Λευκή Μητέρα, Λευκή Μήτρα, Νύχτα γλυκιά και άναστρη, λουσμένη στη Σελήνη, Φεγγαροπρόσωπη, πλατυμέτωπη και βοϊδομάτα, Ευρώπη, φωτίζει τα πάντα, Πασιφάη, Πάναγνη και Πάνδημος, Αριάδνη, να δεχτεί, να κουβαλήσει, να γεννήσει χίλιους κόσμους, κι είναι εδώ, στιλβωμένη στο φως από κάποιο ανύπαρκτο φεγγάρι, πάνω μου κι εγώ μέσα της, γεμάτος αστέρια ο κόρφος της, στα χέρια της, στα χέρια μου, λάμπει το μαχαίρι, είναι πάνω μου και κουνιέται, τα μαλλιά της, το σώμα της, εκείνη μυρίζουν φασκόμηλο και κυκεώνα, ελισσόμαστε και χορεύουμε στον πιο παλιό ρυθμό, αυτόν του Άντρα και της Γυναίκας, στο τραγούδι του θεϊκού έρωτα, του Ενός, κι εκεί, λίγο πριν τη στιγμή του οργασμού, το μαχαίρι θα κατέβει με δύναμη σε ένα ζεστό σώμα, ένα μοσχαράκι που κοιμάται πιο δίπλα, το αίμα θα μας λούσει ολόκληρους, μια στριγκή κραυγή θανάτου θα σκίσει τον αέρα -

-Πέθανε, Θησέα!

Εκρήγνυμαι. Ανάσα άνασσα. Ανάσα Βασίλισσα. Ζωή.

Σηκώνεται από πάνω μου – χαμογελάει.
Η φωνή της είναι πιο γλυκιά κι από αμβροσία. Το χέρι της πιο απαλό κι από χάδι μάνας σε νιογέννητο.

-Σήκω, Αστέριε.

Σηκώνομαι. Κοιτάω τα χέρια μου – είναι γεμάτα αστέρια.
Είμαι όλος ένα αστέρι.





    1. Η ΑΝΟΔΟΣ

Ο Θησέας με άφησε στη Νάξο μια βδομάδα μετά τη δοκιμασία του στο Λαβύρινθο. Ήταν το εύλογο τέλος μιας καταδικασμένης ιστορίας, παρόλο που τόλμησα να ελπίζω ότι θα μπορούσαν να αλλάξουν τα πράγματα. Ας με είχε προειδοποιήσει η ξαδέλφη μου Μήδεια για τον ερχομό του. Δεν της έδωσα σημασία, πάντα έβρισκα τις μεθόδους της για τον προσηλυτισμό των Νέων Ανθρώπων στους Παλιούς Τρόπους βίαιες. Μέχρι και στη μητέρα μου είχα φέρει αντίρρηση, όταν μου είχε πει πως εκείνοι οι λαοί δεν μπορούσαν να ασπαστούν το δικό μας τρόπο ζωής. Είχαν πια ξεχάσει...
Στη Νάξο, ευτυχώς, οι άνθρωποι είναι δικοί μας. Τιμούν τη Μεγάλη Μητέρα κι ακολουθούν τον τρόπο ζωής του Ταύρου. Ζουν κυρίως από την αλιεία και το εμπόριο με τα άλλα νησιά και χαίρονται τη ζωή με κρασί και χορό. Ένας από τους οινοπαραγωγούς, μάλιστα, βρήκε και το στεφάνι μου, το οποίο είχε πετάξει ο Θησέας στην ακτή. Ονομάζεται Διόνυσος και στο λαμπερό χαμόγελό του είδα τα πρόσωπα των γιων που θα του χάριζα μετά από λίγο καιρό, του Οινοπέα και του Στάφυλου.
Δυστυχώς, ο Θησέας δεν έμελλε να δει πολλά χαμόγελα. Μετά τη Νάξο έμαθα πως παντρεύτηκε μια ξένη πριγκήπισσα, την Αντιόπη, η οποία πέθανε πρόωρα, όπως και ο γιος του από αυτήν, ο Ιππόλυτος. Αυτό που με στενοχωρεί περισσότερo από όλα, είναι πως ο Ιππόλυτος σκοτώθηκε εξαιτίας της αδερφής μου, Φαίδρας, η οποία και ακολούθησε το Θησέα στην Αθήνα, ξεχνώντας την Κρήτη και τη Μητέρα. Είχε απαρνηθεί, λένε, τον έρωτά της, και εκείνη οργίστηκε, γιατί είναι αμάρτημα στη Μητέρα να μη χαίρεσαι τη ζωή.. Λησμόνησε, όμως, η αδελφή μου, ότι η Μητέρα είναι πάνω από όλα φιλεύσπλαχνη και γεμάτη αγάπη. Την έκαναν να ξεχάσει οι Νέοι Τόποι και καταχράστηκε τη δύναμή της.
Πόνο μεγάλο έφερε ο Λαβύρινθος σε όλους μας: στο Θησέα, που ήρθε να δαμάσει δαίμονες και δεν είδε τη Γνώση που του προσφέραμε απλόχερα. Που πέρασε τη Μύηση αλώβητος σε σώμα και ψυχή και αρνήθηκε να αντικρίσει το μεγαλείο της ύπαρξης. Στη Φαίδρα, που διαστρέβλωσε τους Τρόπους της Θεάς και έχυσε αθώο αίμα. Στην Κρήτη, που έχει ρημαχτεί. Σε μένα, που γνωρίζω ότι όλα αυτά έγιναν εξαιτίας μου και ακούω ακόμα και τώρα τα λόγια της μητέρας μου, όταν της είχα αντιμιλήσει στην Κνωσό: “Είναι άγριοι άνθρωποι αυτοί, κόρη μου... Στενοκέφαλοι. Θα υπακούσουν μόνο στο ρυθμό του πολιορκητικού Κριού που θα κουρσέψει πολιτείες. Ενώ εμείς, εμείς... Ζούμε ακόμα στην Εποχή του Ταύρου.”
Και αυτή την εποχή, που σβήνει σιγά-σιγά, έχουν μείνει λίγα πράγματα πια να την θυμίζουν, ένα παλιό στεφάνι και η υπόσχεση του συντρόφου μου ότι κάποτε θα λένε για μας πως γίναμε αστέρια.

27 Οκτ 2010

Τα δώρα της Περσεφόνης (μια ιστορία για να κινητοποιηθείτε και να φυτέψετε τίποτα, άιντε)

Γύρω στα 4.000 χρόνια πριν, σε μια άλλη πραγματικότητα, λίγο πιο παραμυθένια και πολύ πιο αρχετυπική, η θεά Δήμητρα και η κόρη της, Περσεφόνη, κάθονται για μαμά-και-κόρη ουζάκι σε ένα τσιπουράδικο στο Μεταξουργείο. Κάθονται και τα λένε, ψιλομαλώνουν, όπως κάνει κάθε κόρη και κάθε μαμά, πειράζονται, βρίζουν τους άντρες, χασκογελάνε συνομωτικά, τελειώνουν τα ουζάκια και τα μεζεκλίκια, σκάει γλυκό του κουταλιού να γλυκάνει τη λυπητερή, και κάπου εκεί η Δήμητρα πετάγεται έντρομη και τσιρίζει: ΟΟΟΟΟΟΟΧΙ!

Το γλυκό ήταν ρόδι και η Δήμητρα τσίριξε, γιατί κάθε φορά που η Περσεφόνη έτρωγε ρόδι, θυμόταν ότι κάπου, κάπως, κάποτε είχε κι ένα σύζυγο στον Κάτω Κόσμο, τον Πλούτωνα, τον μαυροντυμένο και γκοθά και Βασιλιά του Άδη τελοσπάντων. Και όχι μόνο αυτό, αλλά η Περσεφόνη, δεν ξέρουμε ακόμα πώς, τύχαινε κι έτρωγε εκείνο το αναθεματισμένο το ρόδι κάπου κατά τώρα, Οκτώβρη με Νοέμβρη. Και τι δεν είχε κάνει η Δήμητρα για να σαμποτάρει τις ροδιές: είχε πληρώσει εμπρηστές, είχε κάνει εμπάργκο στα εμπορεύματα, μέχρι και τον Πλούτωνα είχε ικετεύσει να αφήσει ήσυχη την κόρη της ή τελοσπάντων να μετακομίσουν πάνω από τη Γη να την βλέπει συχνότερα κι αυτή η καψερή μάνα-κουράγιο, και θα φρόντιζε να του δώσουνε καλύτερο χαρτοφυλάκιο, έστω μια καλή θεσούλα στο Δημόσιο, βρε παιδί μου. Ο Πλούτωνας, όμως, ανένδοτος. Του άρεσε πολύ το Περσάκι, αφού ήταν πάντα νέα όμορφη και λίγο indie, άσε που δεν μπορούσε να κουνήσει ρούπι από τον Άδη γιατί ο ήλιος του προκαλούσε αλλεργική αντίδραση κι έβγαζε σπυράκια (πέρα από ραχίτιδα λόγω έλλειψης βιταμίνης D, είχε και φωτοφοβία). Έτσι ούτε την καλή του παρατούσε, ούτε πάνω ανέβαινε, μόνο καθόταν και περίμενε κι όταν έβλεπε ότι πολύ αργούσε η καλή του, λάδωνε ταβερνιάρηδες στο Μεταξουργείο να φτιάξουνε γλυκό ρόδι.

Έτσι έγινε και τώρα, και μόλις το χλαπακιάζει το Περσάκι (ήταν και γλυκατζού, πανάθεμά τη), να 'σου τα γουργουρητά στην κοιλίτσα, “αχ, μου λείπει ο καλός μου”, το κατάλαβε και ο Πλουτωνάκος, άρχισε τα kinky μηνύματα στο κινητό, αχ πότε θα σε δω, πόσο σε λαχταράω, θα δεις εσύ, κάνει να φύγει το Περσάκι. Αρχίζει και μανουριάζει η Δήμητρα, πού θα πας και θα με παρατήσεις πάλι, γριά γυναίκα, μια σύνταξη έχω κι εγώ η καημένη, ψάχνει η Πέρσα τις τσέπες της, βγάζει κάτι μικρά καφέ στρογγυλά πραγματάκια, να πάρε αυτά, λέει, σοκολατάκια να με γλυκάνεις;, ρωτάει η Δήμητρα, τόσο εύκολα νομίζεις ότι θα με τουμπάρεις;

“Κάτι πολύ καλύτερο”, είπε η Πέρσα.


Της είχε δώσει, τι άλλο; Βολβούς!


“Πάρε αυτά εδώ και βάλ' τα μόλις φύγω σε μια γλάστρα, τα μεγαλύτερα πιο κάτω και τα μικρά πιο πάνω, σκέπασέ τα με χωματάκι αφράτο και, όσο θα λείπω, φρόντιζε τα με νεράκι, στοργή και προδέρμ, όχι πολύ, μη σαπίσουν, και λίγο πριν έρθω θα δεις, θα έχουν μεγαλώσει και ανθίσει, κρόκοι, ίριδες, ζουμπούλια, ανεμώνες! Κι έτσι και εσύ θα έχεις κάτι να φροντίζεις όσο εγώ θα είμαι κάτω και όταν θα είναι να ανέβω θα σε προειδοποιήσουν αυτά, για να μου έχεις παστίτσιο σπιτικό έτοιμο, γιατί με τον Πλούτωνα το μόνο που τρώμε είναι πιτόγυρα ενώ βλέπουμε Doctor Who ή παίζουμε Vampire.”


Αυτά είπε η Περσεφόνη και τσουπ! έσκασε το teleport, και η Δήμητρα πήρε μια γλαστρούλα και τα έριξε μέσα, και σκέφτεται να προτείνει να το κάνετε κι εσείς για να έχει κι αυτή παρέα...

25 Απρ 2010

Πώς λάτρεψα (ξανά) τους MGMT



Άκουσα το δεύτερο άλμπουμ των MGMT λίγο πριν ανέβω στην πόλη μου για Πάσχα. Κάτι δεν έστεκε καλά με αυτό το άλμπουμ, ήθελα να μου αρέσει και δε μου άρεσε ή ήθελα να μη μου αρέσει και μου άρεσε. Δεν είχα επιλύσει το θέμα μέσα μου και με ενοχλούσε, γιατί είναι σπαστικό να μην ξέρεις αν σου αρέσει κάτι σε βιβλίομουσικήταινία. Αν δεν μιλάει εκεί το gut σου, πού θα μιλήσει; Πάνω, στην μικρή πόλη της Υπερβορέας, έπιασα τα γνωστά μούτρα που ακούνε αυτά πανωκάτω που ακούω και εγώ να μου πουν τη γνώμη τους. Δεν το είχαν ακούσει ακόμα.

Ξεχάστηκα κι έκανα το Πάσχα μου ήσυχα κι ωραία, χωρίς να με απασχολήσουν άλλο οι MGMT. Το Πάσχα πέρασε και κατέβηκα κάτω, όπου βούλιαξα για άλλη μια φορά στην ήσυχη ρουτίνα που κατάφερα να φτιάξω τον τελευταίο ενάμιση μήνα, ήτοι έρευνα-μαθήματα-λίγο γράψιμο-μουσικές και καμιά βόλτα ή άραγμα με φίλους σπίτι, τις πρώτες βραδινές ώρες, με καμιά ταινιούλα/μπιρίτσα/στρούντελ πορτοκάλι.

Σήμερα η μέρα ξεκίνησε κατά τας Γραφάς: έρευνα-λίγο γράψιμο-διάβασμα. Πήρα προχτές, σε μια θυελλώδη εξόρμηση στα βιβλιοπωλεία, το “The Crying of Lot 49” του Pynchon, όπου και ξεκίνησα να το διαβάζω. Μέσα στην ακόμα πιο θυελλώδη μεταμοντέρνα γραφή του μπαρμπα-Τόμας, με μια τύπισσα που τη λένε Οιδίπα (τζίζαζ), γραμματόσημα και συνομωσίες, ψάχτηκα στην παιδεία της Βίκυς για το βιβλίο, και μετά για τα άλλα του βιβλία, και για ταινίες που έγιναν, αν έγιναν, με βάση τα βιβλία του.

Έγιναν ταινίες. Μία, πιο συγκεκριμένα. Γερμανική, για την ακρίβεια.

Ρίγησε η ψυχούλα μου, και πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την τριχοτόμηση του Πλάτωνα, τον οποίον και δε χωνεύω, αν και θα έπρεπε να χωνεύω, γιατί έγραφε φαντασίες κι αυτός (κάτι ανάλογο με αυτά που νιώθω για το δεύτερο άλμπουμ των MGMT τελοσπάντων), το πνευματικό κομμάτι, στο μυαλό, θεώρησε ότι θα ήταν καλό να την δω, το δεύτερο, το θυμοειδές, στο στήθος, χάρηκε και γούσταρε που υπάρχει τέτοια ταινία, και το τρίτο, το επιθυμητικό, στο συκώτι, τσίριξε, ούρλιαξε και το έβαλε σκοπό ντε και σώνει να την αποκτήσει. Το θυμοειδές, το ευγενικό συναίσθημα, συμβιβάστηκε και το πνευματικό, το εγκεφαλικό, έβγαλε το σκασμό, καθώς είδε ότι τα δυο άλλα είχαν κάνει κόμμα εναντίον του και όσες αντιρρήσεις “συγκεντρώσου στην έρευνά σου, κορίτσι μου” κι αν έφερνε, δε θα έβγαινε αποτέλεσμα.

Δεξιός λόβος πάλι, δηλαδή, ο απεργοσπάστης της λογικής.

Πλατειάζω και λέω άσχετα πράγματα, αλλά θα με συγχωρέσεις, γιατί είναι η ώρα περασμένη και είμαι δεξιόλοβη όλη τη μέρα. Δικαιούμαι να γράψω και καμιά ψυχεδέλεια, εδώ που τα λέμε. Εδώ έγραψαν κοτζάμ MGMT, μετά το ποπ ντεμπούτο τους.

Συνεχίζω: το λαγωνικό μέσα μου αρχίζει και πληκτρολογεί τις συνήθεις ύποπτες διευθύνσεις στο ίντερνετ μπας και την βρει. Νάδα. Λύσσαξα, δε-γίνεται-να-μην-υπάρχει-πουθενά. Πήρε έτσι Holy Grail status, το οποίο σημαίνει ότι δε θα ησυχάσω άμα δεν την βρω. Τελικά, για να καταπολεμήσω τη ζωχάδα μου, ξεβράστηκα σε γνώριμο σάητ με ευρωπαϊκές ταινίες και κυριεύτηκα από ιερή μανία του ράπιντσερ. Μισή ώρα και καμιά δεκαριά αυστηρά γερμανικές ταινίες αργότερα, η δίψα μου κορέστηκε, ησύχασα και συνέχισα την έρευνά μου.

Διαβάζω Λεκατσά αυτό τον καιρό, ένα βιβλίο που καβάτζωσα από τη μάνα μου, για την ψυχή, την ιδέα της ψυχής και της αθανασίας και τα έθιμα του θανάτου. Υπέροχος ο Λεκατσάς, με την απλή γραφή των παλιών αριστερών, και είναι μεγάλη μαγκιά για έναν αριστερό να καταπιάνεται με τέτοια θέματα, τα οποία οι σηκωφρύδηδες αριστεροί του πενήντα έγραφαν στα υποδήματα τους. Άσε που παράτησε και τη Νομική. Άσε που μνημονεύει κι αυτός το “Χρυσό Κλωνάρι” (έτερο Holy Grail της γραφούσης, όχι επειδή δεν μπορώ να το βρω, αλλά επειδή είναι ούμπερ μπελαλίδικο να το διαβάσω, οπότε θα ασχοληθώ μαζί του αφού ψηθώ στο Λεκατσά πρώτα.).

Φαντάζομαι το Λεκατσά παππού, δίπλα στο τζάκι, να σπάει κάστανα με τα αργασμένα αριστερά του χέρια και να λέει στα εγγόνια του ιστορίες από τους πολύ πολύ πολύ παλιούς καιρούς, για ψυχές, μητριαρχίες και ιερούς γάμους. Και όχι, αυτή τη φορά δε θα ψάξω τα τι και πώς και τα γιατί, όπως με τα φωσφοροσκούληκα του Ντύλαν Τόμας. Αρκούμαι στην εικόνα.

Σήμερα, που λες, (αν ακόμα είσαι εδώ, δηλαδή), το κεφάλαιο που καταπιάστηκα έγραφε για την ψυχή, στα μάτια. Πώς, δηλαδή, οι αρχαίοι πίστευαν ότι η ψυχή μπορεί να πάρει τη μορφή μικροσκοπικού ανθρώπου, και πώς κάποιος, κοιτάζοντας μέσα στα μάτια κάποιου άλλου, έβλεπε το μικροσκοπικό του είδωλο, δηλαδή, την ψυχή του. Και το σεβόντουσαν. Κι έλεγαν αυτή την ψυχή, την κρυμμένη στα μάτια , επειδή ήταν μικρή, κι ως μικρή ενέπνεε τρυφερότητα, “παιδί”, “κόρη”, “κορούλα”. Κι από εκεί βγήκε η φράση “φύλα το σαν κόρη οφθαλμού”, δηλαδή σαν την ψυχή σου.

Η ώρα πέρασε και είχα παγανιστεί με αυτά που διάβαζα, ταξίδευα κι εγώ σε ψυχές και μάτια απαλά και λάτρευα, πόσο λάτρευα, τη μουσική που ξεχυνόταν εκείνη τη στιγμή από τον υπολογιστή ίσα μέσα στα αυτιά μου. Αναρωτήθηκα τι ήταν αυτό, δεν το θυμόμουν.

Ήταν το καινούριο άλμπουμ των MGMT.

Γι' αυτό και είμαι ακόμα εδώ, κι ας πέρασε η ώρα, αποκαμωμένη και δεξιόλοβη μα τόσο, τόσο βυθισμένη σε γλυκιά μελαγχολία (παρόλο που δε συμπαθάω αυτή τη φράση, θα σου πω, αν είσαι ακόμα εδώ, κάποια στιγμή γιατί, δεν το ξεχνάω σκόπιμα, απλά πρέπει να ψάξω τα τεφτέρια μου) και να γράφω για άλλη μια φορά ασυναρτησίες, σε χρόνο κάτι-παραπάνω-από-τη-διάρκεια-του-Siberian-Breaks.

Κι ας παρέβην το καθημερινό μου τελετουργικό και δεν είδα ταινία με μπιρίτσα και στρούντελ πορτοκάλι σήμερα, κι ας μην είδα άνθρωπο, παρόλο που θα ήθελα πολύ πολύ πολύ να με κράξει κάποιος αγαπημένος, λέγοντας “βγες λίγο, γριά μου”, απαλά, σαν παιδί, κόρη, κορούλα.



1 Μαρ 2010

And now a bit of BDSM

Μη χαίρεστε, φίλτατοι. Το εν λόγω ποστ δε θα κάνει λόγο για bondage shows και γυμνές γκοθούδες με το σώμα τους γραβιέρα από τα piercing που κρέμονται από γάντζους. Θα μιλήσουμε για ένα άλλο, πιο αρχέγονο bdsm: Το μήνα Μάρτιο.

Ο Μάρτιος, λοιπόν, σηματοδοτεί τον ερχομό της Άνοιξης, εκείνης της υπέροχης εποχής που όλα είναι ολάνθιστα, μοσχομυριστά και ζευγαρώνουν. Μόνο που ο Μάρτης αποτελεί λίγο απατηλό ξεκίνημα, καθώς ο καιρός είναι ακόμα απρόβλεπτος, κι εκεί που πίνεις αμέριμνος το φραπέ σου σε τραπεζάκι-έξω mode στα Εξάρχεια, φορώντας μόνο το ζακετάκι σου, ΤΣΑΑΑΑΚ, πέφτει ένας αέρας, μια βροχή, μια συννεφιά, και κονομάς μια φανταστική ιωσούλα να έχεις να πορεύεσαι. Κι αυτό είναι η πιο ανάλαφρη περίπτωση. Φανταστείτε τη ζοχάδα των αγροτών όταν παγώνουν οι καλλιέργειές τους από τους απρόβλεπτους, μαρτιάτικους χιονιάδες.

“Μάρτ'ς γδάρτ'ς και κακός παλουκοκάφτ'ς”, λέει η ελληνική παράδοση, κι άντε να μη φανταστεί κανείς έναν dominator να δέρνει ανυποψίαστες κορασίδες, κρατώντας δαυλούς αναμμένους, μόνο για το εφέ ελπίζω.

Και δεν είναι μόνο ο μήνας σαδιστικός, λέει η παράδοση, σέρνει μαζί του κι ένα τσούρμο από θηλυκές ψυχοβγάλτρες ντομινάτριξ, νεράιδες υπό την ευρεία έννοια (δηλαδή, πλάσματα του υπερφυσικού κόσμου, δηλαδή μπορεί να είναι γριές, άσχημες και σακαφιόρες, σε αντίθεση με τις νεράιδες με τη στενή έννοια του όρου, οι οποίες είναι οι κλασικές γκομενάρες πλανεύτρες που χορεύουν σε λίμνες και ποτάμια και αποπλανούν τους περαστικούς. Τυχεράκηδες άντρες, για μας τις γυναίκες δεν έχει τέτοια ωραία συναπαντήματα η ελληνική παράδοση και πρέπει να βολευτούμε με τον Ιρλανδό Τάμλιν ή τον Βραζιλιάνο Μπότου.): τις Δρίμες.

Ο Ν. Πολίτης γράφει:

“Εις πλείστα μέρη της Ελλάδος κατά την παλαιάν παράδοσιν και κατά τας εξ πρώτας ημέρας του Αυγούστου επιμελώς αποφεύγονται ωρισμέναι εργασίαι, διότι η τυχόν εκτέλεσις αυτών συνεπάγεται ζημίας και ανεπανορθώτους φθοράς. Ούτω δεν πρέπει να πλύνουν αι γυναίκες, διότι τα πλυθέντα υφάσματα "δριμιάζουν" ή "δριμοκόβονται", δηλαδή εκτεθιμένα εις τον ήλιον κόπτονται και γεμίζουν από μικράς οπάς' δεν πρέπει να αρδεύωνται ποτιστικά (ιδίως εις Νάξον δεν αρδεύεται ποτιστικόν φετευμένον με φυτόν ή σκορδίλλαν, δηλαδή φυτώριον κρομμύων) διότι ξεραίνονται' δεν πρέπει να κολυνβά κανείς διότι το σώμα του θα γεμίσει από εξανθήματα, όπως είναι επίσης επικίνδυνον να λούζεται διότι θα καταστρέψει την κόμην του. Οι δε θεωρούντες δρίμας τας πρώτα ημέρας του Μαρτίου δεν κόπτουν κατ'αυτάς ξύλα, διότι αυτά σαπίζουν ή "σαρακιάζουν", δηλάδή καταστρέφονται υπό σκωλήκων. Περί των δριμών Αυγούστου και Μαρτίου λέγεται η παροιμία: "Τ'Αυγούστου οι δρίμες στα πανιά και του Μαρτιού στα ξύλα.”

Ούτε ξύλα κόβεις, λοιπόν, ούτε τα σκουτιά σου πλένεις, ούτε μπάνιο κάνεις. Αλλιώς αυτές οι τύπισσες θα σε μετατρέψουν σε έναν παγωμένο και πεινασμένο χτικιάρη, και δε θα ακούσει κανείς το δριμύ σου κατηγορώ στις Δρίμες, διότι, ε, ας πρόσεχες.
Αλλά η παθολογία αυτού του άτιμου μήνα δε σταματάει εδώ. Πέρα από τις δρίμες και τα δεινά που προκαλούν, μπορεί και να κονομήσεις και κανένα ωραίο εγκαυματάκι στη μούρη από το Μάρτη, αν βγεις με ντάλα λιακάδα έξω χωρίς να φοράς το μαρτιάτικο βραχιολάκι, ναι, εκείνο που φτιάχναμε μικρά στα σχολεία στρίβοντας ασπροκόκκινη κλωστούλα.



Αυτό υποτίθεται ότι το φοράμε για να μη μας κάψει ο Μάρτης στο πρόσωπο. Το βγάζουμε με το που μπαίνει ο Απρίλης, ή όταν δούμε το πρώτο χελιδόνι, το παρασύνθημα, δηλαδή, για τον ερχομό της Άνοιξης.

Εδώ, στην Αθήνα, βέβαια, πού να δεις χελιδόνι, οπότε φόρα το όλο το μήνα να είσαι σίγουρος...

Οπότε πάρτε τα απαραίτητα μέτρα, κλωστούλα και μια ζακέτα παραπάνω, και βγείτε να γιορτάσετε το (ανεπίσημο, για 20 μέρες ακόμα) ξεκίνημα της Άνοιξης. Η γράφουσα, δε, αποφάσισε φέτος το Μάρτη να γίνει δρίμα, αφενός γιατί θέλει άλλοθι για να κάνει μπάνιο και αφετέρου γιατί έτσι, να παιδέψουμε λίγο τον κόσμο γιατί έχουμε τσαντιστεί λίγο τελευταία και μας βγαίνουν τα σαδιστικά μας.


(το απόσπασμα του Ν. Πολίτη το τζουρνέψαμαν από εδώ)

18 Φεβ 2010

Θα 'ναι σαν να μπαίνει η άνοιξη

Τέλειωσε το τριήμερον και ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του, που έλεγε και η γιαγιά μου. Έλα που δεν μπορούμε, όμως. Χτες και σήμερα έχει μια λιακάδα ΝΑ (με το συμπάθειο), και τρωγόμαστε όλοι να πετάξουμε βιβλία, να παρατήξουμε δουλειές και τα τοιαύτα και να βγούμε έξω να φωτοσυνθέσουμε.

Χτες ήπια το πρώτο μου καφεδάκι σε τραπεζάκι-έξω mode και ήταν σκέτη απόλαυση. Έβλεπα στα πρόσωπα των ανθρώπων το κλασικό χαμόγελο ανυπονησίας, αυτό που σε πιάνει όταν ο Φλεβάρης αρχίζει και γλυκαίνει:

“ΑΝΤΕ ΑΝΤΕ ΠΟΤΕ ΘΑ ΦΤΑΣΕΙ;”
“ΚΟΥΡΑΓΙΟ, ΚΟΝΤΕΥΕΙ.”
“ΠΕΡΙΜΕΝΩ!”

Δεν αναφέρομαι ούτε στον Γκοντό, ούτε στο επόμενο επεισόδιο του Dr. Who (να δούμε και τι θα καταφέρει ο ενδέκατος δόκτωρ ο παλικαράκος). Αναφέρομαι στη Μεγαλειότητά της, την Άνοιξη. Και στο γνώριμο συναίσθημα που σε πιάνει όταν βλέπεις τις ανθισμένες αμυγδαλιές.

Εδώ, παρατάμε τον πρόλογο και παραθέτουμε έναν υπέροχο μύθο εκ Πορτογαλίας (να δείξουμε και τι μαθαίνουμε στο μάθημα, ντε) για τις ανθισμένες αμυγδαλιές.

Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου εκεί στο Μεσαίωνα, τότε που υπήρχε ακόμα πανούκλα, μαγεία και το μπάνιο ήταν πολυτέλεια, η Πορτογαλία είχε πήξει στους Μαυριτανούς. Σε μια περιοχή που λεγόταν Αλγάρβη βασίλευε ένας νεαρός Σαρακηνός πρίγκιπας, μελαχρινός και πολύ σένιος τέλος πάντων. Στο κάστρο του δούλευε υπηρετριάκι μια κοπέλα ξανθούλα και γαλανομάτα, από τα βόρεια (μέχρι εδώ θυμίζει “13ο Πολεμιστή”). Ο πρίγκηπας στάμπαρε την Βικινγκούλα, και, σαν άντρας που ξέρει να μιλάει και να λέει τι θέλει, ξημεροβραδιαζόταν στην κουζίνα όπου δούλευε η νεαρά, σπουδάζοντας τον έρωτα και ξεχνώντας τον πόλεμο. Λίγο από 'δω, λίγο από 'κει, δεν ήθελε και πολύ η μικρή, τσουπ τα φτιάξανε. Καθώς ο πρίγκηψ ήταν και ερωτευμένος, της έκανε και πρόταση γάμου, τσουπ βασίλισσα το υπηρετριάκι. Μια χαρά. Και τεκνό και βασιλιάς και να την έχει σαν τα μάτια του, ε τι άλλο ήθελε.

Έλα που ήθελε, όμως. Κάθε γυναίκα πάντα θέλει κάτι. Είναι νόμος, αλλιώς δε θα υπήρχε αυτό το θαυμαστό πράγμα, που αποτελεί πονοκέφαλο για τους άντρες και μέθοδο εκτόνωσης της έντασης για τις γυναίκες: Η κρεβατομουρμούρα.

“Αχ, καλέ μου, δεν είμαι καλά”, στέναζε η ξανθούλα.
“Τι έχεις αγάπη μου; Θέλεις μπουζούκια; Πάμε!” απαντούσε ο άντρας της ανήσυχος.
“Δε θέλω μπουζούκια, αγάπη μου, αλλά...”
Κι εκεί έβαζε τα κλάματα.

Μην τα πολυλογώ, η κλάψα της πριγκίπισσας τράβηξε καιρό. Πρώτα στέναζε, μετά έκλαιγε, μετά έβαλε Cure και κοιτούσε με απλανές βλέμμα το ταβάνι και τέλος αρρώστησε. Έπεσε στο κρεβάτι και δεν έτρωγε ούτε μιλούσε σε κανέναν.

Τρελαμένος από ανησυχία, ο πρίγκηψ, κουβαλάει άρον-άρον τον Χάουζ και την ομάδα του. “Γιατρέ μου η γυναίκα μου έγινε γκοθού”.
“Η γυναίκα σου έχει κατάθλιψη” απεφάνθη ο Χάουζ μετά τη διαφορική. “Μήπως έχεις μικρό πουλί;”
“Εεεε... δε νομίζω”, απαντά ο πρίγκηψ.
“Everybody lies” του λέει κι ο Χάουζ..

Κάπου εκεί ανοίγει για λίγο τα μάτια η ξανθούλα. “Το χέσατε. Αυτό που θέλω είναι χιόνι!”

ΧΙΟΝΙ.

Με άλλα λόγια, η ξανθούλα μας αρρώστησε από νοσταλγία. Τον πόνο για το σπίτι. Της έλειπαν τα μέρη της, εκεί ψηλά που φορούσαν κράνη από κέρατα και έπιναν υδρόμελι και έπεφταν σε μπερζέρκ στον πόλεμο και ήθελαν να πεθάνουν για να πάνε στη Βαλχάλα.

Ξύνει την κεφάλα του ο πρίγκηπας. “Και τι να κάνω για το χιόνι, εδώ κάτω, που σκάει ο τζίτζικας χειμώνα-καλοκαίρι;”
“Πλάκωσέ την στα Ζάναξ να τελειώνουμε”, απαντάει ο Χάουζ.
“Δεν θα κάνω τη γυναίκα μου τζάνκι”, απαντά ο πρίγκηψ. “Και μπορείς να φύγεις, νομίζω, ούτως ή άλλως εξυπηρέτησες το σκοπό σου στην ιστορία, οπότε beat it, αντιπαθητικέ τύπε.”

Φεύγει ο Χάουζ, ξαναξύνει κεφάλα ο πρίγκηψ, βρίσκει τη λύση.

Δίνει όρντινο να τρέξουν στις γειτονικές χώρες, να βρουν αμυγδαλιές και να τις φυτέψουν γύρω-γύρω από το παλάτι. Φωνάζει και τον αρχιμάγο, του λέει να ρίξει ένα spell, να μεγαλώσουν γρήγορα οι αμυγδαλιές, και σε μια μέρα είχαν φυτρώσει, είχαν πεταχτεί, είχαν βγάλει λουλούδια.

Παίρνει τη γυναίκα του, στράτα-στρατούλα στο παράθυρο, “Κοίτα, αγάπη μου. ΧΙΟΝΙ.”
Τής άρεσε η θέα της πριγκίπισσας, είχε κουραστεί να είναι και άρρωστη ούτως ή άλλως, κοιτάει τον καλό της με ματάκια δακρυσμένα, σκάει χαμόγελο.

Κι έτσι ήρθαν οι μυγδαλιές στην Πορτογαλία, και όταν βγάλανε καρπούς το βασιλικό ζεύγος έτρεχε από κάτω να τα μαζέψει και κάπως έτσι λένε ότι πρωτοειπώθηκε και η ατάκα “Στάσου, Άναμπελ, μύγδαλα.”, καθότι την ξανθούλα την λέγανε Άνναμπελ.

Και ζήσαν καλά γιατί έτρεχαν γύρω από τις αμυγδαλιές και κυλιόντουσαν στα χορτάρια και φτιάξαν τρία συκώτια από τους ερωτευμένους τους χαζογέλωτες, όπως θα έπρεπε να κάνουν όλοι οι ερωτευμένοι τελοσπάντων. Κι επειδή ο πρίγκηψ μόνο αυτά έκανε, ίσως για αυτό και η Πορτογαλία να είναι και τόσο μικρή χώρα. Ποιος ξέρει.

Και ζήσανε αυτοί καλά. Εμείς, από την άλλη, δεν ξέρω αν ζούμε καλύτερα με όλο αυτό το άγχος και τα καυσαέρια και τα τρεξίματα και τις γκρίνιες. Αλλά οι ανθισμένες αμυγδαλιές σού αλλάζουν την ψυχολογία. Αλλάζεις διάθεση, χαμογελάς πιο πολύ, ακούς πιο χαρούμενες μουσικές και αρχίζεις να παρατάς ηθελημένα τα winter blues και να μπαίνεις σε “Θα 'ναι σαν να μπαίνει η άνοιξη” mode.

Και είναι ωραία.



Τόσο ωραία, μάς έχει πιάσει τόσο ωραία, που δεν θα αντισταθούμε και θα σας παραθέσουμε soundtrack.


Paul Giovanni - Maypole
Τα παγάνια την Πρωτομαγιά την λένε “Beltane” και γυρίζουν το γαϊτανάκι. Αυτά μάς τα λέει η ανυπέρβλητη και ολίγον τι καλτ ταινία “The Wicker Man” (όχι η πατάτα με τον Κέητζ, ο προκάτοχός της με τον Κρίστοφερ Λη). Δείτε την κι ακούστε το χτες. Είναι αμφότερα υπέροχα.


Fleet Foxes – Quiet Houses
Το πιο ξέφρενα χαρούμενο κομμάτι των Fleet Foxes, όσο ξέφρενοι και χαρούμενοι μπορεί να είναι οι Fleet Foxes. Είναι όμως οι Fleet Foxes, μυρίζουν φύση, φανελένια πουκάμισα και Απαλάχια και θέλω να παντρευτώ τον τραγουδιστή τους κάτω από έναν καταρράκτη. Άρα δεν μπορούν να απουσιάζουν από το ανοιξιάτικο σάουντρακ. Αυτό το τραγούδι είναι ωραίο, είναι αυτό που πρέπει να τραγουδάμε στους μουρτζούφληδες φίλους μας όταν δεν την παλεύουν : “Ξεκόλλα και έλα μαζί μας. Άιντε.”


Mercury Rev – Blue Clouds
Έφαγες φρίκη και χτυπούσες επί ένα χειμώνα το κεφάλι σου στο ντουβάρι; Θέλεις να κάνεις κάτι επειγόντως να ανεβάσεις το constitution σου; Έβγα έξω, κοίτα το γαλάζιο ουρανό και γλείψε τις πληγές σου με αυτό το κομμάτι. Με τη συγκεκριμένη εκτέλεση όμως, όχι τη γνήσια του Johnston που παραείναι καλτ και βασανισμένος για να νιώσουμε ωραία.


Devendra Banhart – I Just Feel Like A Child
Ίσως το πιο feel good κομμάτι του αυτοαποκαλούμενου Βασιλιά των Ξωτικών (aka “Έχω καπνίσει τα πάντα, τα κοάλα, τα ρακούν και τα καγκουρώ). Ο τύπος παίρνει τα πρωτεία καμμενιάς, αλλά αυτό το τραγούδι δεν μπορεί να μη σου φτιάξει τη διάθεση και να βγάλει το ελαφρώς σκανταλιάρικο κωλοπαίδι από μέσα σου. Λίγη chaotic συμπεριφορά κάνει θαύματα ώρες ώρες.

Siouxsie and the Banshees – Peek-A-Boo
Είμαστε κρυφογκόθια, τι να κάνουμε. Έλα όμως που αυτό το τραγουδάκι δεν έχει καμμία σχέση με γκοθίλες, τουναντίον σε κάνει να θέλεις να κρυφτείς πίσω από τα δέντρα και να αρχίσεις φωνάζεις με φωνή πεντάχρονου “ΠΟΥΤΘΑ!”, βλεφαρίζοντας τα ματάκια σου σαν μικρό κοριτσάκι σε anime.

Animal Collective – Fireworks
Εδώ τρέχουμε και κυλιόμαστε στα χορτάρια και γελάμε σαν βλαμμένοι. Απλά.

Fleetwood Mac – The Chain
Απαραίτητο όταν είσαι με παλιούς φίλους εκδρομή, και συνειδητοποιείς ότι παρόλες τις σκατίλες που περάσατε, τους αγαπάς τους μπούστηδες, damn them, και τους το εκδηλώνεις τραγουδώντας τους αυτό, χορεύοντας με τον έναν και πειράζοντας τον άλλον. Η άνοιξη είναι το κλείσιμο των παλιών rites of passage, η εκκίνηση νέων και καλύτερη μετάβαση από αυτό εδώ το τραγούδι δεν υπάρχει. Θέλω την παρέα μου κι έναν καταρράχτη. Χτες.

Saturnalia – Dreaming
Κι εκεί που ξαναματασυμφιλιωθήκατε και ματαξανααγαπηθήκατε, θα ακούσετε αυτό και θα καταλήξετε να στριφογυρίζετε σαν δερβίσηδες στο δάσος βομβαρδίζοντας με χαμογελόνια ο ένας στον άλλον. Με την ευχή μου και να μου φέρετε και μύγδαλα.



John Cale & Terry Riley – Ides of March
Ένα ασυνάρτητο, πιανιστικό συνονθύλευμα που σε κάνει να θες να χοροπηδάς όλη την ώρα, σαν να έχεις βάλει εκείνα τα παπούτσια που χορεύεις non-stop.

Led Zeppelin – Whola Lotta Love
Άνοιξη=αγάπη. Δεν το λέω εγώ. Το λένε τα λουλουδάκια που επικονιάζονται, τα πουλάκια που πετάνε και οι μελισσούλες που κάνουν βουμ-βουμ.





Ήταν μια κοινωνική προσφορά του Πούκα.

21 Οκτ 2009

Temple of Love

Silence. Under the orange tree. The stars, far away.

I miss you and I miss myself. I'm tired.


The City. Big and vague, stretching Herself mercilessly until She reaches the four extremities of the horizon. Until she devours the stars.


Blind and old, She is. A filthy, old whore. Embracing us until suffocation. Breathing us till we drop dead. Glass-eyed.


The City. Hordes of undead creatures going up and down in Her veins. Her blood we are. Filling the streets with sweat, until the night guides us into the safety of our bed – or to the labyrinths of the Inner City.

Inner, sinner city.


My labyrinth is an island, surrounded by a sea of shit and dirt. Surrounded but not surrendered.


There are orange trees. And I can see the stars, far away.


My labyrinth is called Aghape. My name is Margarita. I am undead, another vessel carrying blood over the city streets.


Beyond the piss and dirt. From the sea of shit to the island of sin.

To the labyrinth.


Fearlessly. Ferociously.

Willingly and gladly.


To the eyes and the silence, the orange trees and the stars, far away.


My name is Margarita. I am human, and Aghape is my Temple of Love.

7 Σεπ 2009

Ο Dylan και τα φωσφοροσκούληκα

Έφτιαξα, λοιπόν, το blog, και πιστεύω ότι βγήκε αξιοπρεπές, αν όχι όμορφο. Αν περιμένατε κάτι πιο νεραϊδίστικο, θα σας απογοητεύσω – αφενός τα μισά λινκ που είχα για τις νεράιδες είναι νεκρά (ζωή σε λόγου μας, κι ας μη μας κέρασαν κόλλυβα) και βαριέμαι να τα ξαναψάχνω. Αφετέρου, αν ψάξετε για νεράιδες θα τα βρείτε σκούρα: θα σας κάνουν το βίο αβίωτο και θα γουστάρουν κι από πάνω: θα σας χαλάνε το πλυντήριο και όταν βάζετε μπουγάδα θα σας ρίχνουν από τα χέρια τη λεκάνη με τα βρωμόνερα, θα σας κλέβουν τα ταίρια των ριγέ καλτσών, για να μοιάζετε (ακόμα πιο πολύ) με παρτσακλό, θα δίνουν εντολές στα περιστέρια να μη φύγουν από το μπαλκόνι σας αν δεν το κάνουν πρώτα σαν γλυπτό μοντέρνας τέχνης από πουλόσκατα... Ε, όχι, όσο περνάει από το χέρι μου οφείλω να σας προστατέψω. Ignorance is bliss καμιά φορά, ειδικά όταν πρόκειται για υπερκινητικά, σαρδόνια, κακομαθημένα πλασματάκια.

Οχι. Αυτή η βερσιόν είναι λιγότερο παραμυθένια. Ίσως επειδή μεγάλωσα. Ίσως επειδή κουράστηκα. Ίσως επειδή βαρέθηκα. Ίσως επειδή δεν είμαι εγώ, με έχουν απαγάγει οι νεράιδες και με κρατούν φυλακισμένη στη νεραϊδοχώρα, όπου με έχουν ως το guinea pig τους για σατανικά πειράματα ή ως σκεύος των άνομων ηδονών τους, ή και τα δυο, και οι λέξεις που διαβάζετε γράφονται από το χτικιάρικο, κακομούτσουνο και μοχθηρό changeling που πήρε τη θέση μου (λες και θα προκόψει).

Το μόνο παραμυθένιο που έμεινε είναι ο στίχος του Dylan Thomas, του πιο υπεργαμάτου ποιητή που έβγαλε ποτέ η Ουαλία: αλαφροϊσκίωτος από τη μια λόγω κελτικής καταγωγής, ζορισμένος από το αποστειρωμένο καθολικό του backround από την άλλη, αλκοολικός (το αναπόφευκτο αποτέλεσμα) και πέρα για πέρα τρυφερός, ο καλός μας Dylan, επηρέασε κατά μεγάλο βαθμό έργα μεταγενέστερων.

Out of confusion, as the way is,
And the wonder, that man knows,
Out of the chaos would come bliss.”

Πες μου. Πες μου πώς να μην ανατριχιάσω όταν διαβάζω τρεις – τρεις, γαμώτο – στίχους που απεικονίζουν τον Κόσμο σαν φωτογραφία πυροτεχνήματος.

Ή το άλλο, εδώ που θέλω να σταθώ, γιατί άλλα λέω κι άλλα σάς έταξα στον τίτλο του post:

And, broken ghosts with glow-worms in their heads,
The things of light
File through the flesh where no flesh decks the bones
(από το “Light breaks where no sun shines”)

Φαντάσματα με πυγολαμπίδες στα κεφάλια τους. Απλά οπτικοποίησέ το. Απλά.

- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -

Τώρα που ανατρίχιασατε και τώρα που ανατρίχιασα, ας αλλάξουμε ύφος γιατί παρασοβαρέψαμε, κι ας πάμε σε κάτι πιο nerdy.

Πριν είπα “πυγολαμπίδες στα κεφάλια τους”. Κι όμως, είναι λάθος. Όχι για τεχνικούς λόγους – για βιολογικούς.
Δεν το ήξερα αυτό, νόμιζα ότι glow-worm, όπως και firefly, είναι η πυγολαμπίδα. Αλλά δεν είναι έτσι.
Η φίλη μου η Ινκυνέμπουλα, φοβερή σκιτσογράφος και nerd της ζωολογίας, της εντομολογίας, και της φύσης γενικότερα, με πληροφόρησε ότι οι πυγολαμπίδες (fireflies) πετάνε, και μάλιστα μόνο το αρσενικό. Αντιθέτως, τα glow-worms, δεν πετάνε, αλλά έρπουν. Το δηλώνει και το δεύτερο συνθετικό του ονόματός τους, εξάλλου.

Με λίγη έρευνα ανακαλύπτω ότι η Ίνκυ έχει δίκιο (όπως πάντα, ειδικά όσον αφορά τα έντομα και τα anime): Το glow-worm είναι κοινό όνομα διάφορων ομάδων εντόμων, και μάλιστα της προνύμφης τους ή του θηλυκού κάποιων ειδών σκαθαριών, που έχει προνυμφιακή μορφή (τέτοια είναι μάλιστα και η περίπτωση της πυγολαμπίδας).

Και εκεί ξενερώνω, γιατί καταρρίπτεται μια πολύ ρομαντική εικόνα που είχα στο μυαλό μου από μικρή: τις πυγολαμπίδες να ζευγαρώνουν χορεύοντας στον αέρα.

Όχι. Οι πυγολαμπίδες το κάνουν στη γη. Το θηλυκό φωσφορίζει και περιμένει με ανοιχτά τα πόδια, το αρσενικό φωσφορίζει και στέλνει μια απάντηση, το θηλυκό ξαναφωσφορίζει και απαντάει στο αρσενικό, το αρσενικό κατεβαίνει φωσφορίζοντας και τσου-τσουπ γίνεται η δουλειά, κατάχαμα και χωρίς πολλά-πολλά. Αν φωσφορίζουν την ώρα που το κάνουν, δεν το γνωρίζω. Αλλά φαντάζομαι πως όχι, τσάμπα τόση ενέργεια;

Άλλο ζήτημα: πώς στο καλό μεταφράζεται η λέξη glow-worm στα ελληνικά; Σε μια μετάφραση του ποιήματος το είχαν αποδώσει ως “φωτοβόλα σκουλήκια”. Ταιριάζει πολύ με το ύφος γραφής του Thomas, δεν αντιλέγω. Αλλά πιο συνοπτικά; Φωσφοροσκούληκα, ας πούμε. (Και κάπου εδώ τρίζουν τα κόκαλα του Dylan).

Αυτά. Σας αποχαιρετώ με το ηθικό δίδαγμα – ignorance is bliss, και τούτο γιατί άλλη γοητεία έχει η εικόνα ενός φαντάσματος με πυγολαμπίδες να χορεύουν με περίσσια χάρη γύρω του, κι άλλη το ίδιο φάντασμα με το κεφάλι του παστωμένο από φωσφοροσκούληκα: μου θυμίζει τον Λίτο τον Ατρείδη Νουμεροδύο, που έγινε κολάζ από αμμοπέστροφες. Μπλιαχ.

Ορίστε και λίγος Dylan μελοποιημένος από έναν άλλο μεγάλο μου έρωτα, τον John Cale:

30 Αυγ 2009

Aχ.

Λένε ότι οι Κυριακές είναι μέρες ράθυμες, για μας. Μέχρι και ο Θεός, κατά τας Γραφάς, την έβδομη μέρα παράτησε ό,τι έφτιαξε ως τότε, το θαύμασε για λίγο (“τι έκανα πάλι, ο πούστης!”) και πήγε στο καφενείο να παίξει πρέφα με τον Γαβριήλ, το Μιχαήλ και το Άγιο Πνεύμα.
Μάλλον εκεί ξεχάστηκε και έμειναν κάποια πράγματα μισοτελειωμένα (π.χ. τα φτερά των πιγκουίνων ή η ουρά του ανθρώπου) αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία και φυσικά δεν έχω ούτε τα θρησκειοκοσμολογικά προσόντα (ευτυχώς!) ούτε διάθεση να την διηγηθώ. Μένουμε στο γεγονός ότι οι Κυριακές είναι μέρες δικές μας.

Ξυπνάω λοιπόν κατά τις εννέα το πρωί – το πρωινό ξύπνημα μού έχει μείνει από τη δουλειά κι έχει πλάκα) – πίνω στα γρήγορα (το πιστέψατε, ε;) το καφεδάκι μου και ξεκινάω φασίνα. Τρεις ώρες μετά κι αφού μου είχε φύγει η μέση, φτιάχνω ένα μίνι θερμοκήπιο για τα καινούρια μωρά μου, μέντα και βασιλικό, οργανικά παρακαλώ.

Πάει κι αυτό. Έχω κι άλλη όρεξη. Θέλω να κάνω πράγματα σήμερα, πώς το λένε; Τουλάχιστον μέχρι τις 5, που θα πήγαινα για καφέ με το Μάικ, έτερο δυνάμει γραφιά (όταν τελειώσουμε τα βιβλία μας τότε θα λέμε ότι είμαστε δυνάμει συγγραφείς, όταν τελειώσουμε και το τρίτο βιβλιο, ναι, ίσως και να είμαστε συγγραφείς) στα Εξάρχεια.

Αποφασίζω να πλέξω κάτι. Έχω καιρό να πλέξω κάτι κι αυτό τον καιρό έχω γενέθλια. Όχι εγώ, δηλαδή, φίλοι μου έχουν γενέθλια και ως εκ τούτου πρέπει να βρω δώρο. Αλλά γιατί να βρω δώρο όταν μπορώ να φτιάξω κάτι καλύτερο, με μεράκι και αγάπη;
Απλώνω τα κουβάρια μαλλί στο κρεβάτι και αποφασίζω χρωματικούς συνδυασμούς. Βγαίνουν στο μυαλό μου κάτι σχέδια τρελά. Παίρνω φόρα και...
...συνειδητοποιώ ότι δεν έχω βελονάκια. Δεν είναι στα κουβάρια. Άφαντα.
Ε δεν πειράζει, θα είναι στο σεντουκάκι, λέω χαμογελώντας.

Αμ δε.

Να μην τα πολυλογώ, ξέρετε τι γίνεται όταν χρειάζεσαι κάτι απεγνωσμένα και δεν είναι εκεί που θα έπρεπε να είναι. Κάνεις όλο το σπίτι λίμπα και δεν το βλέπεις πουθενά, και ξέρεις ότι θα το βρεις σε ανυποψίαστο χωρόχρονο, όταν πια δε θα το έχεις ανάγκη. Σαν να άνοιξε η γη και να το κατάπιε, σαν να έκαναν τα ξωτικά έφοδο στο σπίτι όταν κοιμόσουν και στο απήγαγαν.
Η μαλακία είναι ότι δεν υπάρχει ούτε σημείωμα που να λέει: “Τάδε η ώρα στο τάδε μέρος, με 20 μπισκότα βουτύρου, γνήσια, σημαδεμένα και αφάγωτα”. Φυσικά, θα πείτε, δεν υπάρχουν ξωτικά, πόσο μάλλον για να κλέψουν τα δικά σου τα βελονάκια.
Δε θα πάω κόντρα στην άποψή σας αυτή, δημοκρατία έχουμε. Δε με ενδιαφέρει κιόλας. Αυτό που με καίει είναι πού στο Νυαρλαθοτέπ είναι τα βελόνια μου.

Σταματάω να ψάχνω κατά τις 3, όταν έχω πλέον αποφασίσει ότι πιο εύκολη είναι η αναζήτηση της Άγνωστης Καντάθ από των βελονιών μου. Στο μεταξύ έχει σκάσει και μήνυμα από το Μάικ ότι είναι πολύ κουρασμένος από τη δουλειά οπότε να τα πούμε αύριο.

Πανέμορφα. Έχω ακόμη μισή Κυριακή δική μου, αλλά όχι βελόνια, ούτε βόλτα. Όπως φαίνεται, το “β” δεν είναι το γράμμα μου σήμερα. Ελπίζω να μην τύχω στο διάβα του Βι του Βεντέττα. Θα με κάνει Βιενέττα. Εκείνο το παγωτό της ΕΒΓΑ που τρώγαμε την εποχή των δεινοσαύρων κι έκανε ΚΡΑΤΣ ΚΡΑΤΣ στο στόμα.

Κάπου δω σταματάνε οι συνειρμοί, γιατί θα το κάψω. Πάω να σκεφτώ τι θα κάνω την υπόλοιπη μέρα μου. Εσείς, καμαρώστε τα χαϊρια μου:



(Tο DIY θερμοκήπιο. Αριστερά η μέντα, δεξιά ο βασιλικός)

2 Ιουν 2009

Περί φιλιών και νεραϊδών...

“"I think it's perfectly sweet of you," she declared, "and I'll get up again," and she sat with him on the side of the bed. She also said she would give him a kiss if he liked, but Peter did not know what she meant, and he held out his hand expectantly.
"Surely you know what a kiss is?" she asked, aghast.
"I shall know when you give it to me," he replied stiffly, and not to hurt his feeling she gave him a thimble.
"Now," said he, "shall I give you a kiss?" and she replied with a slight primness, "If you please." She made herself rather cheap by inclining her face toward him, but he merely dropped an acorn button into her hand, so she slowly returned her face to where it had been before, and said nicely that she would wear his kiss on the chain around her neck. It was lucky that she did put it on that chain, for it was afterwards to save her life.”


................................................................................


"And I know you meant to be kind," she said, relenting, "so you may give me a kiss."
For the moment she had forgotten his ignorance about kisses. "I thought you would want it back," he said a little bitterly, and offered to return her the thimble.
"Oh dear," said the nice Wendy, "I don't mean a kiss, I mean a thimble."
"What's that?"
"It's like this." She kissed him.
"Funny!" said Peter gravely. "Now shall I give you a thimble?"
"If you wish to," said Wendy, keeping her head erect this time.
Peter thimbled her.”


................................................................................



"You see, Wendy, when the first baby laughed for the first time, its laugh broke into a thousand pieces, and they all went skipping about, and that was the beginning of fairies."






(J.M. Barrie's "Peter Pan and Wendy". Μπορείτε να το βρείτε ηλεκτρονικά ΔΩΡΕΑΝ εδώ, αν και θα σας συνιστούσα να ψάξετε την υπέροχη, μεταφρασμένη στα ελληνικά έκδοσή του από τον Πατάκη.)

5 Μαΐ 2008

Mαγικός Ρεαλισμός - μια ακόμη περιπέτεια του Ιπτάμενου Τσουρεκιού

(χτυπάει το τηλέφωνο)
Τεντώνω το χέρι σκουντούφλικα, αναρωτώμενη ποιος με παίρνει αξημέρωτα.
-Ννννναααααιιιι...
-'Καλημέρα κοριτσάκι μου.
(πολύ γλυκά μου μιλάει, κάτι θα θέλει.)
-Ελα ρε μπαμπά.
-Θα μου κάνεις μια δουλίτσα;
-....νννννααιαιαιαιαιαι...
-Λοιπόν θα πας στις τάδε τράπεζες να πάρεις τα τάδε χαρτιά και μετά θα τα πας στο λογιστή. Καλά;
(σιχτιρίζω από μέσα μου)
-Τττττιιιι ώρα είναι;
-Έντεκα και μισή.
-Οκέικ... Θα πιω τον καφέ μου όμως πρώτα, ναι;
-Καλά κουκλίτσα μου.



(Σε ένα εναλλακτικό κόσμο το δαιμόνιο μέλος Ιπτάμενο Τσουρέκι της διαβόητης ντισκορντιανής ομάδας των Τρελών της Πέμπτης Μαύρης Σακούλας αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας μια άκρως μυστική κι επικίνδυνη αποστολή: να πάει στο Τρίτο Αιθερικό Πεδίο και να μαζέψει τα συστατικά για την κατασκευή ενός πανίσχυρου φυλαχτού εκ μέρους του Κυνοκέφαλου μάγου Μπαλταζόρ Αζόρ Γαββ και να τα μεταφέρει με ασφάλεια στον έμπιστό του φύλακα Χοντρούλη Λεφτογλείφτη. Άραγε θα τα καταφέρει; Ή θα την σκοτώσουν τα πανίσχυρα fnord της Τάξης;)


Πίνω το καφεδάκι μου στα γρήγορα, γλυκό-γάλα-αχτύπητο, κάνω 2 τσιγαράκια να ανάψει η μηχανή, ντύνομαι και φεύγω.

(Είναι μια δύσκολη αποστολή. Το Ιπτάμενο Τσουρέκι προετοιμάζεται με υπερβατικό διαλογισμό για να γίνει επιτυχώς η αστρική προβολή, ειδάλλως τα κομμάτια της ψυχής της θα διασκορπιστούν από τον υλικό κόσμο έως το αχανές limbo με τα πλοκαμοφόρα πλάσματα που αφήνουν γλίτσες, σάλια και λοιπά σιχαμερά b-movie σωματικά υγρά. Αηδία. Αδειάζει το κεφάλι της γρήγορα από αυτές τις ζοφερές σκέψεις, ζωγραφίζει ένα sigil, κλείνει τα μάτια και φεύγει.)

Πρώτη στάση: Τράπεζα #1.
Μια ουρά από ηλικιωμένους που θα προτιμούσαν να παίζουν τάβλι στον καφενέ, αλλά τι να κάνουν, σύνταξη είναι αυτή, κυρίες με ταγέρ που ξεφυσάν σαν να χάλασε το παντεσπάνι της Μαρίας Αντουανέτας, έρμους φοιτητές που περιμένουν ώρα και δεν μπορούν να κάνουν ούτε ένα τσιγάρο. Τους κατανοώ.
Επιτέλους έρχεται η σειρά μου. Ο υπάλληλος που με εξυπηρετεί είναι γύρω στα τριάντα, ξεφυσάει στο κουστουμάκι του, η γραβάτα τον ζορίζει, τρώει τα νύχια του, αγχώνεται, βιάζεται, αναστενάζει και αρχίζει να με ρωτάει για ΑΦΜ, όνομα εταιρίας και όλα αυτά τα μπελαλίδικα. Του τα λέω, παίρνει τηλέφωνο τον πατέρα μου για επιβεβαίωση - “απλά για τα τυπικά, για τη δική σας προστασία”- ξανααγχώνεται, ξαναβιάζεται, ξαναξεφυσάει. Τον βλέπω κι αναρωτιέμαι πόσο βαθιά έχει χωθεί στην κρεατομηχανή κι αν αξίζει τελικά τόσος κόπος στο σχολείο και στις σπουδές, αν είναι να αγχώνεσαι για μια ζωή.
Κλείνει το τηλέφωνο, μου ζητάει ταυτότητα “απλά για τα τυπικά, για τη δική σας προστασία”. Του τη δίνω. “Ε ρε φακέλωμα που πέφτει”, λέω. Με κοιτάει για λίγο περίεργα και μετά γελάει, γελάω, γελάμε πολλή ώρα. Αποφορτίζεται και χαλαρώνει, εκτυπώνει το χαρτί, μου το δίνει, και ο τρόπος που μου λέει “καλό μεσημέρι” δείχνει ότι δε θα φάει άλλο τα νύχια του σήμερα – αν έχει μείνει και τίποτα. Βγαίνω χαρούμενη, έκανα την καλή πράξη της ημέρας.

(Πρώτη Στάση: Στρατόπεδο Εργασίας των Τρολ
Το Ιπτάμενο Τσουρέκι φτάνει πετώντας, η θέα των πελώριων Τρολ με την αλυσίδα στα πόδια να σπάνε πέτρες την γεμίζει μελαγχολία. Κοντά τους βρίσκεται ένα πλήθος από μεγαλειώδη Υψηλά Ξωτικά, που περιμένουν ψηλομύτικα και αλαζονικά να παραλάβουν τους ακατέργαστους πολύτιμους λίθους. “Καταραμένοι Αυτιάδες.” λέει μέσα από τα δόντια της.
Κατόπιν πλησιάζει ένα Τρολ που προσπαθεί με κόπο να σπάσει ένα μεγάλο βράχο. Ένα όμορφο κίτρινο φως φέγγει απαλά από μέσα.

“Ζαφειρικός Λαμπηδονίτης είναι αυτό;” ρωτάει το Τρολ ευγενικά.
“Ναι”, απαντάει το Τρολ μονότονα. “Γκαργκ'λ πρέπει βγάλει γρήγορα να πάει αφεντικό, αλλιώς αφεντικό όχι σούπα Γκαργκ'λ σήμερα.”
“Μη στενοχωριέσαι Γκαργκ'λ, θα τα καταφέρεις!”
“Γκαργκ'λ κουρασμένος, δε μπορεί βγάλει λαμπηδόνα”.

Το Τσουρέκι λυπάται το Γκαργκ'λ κι αποφασίζει ότι πρέπει να δράσει. Ανοίγει το μαγικό της τσαντάκι και βγάζει ένα πουγκί. Υπνόσκονη Της Μεγάλης Μύτης, προορισμένη να δρα μόνο στις λεγόμενες Φυλές του Μεγαλείου, όπως τα Υψηλά Ξωτικά, οι Δρακοκαβαλάρηδες και γενικά όσοι έχουν εξουσία στα χέρια τους και πουλάνε μούρη. Το πετάει στον αέρα πάνω από τα κεφάλια των Υψηλών Ξωτικών, ένας δυο προσπαθούν να αντισταθούν με κάποιο ξόρκι, αλλά μάταια. Κανείς δεν μπορεί να τα βάλει με το Τσουρέκι, τους Τρελούς της Πέμπτης Μαύρης Σακούλας και τις παντοδύναμες, χωρίς νόημα πατέντες τους.

Σε λίγο το μόνο που ακούγεται είναι το ροχαλητό των Αυτιάδων, μεγαλειώδες κι αυτό, και οι ζητωκραυγές των Τρολ. Το Τσουρέκι τούς λύνει γρήγορα και, βάρδος ούσα, τους λέει μια ιστορία για τις βαρβαρότητες άλλων πεδίων και δη του Υλικού Κόσμου, και συγκεκριμένα για ένα σύστημα που λέγεται Τραπεζικό και είναι πολύ χειρότερο από τα Στρατόπεδα Εργασίας τους . Τα Τρολ παίρνουν κουράγιο και αναζωογονημένα βγάζουν το λαμπηδονίτη γρήγορα, βοηθούμενα από τις μαγικές λέξεις του Τσουρεκιού. Ο Γκαργκ'λ χαρούμενος δίνει το λαμπηδονίτη στο Τσουρέκι και τρώει τριπλή μερίδα σούπα, έτσι για σπάσιμο στα αφεντικά. Το Τσουρέκι τους χαιρετά και πετά χαρούμενο για τον επόμενο προορισμό.)


Δεύτερη στάση: Τράπεζα #2.

Ο υπάλληλος με κοιτάει επιτιμητικά μέσα από το τζάμι. “Θα δω τι μπορώ να κάνω” λέει, εννοώντας “άντε στο διάολο ανόητη μικρή που έχεις το θράσος να με διακόπτεις από το ξύσιμο των γεννητικών μου οργάνων και το φλερτ με την κοπέλα του διπλανού ταμείου.”
Μου δίνει ένα χαρτί, το κοιτάω, δεν είναι σωστό. “Εμμμ... θα ήθελα την κίνηση από τότε που ανοίχτηκε ο λογαριασμός, όχι μόνο για αυτό το χρόνο.”
Δεύτερο δολοφονικό βλέμμα. “Συγνώμη που θέλω να κάνεις τη δουλειά σου, μαλάκα” λέω από μέσα μου.
“Γιάαααννηηηη...;” ακούγεται ένα νιαούρισμα από δίπλα. “Πότε θα κάνουμε τις πράξεις για τον Χατζητέεεεεεετοιο;”
Μαλλί πιο ξανθό κι από τις Μπρουνχίλντες της Σκανδιναβίας, πουκάμισο ανοιχτό έως την Άβυσσο, φούστα που κανονικά θα έπρεπε να λέγεται ζώνη, μακιγιάζ που δεν αφήνει ούτε καν να υποψιαστείς για το τι κρύβεται από κάτω, δεν είναι τηλεοπτική γλάστρα, δεν είναι η Μπάρμπι, είναι το κορίτσι του διπλανού Ταμείου.
“Με συγχωρείτε για λίγο”, λέει ο Γιάννης, Αιδοιόδουλος -sic- στο επίθετο, τα σάλια του έχουν ξαπλωθεί τόσο που σε λίγο θα βρέξουν τα παπούτσια μου.
Μονολογώ ένα “εντάξει” αλλά δεν τον συγχωρώ ούτε για λίγο ούτε για πολύ, περιμένω, οι πράξεις δεν έχουν τελειωμό, προσθέσεις και διαιρέσεις και πολλαπλασιασμοί, επιτέλους τέλειωσαν τα πιτσουνάκια μου, το “ευχαριστώ” της Μπρουνχίλντας-Χίλντας-Πάρις Χίλτον στάζει μέλι και ανείπωτες υποσχέσεις για καυτά βράδια, επιτέλους έχω την προσοχή του, του λέω αργά και σε ελληνικά δημοτικού τι θέλω ακριβώς, μου το δίνει, φεύγω χωρίς να ευχαριστήσω.

(Δεύτερη Στάση: Κατάστημα του δόκτορα Πούσισλεϊβ
Το Τσουρέκι έχει ακουστά για το μαγαζάκι αυτό. Έχει ό,τι μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος-ή-μη νους, αρκεί να πετύχεις τον εν λόγω δόκτορα χορτασμένο από γλυκιές ηδονές. Γιατί όταν τον πιάνουν οι στερήσεις του, το έχει κλειστό.
Αυτή τη φορά το μαγαζάκι έχει την ταμπέλα “Ανοιχτόν”, και το Τσουρέκι αισθάνεται τυχερή γιατί ξέρει πόσο σπάνιο είναι αυτό. Παίρνει μια βαθιά ανάσα και μπαίνει μέσα. Ο Δόκτορας, ψηλόλιγνος και γκριζομάλλης, με τεράστια χρωματιστά γυαλιά και μάτια που γυρνάνε σαν τρελά έχοντας δική τους πρωτοβουλία, την ρωτάει μελιστάλαχτα τι θέλει. Η γλώσσα του στάζει γλίτσα και χαλασμένη ζάχαρη.
Το Τσουρέκι θέλει ένα μπουκαλάκι με κάτουρο γυρίνου που γεννήθηκε στην πανσέληνο από βατραχίνα που έχασε την παρθενιά της από τον Πρίγκιπα-που-μεταμορφώθηκε-σε-Βάτραχο-και-μετά-ξαναέγινε-Πρίγκιπας, πριν βέβαια μπει στο τελευταίο στάδιο της εξέλιξης. Ο Δόκτορας ψάχνει για πολλή ώρα γιατί αυτό το συστατικό είναι εξαιρετικά σπάνιο. Εκείνη την ώρα έρχεται η βοηθός του, μια πανέμορφη Γοργόνα με νούμερο τέσσερα κοχυλοσουτιέν, που μόλις έκανε απολέπιση στην υπέροχη ουρά της. “Ήρθε η ώρα για τη θεραπεία σου, Αγαπούλη” του λέει λάγνα.
Ο Δόκτορας ούτε καν κοιτάει το Τσουρέκι, πιάνει τη Γοργόνα από το χέρι και τρέχουν στο πίσω δωματιάκι.
Το Τσουρέκι νευριάζει, κάνει το μαγαζί άνω-κάτω, βρίσκει το συστατικό που θέλει και σχεδιάζει την εκδίκησή της. Πώς θα τιμωρήσει το Δόκτωρα; Μια λαμπρή ιδέα σκάει σαν κεραυνός στο όμορφο κεφαλάκι της, ενθυμούμενη τα λόγια ενός διάσημου στον Υλικό κόσμο σεξολόγου: “για να έχετε περισσότερες σεξουαλικές επαφές, βγάλτε την τηλεόραση από την κρεβατοκάμαρα.” Το Τσουρέκι τρίβει τα χέρια της σατανικά και βγάζει από το θαυματουργό τσαντάκι της ένα home cinema και μπόλικα dvd. Αυτό ήταν Ο Δόκτορας δε θα ξαναπάει ποτέ στο πίσω δωματιάκι.)


Τρίτη στάση: Τράπεζα #3 και το τέλος του προορισμού

Το υπόλοιπο τρέξιμο ήταν χωρίς εμπόδια. Η ταμίας στην τρίτη τράπεζα είχε ήδη μιλήσει με τον πατέρα μου κι είχε τις εκτυπώσεις έτοιμες. Ήταν πολύ γλυκιά και γελαστή, τόσο πολύ που με έκανε να αναρωτηθώ για την ύπαρξη Ανθρώπων σε τράπεζες. Ίσως, λέμε ίσως, να την γλιτώσω την κρεατομηχανή... Όταν μεγαλώσω.
Το πρόβλημά μου ήταν ο λογιστής, που είχε το γραφείο του στην άλλη άκρη της πόλης. Βαριόμουν κάθε φορά να πάω. Ευτυχώς αυτή τη φορά είχα προνοήσει και είχα το Mp3player μαζί. Πέντε τραγούδια Arcade Fire μετά είχα φτάσει. Ο λογιστής τσέκαρε τα χαρτιά, τα βρήκε εντάξει, και έφυγα για το σπίτι τρεχάτη. Είχα μια ιστορία να γράψω...


(Το υπόλοιπο ταξίδι του Τσουρεκιού κύλησε ομαλά. Έκανε μια στάση ακόμα στο Χάνι του Ντουίζιλ, όπου η γελαστή χόμπιτ σερβιτόρα της έδωσε αμέσως αυτό που της ζήτησε, και την κέρασε βουτυρόπιτα με φεγγαρόσαλτσα. Έμεινε εκεί το βράδυ, πληρώνοντας το Χάνι με μια ιστορία όσων της είχαν συμβεί μέχρι εκείνη τη στιγμή και την άλλη μέρα ξεκίνησε για την περιοχή που θα έβρισκε τον Λεφτούλη Χοντρογλείφτη.
'Ενα πράγμα προβλημάτιζε το Τσουρέκι: Η διαδρομή ήταν πάρα πολύ μεγάλη και δεν είχε καμιά όρεξη να την κάνει πετώντας μόνη της. 'Εβγαλε τότε από το θαυματουργό τσαντάκι την δρακοσφυρίχτρα της, φύσηξε πέντε φορές και σε λίγο προσγειωνόταν δίπλα της ο Σινγκ-Σινγκ, ο κινέζικος δράκος , φίλος από παλιά των Τρελών της Πέμπτης Μαύρης Σακούλας. Τον έλεγαν Σινγκ-Σινγκ γιατί του άρεσε πολύ να τραγουδάει στα αγγλικά, ειδικά ένα μυστήριο συγκρότημα μάγων που λέγονταν Arcane Fire. Την πήρε στην πλάτη του και πέταξαν μαζί.
Πέντε τραγούδια μετά, ο Λεφτούλης Χοντρογλείφτης εξέταζε ευχαριστημένος τα μαγικά συστατικά. Το φυλαχτό του Κυνοκέφαλου μάγου Μπαλταζόρ Αζόρ Γαββ θα ήταν έτοιμο σε τρεις μέρες... Κι όλα αυτά, χάρη στην πολύτιμη βοήθεια του πάντα γενναίου Τσουρεκιού. Της έδωσε πέντε ονειρονομίσματα ανεκτίμητης αξίας και την έστειλε στο καλό...)

30 Απρ 2008

A kiss in the dreamhouse

Οχι, δε θα μιλήσουμε για Siouxsie and the Banshees, από τον τίτλο άλμπουμ των οποίων έκλεψα τον τίτλο για το ποστ.

Dreamhouse είναι πουκιστί το σπίτι της γιαγιάς Ελένης - aka Terminator (όποιος δε βαριέται ας ψάξει το ποστ 5/2/2005 - μα πόσο παλιο είναι το πουκομπλογκ τέλος πάντων).

Το Ονειρόσπιτο, λοιπόν, είναι χτισμένο στην πλαγιά ενός λόφου - χαράδρα το λέει η γιαγιά κι έφτιαξε μονοπατάκι να πηγαίνουμε γρήγορα στο σχολείο κάτω, διότι η ευθεία είναι ο συντομότερος δρόμος, όπως έλεγε ο παππούς ο Θανασάκης. Ένα σπιτάκι μικρό και χαμηλοτάβανο, ζεστό και άνετο όμως με όλα τα εργόχειρα της γιαγιάς - τις κουρτίνες, τα μαξιλάρια, τα "σεμέν" και τα "καρέ" (το τελευταίο τι είναι μη με ρωτάτε, είναι ελενίστικα).

Και πέρα από το σπιτάκι, η Αυλή. Μεγάλη και πνιγμένη στα λουλούδια, στα θαμνάκια, και τα παιδοτόπια της γιαγιάς, που όλα τα έφτιαξε αυτή, καστράκια από κοχύλια, ξύλινα μπαλκονάκια, αποθηκούλες που έγιναν κουκλόσπιτα και τόοοοοσα άλλα ακόμα.

Σ'αυτή την αυλή μεγαλώσαμε, εκεί παίξαμε κρουαζιερόπλοια, κούκλες, με βιο-χλαπάτσες (θυμάστε;) , ιδρώσαμε με τη γιαγιά να τρέχει από πισω μας ουρλιάζοντας "φόρα το κασκορσέεεεεεε" - έτσι λέει το αθλητικό φανελάκι-, τσιρίξαμε για να ακουστούμε πιο δυνατά από τα Μεγάλα Παιδιά που έπαιζαν ποδόσφαιρο στο σχολείο από κάτω, μαλώσαμε γιατί η Λένα πάντα ήθελε να κάνει την πριγκίπισσα κι εγώ έπρεπε πααααλι να κάνω την κακιά βασίλισσα , κλάψαμε όταν οι κακοί σουλτάνοι μάς απήγαγαν τις κούκλες , γελάσαμε όταν πέτυχε η επανάσταση στο γαλαξία κτλ κτλ.

Μετά μεγαλώσαμε - αναγκαστικά-, κι όσες αντιστάσεις κι αν κράτησε η γράφουσα δεν μπόρεσε να παίξει άλλο. Το ξύλινο μπαλκονάκι έτρεμε γιατί είχε σαπίσει, η αποθηκούλα ήταν πολύ χαμηλή πια για μας.

Κι έτσι αποφάσισαν να γκρεμίσουν το σπίτι, να χτίσει η θεια μου ένα καινούριο εκεί.

Δε θυμώνω, δε στενοχωριέμαι, δεν ωρύομαι, δε βγάζω το δίκαννο όπως λέει ότι κάνω ο Κωνσταντίνος (είδα πώς με έχεις στα λινκίδια σου, μίστερ:P). Αυτά τα πράγματα κάνουν κύκλους.


Απλά, μετανιωνω.

Μετανιώνω που δεν πέρασα ακόμα πιο πολλές ώρες εκεί.
Μετανιώνω που όταν μεγάλωσα λίγο σνόμπαρα την αυλίτσα και τα οικογενειακά και έτρεχα αλλού.
Μετανιώνω που δεν έμπασα ένα αγόρι εκεί, έστω και λαθραία, να του δώσω ένα φιλί στο μπαλκονάκι.

Γίνεται ονειρόσπιτο χωρίς ούτε ένα φιλί;



(εικόνες από το Ονειρόσπιτο μπορείτε να δείτε εδώ.)

16 Απρ 2008

Pleasant Street

Θεσσαλονίκη - η πόλη της μαγείας και της νεραϊδόσκονης.

Κι είναι κάποιες φορές που η Ναυαρίνου μοιάζει σαν να βγήκε από άλλο κόσμο.

Κλόουν, ακροβάτες, ζογκλέρ, παρέες με κιθάρες...

'Ανθρωποι. Με Α κεφαλαίο.

Το Pooka παρατηρεί, νεραϊδιάζεται και χαμογελά.

Κάπου καπου του ξεφεύγει κι ένα τραγούδι από κάποιον που έχει "φύγει" εδώ και καιρό, του Tim Buckley.

Και κανείς δεν το κοιτά περίεργα...

Ελπίζω το χαμογελο να φτάνει και σε σας.

Να είστε καλά.

10 Απρ 2008

YouWillKnowUsByTheTrailOfStardust

Νύχτα. Η ώρα της μαγείας.

Πάντα το ήξερες, πάντα το ένιωθες, αλλά ποτέ δεν είχες αποδείξεις. 'Οχι πως σε ένοιαζε. Ωστόσο πάντα ζητούσες μια απάντηση.

Υπάρχει μαγεία;

Πολλές νύχτες περιπλανήθηκες στην πόλη, εκεί που είναι πιο δύσκολο να βρεις τα ίχνη της αστρόσκονης από ό,τι στην εξοχή, που ξέρεις ότι υπάρχουν ξωτικά.

Η πόλη πάλλεται κάτω από τα πόδια σου σε industrial ρυθμούς, γιατί η μαγεία είναι λίγο πιο σκοτεινή, πιο θλιμμένη εδώ.

Η πόλη.

Την αφουγκράζεσαι, την ανασαίνεις. Στο ένα σου χέρι έχεις ζωγραφίσει κάτι σαν αναρριχητικό φυτό λίγο πιο πριν στο μπαρ κι όταν συνειδητοποίησες ότι ζωγραφίζεις-το-χέρι-σου-στο-μπαρ, κατάλαβες ότι η νύχτα σε καλούσε.

Η πόλη. Και το φεγγάρι από πάνω μικρό σαν λεμονόφετα.

Ανασαίνεις και προχωράς. 'Εχεις ένα κουτί θησαυρών να γεμίσεις σήμερα.

'Εγινε ήδη η αρχή νωρίτερα, με μια σκονισμένη βέσπα κάτω από ένα χαμηλό μπαλκόνι, που σου ψιθύρισε ιστορίες μεθυσμένων χιλιομέτρων και σου φανέρωσε τα δώρα που έκρυψε ένας Ονειροταξιδευτής (ή μήπως ήταν ξωτικό; ή μήπως δεν έχει σημασία; ) στην μπροστινή της ρόδα.

Κι εσύ άκουσες και είδες και γέλασες να σπάσεις το σκοτάδι, να βρέξει αστρόσκονη.

Από δω και πέρα θα γελάς και θα ψάχνεις θησαυρούς.
Από δω και πέρα θα γελάς και θα βρέχει αστρόσκονη.
Από δω και πέρα θα γελάς για να καλείς τα Αδέρφια σου.

And they shall know you by the trail of stardust.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...