Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρυσό Κλωνάρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρυσό Κλωνάρι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4 Μαρ 2013

` Δεξιός Λοβός #16: Ακόμα ένα post για την Κυριακή


Ναι, ξέρω, καταντάω γραφική, αλλά έχω μεγάλο πρόβλημα με την Κυριακή. Δεν πάω τα μούτρα της, ρε παιδί μου. Ξεκινάει ανέμελα και νωχελικά, με γλυκές αγκαλιές, αχνιστό καφέ και muffins, κάπως έτσι και τελειώνει μέσα σε βροχή, θρήνο κι αντάρα, κάπως έτσι.

Ποτέ δεν τα 'χα καλά με την πάρτη της. Θυμάμαι δημοτικό ακόμα, Κυριακή βράδυ, θα 'μουνα τετάρτη δημοτικού μάλλον γιατί στο σαλόνι έπαιζε εκείνη την αηδία το Λαβ Σόρυ, και να 'σου εγώ στο δωμάτιο να μυξοκλαίω. Με λυγμούς, όχι μαλακίες. Δεν γούσταρα ρε παιδί μου την Κυριακή και το κωλοπαίδι της τη Δευτέρα, τα σχολεία και τα λοιπά συμπαρομαρτούντα. Και να σου κλάμα, να σου δάκρυ η καλή σου, μέχρι που ρωτούσε η μάνα μου γιατί κλαίω κι εγώ, επειδή ντρεπόμουνα κιόλας τρομάρα μου, της έλεγα επειδή ψήνει η Λίλη το ψάρι στα χείλη του Λάκη του υδραυλικού.


                               Έγκυρες πηγές λένε ότι του έκατσε τελικά.

Τώρα όμως, ρε φίλε, το Λαβ Σόρυ ούτε σε επαναλήψεις το βάζουν πια (ευτυχώς), το οποίο σημαίνει ότι δεν έχω πια δικαιολογία να φέρομαι έτσι. Αλλά και να το έπαιζαν, πάλι δε θα είχα δικαιολογία, καθότι κοντά 30 χρονών μουλ γυναίκα. Το οποίο σημαίνει, ότι θα πρέπει να βάλω τα σκατά μου μαζί (put my shit together που λένε και οι Σάξονες) και να δω τι παίζει με την πάρτη μου. Διότι, καλοί μου φίλοι, τα Sunday blues οφείλονται σε έναν απλούστατο λόγο, βεβαίως, βεβαίως. Στο ότι κάτι βλέπεις στη ζωή σου και δε σου αρέσει, είναι όμως ένα τσιμιτσούκι αδιόρατο, σαν ένα χαλικάκι στο παπούτσι, και πρέπει να βγάλεις όλο το παπούτσι για να απαλλαγείς. Κι άμα βρωμάει πολύ το παπούτσι (η ζωή σου, εν προκειμένω), κάπως το σκέφτεσαι, μην εκτεθείς κιόλας, οπότε κάνεις τουμπεκί και συνεχίζεις να περπατάς.

Ή και βγάζεις το παπούτσι, ξέρεις. Και πεις σε απλά μαθηματικά, αυτό μου αρέσει, το κρατάω, αυτό όχι, άντε γεια.

Όχι βέβαια πως η ζωή είναι απλά μαθηματικά, αλλά αυτό είναι άλλου παπά Ευαγγέλιο και δεν έχω σκοπό να το αναπτύξω στην παρούσα.

Δεν έχω πολλά να σας πω για το παπούτσι και την επίπονη διαδικασία του να το βγάλεις. Θα σας έλεγα να βάλετε από εκείνα τα αποσμητικά για τη δυσοσμία, αλλά συνήθως όταν αρχίζει το παπούτσι να βρωμάει είμαστε ακόμα νέοι και δεν το καταλαβαίνουμε (σ.σ.: λάθος επιλογές). Το μόνο που μπορώ να σας δώσω είναι ένα tip το οποίο δεν ξέρω αν μπορεί να σας βοηθήσει, αλλά βοήθησε το τομάρι μου πολλάκις στο παρελθόν και ίσως να με βοηθήσει ακόμα μια φορά.

Το tip είναι τούτο: Κάθε πρωί μόλις ξυπνήσεις, πριν ακόμα φτιάξεις τον καφέ σου (πώς λέμε όταν είναι να δώσεις αίμα, μη φας, μην πιεις, μην καπνίσεις), παίρνεις μια κόλλα χαρτί, παίρνεις κι ένα μολύβι, ή ανοίγεις το word, ή αν θες και στατιστικά και badges και λοιπά τσικιτσάκια μπαίνεις εδώ (αν και το πάνε για paysite) και γράφεις ό,τι σου κατέβει. ΑΛΗΘΕΙΑ Ο,ΤΙ ΣΟΥ ΚΑΤΕΒΕΙ. Κι αν δε σου κατεβαίνει, γράψε “δε μου κατεβαίνει”. Θα εκπλαγείς, αλλά κάνοντας αυτό ασυνείδητα τακτοποιείς στα συρτάρια του μυαλού σου όλες τις ατάκτως εριμμένες σκέψεις σου. Ναι, ναι, αυτές τις σκέψεις που είναι σαν μονές κάλτσες και δε βρίσκεις το ζευγάρι τους.

Κατά τα άλλα, καλά. Πήρα το Κουτάβι χτες (όπου Κουτάβι βλ. την αγάπη-μου-και-καλύτερό-μου-φίλο, ο οποίος έμενε όταν τον γνώρισα εδώ και, παρόλο που καμιά φορά του κρατάω μούτρα όπως εδώ, τον αγαπώ τόσο πολύ γιατί με κάνει να αγαπάω μέχρι και την Κυριακή, όσο γίνεται, δηλαδή) και πήγαμε βιβλιότσαρκα. Και επιτέλους τσίμπησα όλους τους τόμους του Χρυσού Κλώνου από το βιβλιοπωλείο της Εκάτης, το οποίο είναι απλά απερίγραπτο. Ημιυπόγειο, πλατεία Βικτωρίας, μερακλίδικο, με ανθρώπους οι οποίοι κάνουν μπαμ, ρε παιδί μου, ότι το αγαπάνε το βιβλίο, δεν το τρέχουν διεκπεραιωτικά το θέμα. Μου έδειξαν και μια έκδοση Ελληνικής μυθολογίας του 1827 του Κομητά και μου τρέξανε τα σάλια αλλά ευτυχώς ήρθα γρήγορα στα συγκαλά μου.

Αυτά. Είχα κι άλλα να πω για τα βιβλιοπωλεία, γιατί πήγαμε και σε άλλα, αλλά αφενός μπήκε η Δευτέρα, οπότε θα είμαι εκτός, αφετέρου θα το κάνω ξεχωριστό post όταν ολοκληρωθεί το τουρ καμμένων βιβλιοπωλείων, τέλος κι αυτό το δεξιολόβισμα, τα λέμε οσονούπω, να είστε καλά, και όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά στις αμυγδαλιές (λόγω εποχής).

25 Απρ 2010

Πώς λάτρεψα (ξανά) τους MGMT



Άκουσα το δεύτερο άλμπουμ των MGMT λίγο πριν ανέβω στην πόλη μου για Πάσχα. Κάτι δεν έστεκε καλά με αυτό το άλμπουμ, ήθελα να μου αρέσει και δε μου άρεσε ή ήθελα να μη μου αρέσει και μου άρεσε. Δεν είχα επιλύσει το θέμα μέσα μου και με ενοχλούσε, γιατί είναι σπαστικό να μην ξέρεις αν σου αρέσει κάτι σε βιβλίομουσικήταινία. Αν δεν μιλάει εκεί το gut σου, πού θα μιλήσει; Πάνω, στην μικρή πόλη της Υπερβορέας, έπιασα τα γνωστά μούτρα που ακούνε αυτά πανωκάτω που ακούω και εγώ να μου πουν τη γνώμη τους. Δεν το είχαν ακούσει ακόμα.

Ξεχάστηκα κι έκανα το Πάσχα μου ήσυχα κι ωραία, χωρίς να με απασχολήσουν άλλο οι MGMT. Το Πάσχα πέρασε και κατέβηκα κάτω, όπου βούλιαξα για άλλη μια φορά στην ήσυχη ρουτίνα που κατάφερα να φτιάξω τον τελευταίο ενάμιση μήνα, ήτοι έρευνα-μαθήματα-λίγο γράψιμο-μουσικές και καμιά βόλτα ή άραγμα με φίλους σπίτι, τις πρώτες βραδινές ώρες, με καμιά ταινιούλα/μπιρίτσα/στρούντελ πορτοκάλι.

Σήμερα η μέρα ξεκίνησε κατά τας Γραφάς: έρευνα-λίγο γράψιμο-διάβασμα. Πήρα προχτές, σε μια θυελλώδη εξόρμηση στα βιβλιοπωλεία, το “The Crying of Lot 49” του Pynchon, όπου και ξεκίνησα να το διαβάζω. Μέσα στην ακόμα πιο θυελλώδη μεταμοντέρνα γραφή του μπαρμπα-Τόμας, με μια τύπισσα που τη λένε Οιδίπα (τζίζαζ), γραμματόσημα και συνομωσίες, ψάχτηκα στην παιδεία της Βίκυς για το βιβλίο, και μετά για τα άλλα του βιβλία, και για ταινίες που έγιναν, αν έγιναν, με βάση τα βιβλία του.

Έγιναν ταινίες. Μία, πιο συγκεκριμένα. Γερμανική, για την ακρίβεια.

Ρίγησε η ψυχούλα μου, και πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την τριχοτόμηση του Πλάτωνα, τον οποίον και δε χωνεύω, αν και θα έπρεπε να χωνεύω, γιατί έγραφε φαντασίες κι αυτός (κάτι ανάλογο με αυτά που νιώθω για το δεύτερο άλμπουμ των MGMT τελοσπάντων), το πνευματικό κομμάτι, στο μυαλό, θεώρησε ότι θα ήταν καλό να την δω, το δεύτερο, το θυμοειδές, στο στήθος, χάρηκε και γούσταρε που υπάρχει τέτοια ταινία, και το τρίτο, το επιθυμητικό, στο συκώτι, τσίριξε, ούρλιαξε και το έβαλε σκοπό ντε και σώνει να την αποκτήσει. Το θυμοειδές, το ευγενικό συναίσθημα, συμβιβάστηκε και το πνευματικό, το εγκεφαλικό, έβγαλε το σκασμό, καθώς είδε ότι τα δυο άλλα είχαν κάνει κόμμα εναντίον του και όσες αντιρρήσεις “συγκεντρώσου στην έρευνά σου, κορίτσι μου” κι αν έφερνε, δε θα έβγαινε αποτέλεσμα.

Δεξιός λόβος πάλι, δηλαδή, ο απεργοσπάστης της λογικής.

Πλατειάζω και λέω άσχετα πράγματα, αλλά θα με συγχωρέσεις, γιατί είναι η ώρα περασμένη και είμαι δεξιόλοβη όλη τη μέρα. Δικαιούμαι να γράψω και καμιά ψυχεδέλεια, εδώ που τα λέμε. Εδώ έγραψαν κοτζάμ MGMT, μετά το ποπ ντεμπούτο τους.

Συνεχίζω: το λαγωνικό μέσα μου αρχίζει και πληκτρολογεί τις συνήθεις ύποπτες διευθύνσεις στο ίντερνετ μπας και την βρει. Νάδα. Λύσσαξα, δε-γίνεται-να-μην-υπάρχει-πουθενά. Πήρε έτσι Holy Grail status, το οποίο σημαίνει ότι δε θα ησυχάσω άμα δεν την βρω. Τελικά, για να καταπολεμήσω τη ζωχάδα μου, ξεβράστηκα σε γνώριμο σάητ με ευρωπαϊκές ταινίες και κυριεύτηκα από ιερή μανία του ράπιντσερ. Μισή ώρα και καμιά δεκαριά αυστηρά γερμανικές ταινίες αργότερα, η δίψα μου κορέστηκε, ησύχασα και συνέχισα την έρευνά μου.

Διαβάζω Λεκατσά αυτό τον καιρό, ένα βιβλίο που καβάτζωσα από τη μάνα μου, για την ψυχή, την ιδέα της ψυχής και της αθανασίας και τα έθιμα του θανάτου. Υπέροχος ο Λεκατσάς, με την απλή γραφή των παλιών αριστερών, και είναι μεγάλη μαγκιά για έναν αριστερό να καταπιάνεται με τέτοια θέματα, τα οποία οι σηκωφρύδηδες αριστεροί του πενήντα έγραφαν στα υποδήματα τους. Άσε που παράτησε και τη Νομική. Άσε που μνημονεύει κι αυτός το “Χρυσό Κλωνάρι” (έτερο Holy Grail της γραφούσης, όχι επειδή δεν μπορώ να το βρω, αλλά επειδή είναι ούμπερ μπελαλίδικο να το διαβάσω, οπότε θα ασχοληθώ μαζί του αφού ψηθώ στο Λεκατσά πρώτα.).

Φαντάζομαι το Λεκατσά παππού, δίπλα στο τζάκι, να σπάει κάστανα με τα αργασμένα αριστερά του χέρια και να λέει στα εγγόνια του ιστορίες από τους πολύ πολύ πολύ παλιούς καιρούς, για ψυχές, μητριαρχίες και ιερούς γάμους. Και όχι, αυτή τη φορά δε θα ψάξω τα τι και πώς και τα γιατί, όπως με τα φωσφοροσκούληκα του Ντύλαν Τόμας. Αρκούμαι στην εικόνα.

Σήμερα, που λες, (αν ακόμα είσαι εδώ, δηλαδή), το κεφάλαιο που καταπιάστηκα έγραφε για την ψυχή, στα μάτια. Πώς, δηλαδή, οι αρχαίοι πίστευαν ότι η ψυχή μπορεί να πάρει τη μορφή μικροσκοπικού ανθρώπου, και πώς κάποιος, κοιτάζοντας μέσα στα μάτια κάποιου άλλου, έβλεπε το μικροσκοπικό του είδωλο, δηλαδή, την ψυχή του. Και το σεβόντουσαν. Κι έλεγαν αυτή την ψυχή, την κρυμμένη στα μάτια , επειδή ήταν μικρή, κι ως μικρή ενέπνεε τρυφερότητα, “παιδί”, “κόρη”, “κορούλα”. Κι από εκεί βγήκε η φράση “φύλα το σαν κόρη οφθαλμού”, δηλαδή σαν την ψυχή σου.

Η ώρα πέρασε και είχα παγανιστεί με αυτά που διάβαζα, ταξίδευα κι εγώ σε ψυχές και μάτια απαλά και λάτρευα, πόσο λάτρευα, τη μουσική που ξεχυνόταν εκείνη τη στιγμή από τον υπολογιστή ίσα μέσα στα αυτιά μου. Αναρωτήθηκα τι ήταν αυτό, δεν το θυμόμουν.

Ήταν το καινούριο άλμπουμ των MGMT.

Γι' αυτό και είμαι ακόμα εδώ, κι ας πέρασε η ώρα, αποκαμωμένη και δεξιόλοβη μα τόσο, τόσο βυθισμένη σε γλυκιά μελαγχολία (παρόλο που δε συμπαθάω αυτή τη φράση, θα σου πω, αν είσαι ακόμα εδώ, κάποια στιγμή γιατί, δεν το ξεχνάω σκόπιμα, απλά πρέπει να ψάξω τα τεφτέρια μου) και να γράφω για άλλη μια φορά ασυναρτησίες, σε χρόνο κάτι-παραπάνω-από-τη-διάρκεια-του-Siberian-Breaks.

Κι ας παρέβην το καθημερινό μου τελετουργικό και δεν είδα ταινία με μπιρίτσα και στρούντελ πορτοκάλι σήμερα, κι ας μην είδα άνθρωπο, παρόλο που θα ήθελα πολύ πολύ πολύ να με κράξει κάποιος αγαπημένος, λέγοντας “βγες λίγο, γριά μου”, απαλά, σαν παιδί, κόρη, κορούλα.



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...