4 Μαρ 2013

` Δεξιός Λοβός #16: Ακόμα ένα post για την Κυριακή


Ναι, ξέρω, καταντάω γραφική, αλλά έχω μεγάλο πρόβλημα με την Κυριακή. Δεν πάω τα μούτρα της, ρε παιδί μου. Ξεκινάει ανέμελα και νωχελικά, με γλυκές αγκαλιές, αχνιστό καφέ και muffins, κάπως έτσι και τελειώνει μέσα σε βροχή, θρήνο κι αντάρα, κάπως έτσι.

Ποτέ δεν τα 'χα καλά με την πάρτη της. Θυμάμαι δημοτικό ακόμα, Κυριακή βράδυ, θα 'μουνα τετάρτη δημοτικού μάλλον γιατί στο σαλόνι έπαιζε εκείνη την αηδία το Λαβ Σόρυ, και να 'σου εγώ στο δωμάτιο να μυξοκλαίω. Με λυγμούς, όχι μαλακίες. Δεν γούσταρα ρε παιδί μου την Κυριακή και το κωλοπαίδι της τη Δευτέρα, τα σχολεία και τα λοιπά συμπαρομαρτούντα. Και να σου κλάμα, να σου δάκρυ η καλή σου, μέχρι που ρωτούσε η μάνα μου γιατί κλαίω κι εγώ, επειδή ντρεπόμουνα κιόλας τρομάρα μου, της έλεγα επειδή ψήνει η Λίλη το ψάρι στα χείλη του Λάκη του υδραυλικού.


                               Έγκυρες πηγές λένε ότι του έκατσε τελικά.

Τώρα όμως, ρε φίλε, το Λαβ Σόρυ ούτε σε επαναλήψεις το βάζουν πια (ευτυχώς), το οποίο σημαίνει ότι δεν έχω πια δικαιολογία να φέρομαι έτσι. Αλλά και να το έπαιζαν, πάλι δε θα είχα δικαιολογία, καθότι κοντά 30 χρονών μουλ γυναίκα. Το οποίο σημαίνει, ότι θα πρέπει να βάλω τα σκατά μου μαζί (put my shit together που λένε και οι Σάξονες) και να δω τι παίζει με την πάρτη μου. Διότι, καλοί μου φίλοι, τα Sunday blues οφείλονται σε έναν απλούστατο λόγο, βεβαίως, βεβαίως. Στο ότι κάτι βλέπεις στη ζωή σου και δε σου αρέσει, είναι όμως ένα τσιμιτσούκι αδιόρατο, σαν ένα χαλικάκι στο παπούτσι, και πρέπει να βγάλεις όλο το παπούτσι για να απαλλαγείς. Κι άμα βρωμάει πολύ το παπούτσι (η ζωή σου, εν προκειμένω), κάπως το σκέφτεσαι, μην εκτεθείς κιόλας, οπότε κάνεις τουμπεκί και συνεχίζεις να περπατάς.

Ή και βγάζεις το παπούτσι, ξέρεις. Και πεις σε απλά μαθηματικά, αυτό μου αρέσει, το κρατάω, αυτό όχι, άντε γεια.

Όχι βέβαια πως η ζωή είναι απλά μαθηματικά, αλλά αυτό είναι άλλου παπά Ευαγγέλιο και δεν έχω σκοπό να το αναπτύξω στην παρούσα.

Δεν έχω πολλά να σας πω για το παπούτσι και την επίπονη διαδικασία του να το βγάλεις. Θα σας έλεγα να βάλετε από εκείνα τα αποσμητικά για τη δυσοσμία, αλλά συνήθως όταν αρχίζει το παπούτσι να βρωμάει είμαστε ακόμα νέοι και δεν το καταλαβαίνουμε (σ.σ.: λάθος επιλογές). Το μόνο που μπορώ να σας δώσω είναι ένα tip το οποίο δεν ξέρω αν μπορεί να σας βοηθήσει, αλλά βοήθησε το τομάρι μου πολλάκις στο παρελθόν και ίσως να με βοηθήσει ακόμα μια φορά.

Το tip είναι τούτο: Κάθε πρωί μόλις ξυπνήσεις, πριν ακόμα φτιάξεις τον καφέ σου (πώς λέμε όταν είναι να δώσεις αίμα, μη φας, μην πιεις, μην καπνίσεις), παίρνεις μια κόλλα χαρτί, παίρνεις κι ένα μολύβι, ή ανοίγεις το word, ή αν θες και στατιστικά και badges και λοιπά τσικιτσάκια μπαίνεις εδώ (αν και το πάνε για paysite) και γράφεις ό,τι σου κατέβει. ΑΛΗΘΕΙΑ Ο,ΤΙ ΣΟΥ ΚΑΤΕΒΕΙ. Κι αν δε σου κατεβαίνει, γράψε “δε μου κατεβαίνει”. Θα εκπλαγείς, αλλά κάνοντας αυτό ασυνείδητα τακτοποιείς στα συρτάρια του μυαλού σου όλες τις ατάκτως εριμμένες σκέψεις σου. Ναι, ναι, αυτές τις σκέψεις που είναι σαν μονές κάλτσες και δε βρίσκεις το ζευγάρι τους.

Κατά τα άλλα, καλά. Πήρα το Κουτάβι χτες (όπου Κουτάβι βλ. την αγάπη-μου-και-καλύτερό-μου-φίλο, ο οποίος έμενε όταν τον γνώρισα εδώ και, παρόλο που καμιά φορά του κρατάω μούτρα όπως εδώ, τον αγαπώ τόσο πολύ γιατί με κάνει να αγαπάω μέχρι και την Κυριακή, όσο γίνεται, δηλαδή) και πήγαμε βιβλιότσαρκα. Και επιτέλους τσίμπησα όλους τους τόμους του Χρυσού Κλώνου από το βιβλιοπωλείο της Εκάτης, το οποίο είναι απλά απερίγραπτο. Ημιυπόγειο, πλατεία Βικτωρίας, μερακλίδικο, με ανθρώπους οι οποίοι κάνουν μπαμ, ρε παιδί μου, ότι το αγαπάνε το βιβλίο, δεν το τρέχουν διεκπεραιωτικά το θέμα. Μου έδειξαν και μια έκδοση Ελληνικής μυθολογίας του 1827 του Κομητά και μου τρέξανε τα σάλια αλλά ευτυχώς ήρθα γρήγορα στα συγκαλά μου.

Αυτά. Είχα κι άλλα να πω για τα βιβλιοπωλεία, γιατί πήγαμε και σε άλλα, αλλά αφενός μπήκε η Δευτέρα, οπότε θα είμαι εκτός, αφετέρου θα το κάνω ξεχωριστό post όταν ολοκληρωθεί το τουρ καμμένων βιβλιοπωλείων, τέλος κι αυτό το δεξιολόβισμα, τα λέμε οσονούπω, να είστε καλά, και όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά στις αμυγδαλιές (λόγω εποχής).

27 Φεβ 2013

Δεξιός Λοβός #15 (νομίζω)


Είναι ημέρα εργάσιμη και νύχτα κοιμήσιμη (ήτοι θα έπρεπε τώρα να είμαι στο τρίτο όνειρο καθότι αύριο εγερτήριο) αλλά θες δεν μπήκα στη διαδικασία για το πρώτο και το δεύτερο όνειρο, θες γιατί άρχισαν να με γαργαλάνε πάλι τα χέρια μου μετά από καιρό, να 'μαι με το μάτι γαρίδα να δεξιολοβιάζω. Με πιθανότητα που προσεγγίζει τη βεβαιότητα, είμαστε αισίως στο δεξιό λοβό #15 (κάπου έχασα την αρίθμηση και/ή τα tags) και τέλος πάντων δεν μπορώ να κρατηθώ, έγινε το μαγικό, γράφω ξανά, γράφω πολύ (όσο γίνεται), και να 'μαστε και πάλι.

Ο δεξιός λοβός, για όσους δεν ξέρουν, είναι σκέψη ασυγκράτητη, οπότε αν κάπου δε βγάζετε νόημα, δεν πειράζει. Είναι σαν τη ζωή ένα πράμα. Δεν έχει νόημα, κι αυτό είναι το νόημά της (ή και όχι).

  1. Θα ήθελα να ξεκινήσω με κάτι που διαπίστωσα πρόσφατα και με λύπησε πολύ, οφείλεται μάλλον, όμως, σε παρεξήγηση. Φίλοι μου, ΠΡΟΣΟΧΗ: Τα fnords ΔΕΝ είναι φίλοι μας. Είναι οι αόρατοι λεκτικοί γάντζοι του Συστήματος, τους οποίους σε δίδαξαν στο σχολείο να μην μπορείς να αναγνωρίσεις συνειδητά, με συνέπεια, κάθε φορά που βλέπεις κάπου τη λέξη fnord, να μπερδεύεσαι και να μην μπορείς να επεξεργαστείς λογικά και κριτικά αυτό που διαβάζεις. Για αυτό και το να μπορεί κάποιος να βλέπει τα fnords είναι στην ουσία το πρώτο στάδιο της επιφοίτησης. Αν έχετε κάποιο φίλο ο οποίος έχει τάσεις να θεωρεί ότι τα fnords είναι φίλοι μας, παρακαλώ απευθυνθείτε στη γραμμή άμεσης βοήθειας 000-2323-FORTY-CAKES (αστική χρέωση).

                                               
                      Όσο τρομερό είναι και το να πιστεύετε ότι τα fnords είναι φίλοι μας.

  2. Διάβασα το Life of Pi και είδα και την ταινία τα Χριστούγεννα. Υπέροχο βιβλίο, καλούτσικη ταινία, αλλά στα ODEON πρέπει να βάλουν διάλειμμα asap. Τρεις ώρες ταινία και με τόση θάλασσα, η μισή αίθουσα κρατιόταν να μην τα κάνει πάνω της. Αίσχος!

  3. Κάνουμε ένα άλμα στο χρόνο, από τα Χριστούγεννα του 2012 στις 27/2/2013, όπου αράζω αμέριμνη και ακούω το “Σαν με κοιτάς” από Μάνου-Φέρτη (ο τελευταίος με την κλασική αμερικανουά προφορά της εποχής τύπου σαν με κοιτάς ηλιοβασίλεμα στα μάνντια σου φωνντι-άααα) και μετά είπα “βρε δεν πάω από τη μικρή στη μεγάλη αδερφούλα κι από τη Ναθαναήλ στην Άνναμπελ;” και έτσι άκουσα το “Ένα πρωινό” και να σου μου σκάει μια τρελή ιστορία, παραδόξως αληθινή, καλοκαίρι 2010 να ψάχνω την κολλητή μου, Νι αγνοείται κι έτσι, και τελικά τέλος καλό όλα καλά αλλά εμένα όλη αυτή η αναταραχή με έβαλε να κάνω χίλια σενάρια. Τελικά είχα έμπνευση για μια σειρά ιστοριών η οποία – μαντέψτε- δεν ξεκίνησε ολοκληρώθηκε ποτέ. Όχι και πως είχε και πολλά φόντα να μπει σε σειρά τότε, καθότι οδηγήθηκα σε κάτι άλλο και μετά σε κάτι άλλο άλλο, και μετά μπήκα στο βιοπορισμό και ερωτεύτηκα οπότε no time, αλλά εντάξει, τώρα που παλαντζάρω σιγά σιγά με όλα αυτά τα πρωτόγνωρα πράγματα ίσως να την ξαναπιάσω.

  4. Χεστήκατε, το ξέρω, παρομοίως.

  5. Είναι περίεργο, όμως, το πώς οι ιστορίες μένουν κολλημένες στο κεφάλι σου, σαν σταλακτίτες στη Σπηλιά των Ιδεών, και όσο και να νομίζεις ότι τις έχεις ξεχάσει και ότι σκούριασες και δεν είναι πια για σένα το γράψιμο γιατί σε έφαγαν μαρμάγκες, συστήματα, οκτάωρα-υπερεργασίες-υπερωρίες και λοιποί δαίμονες, έρχεται μια ωραία πρωία (ή εσπέρα, ορθότερα), και νιώθεις εκείνο το γαργαλητό που γίνεται φαγούρα και μετά ανάγκη και ξαναξυπνάς. Και, ως του θαύματος, το χεράκι σου πάει μια χαρά μόνο του (στο πληκτρολόγιο, ρε). Ίσως, τελικά, το γράψιμο να είναι σαν το σεξ, το οποίο είναι σαν το ποδήλατο. Έτσι και μάθεις, δεν το ξεχνάς ποτέ. Άντε ίσως να ξαναβάλεις καμιά βοηθητική ρόδα λόγω αναπηρίας από την έλλειψη practice.

  6. Και αυτό ισχύει για κάθε μορφή τέχνης. Κι αυτό το λέω για να μην πελαγώνεις, εσύ που είσαι εκεί στα συν πλην τριάντα και νομίζεις ότι πάει αγάπη μου όλα τελειώσανε σαν άλλος Πασχάλης.


                               Ποιος μίλησε για zombie apocalypse;


  7. Αν υπάρχει θέληση, όλα γίνονται. Κι αν σου φαίνεται τσιτάτο, τετριμμένο και κλισέ να ξέρεις ότι δεν το λέω εγώ, το είπαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι (συν Αθηνά και το ξερό σου κίνει) και ο θείος Αλ, ο οποίος έφτιαξε ολόκληρη κοσμοθεωρία πάνω σε αυτό και κατέληξε να έχει δικό του μαγικό τάγμα και πύργους στις Σκωτίες. Μετά, βέβαια, κατέληξε χειρότερα, ώσπου κατέληξε γενικώς από λοίμωξη του αναπνευστικού (και πρέζα).

  8. Οπότε άραττον τον εξ ΙΚΕΑ κράββατόν σου, περιπάτει, έστω και με πι, κάρπε ντίεμ, καρπέ ξηρέ, καρύδια και κάσιους, φτιάξε brownies, και γενικά ρε παιδί μου μην το βάζεις κάτω και μη μας/σου τα ζαλίζεις.

  9. Είχα κι άλλα να πω αλλά τα ξέχασα. Αλλά το νου σου σε αυτό που σου είπα. Α, και στα fnords.

20 Φεβ 2013

το In-No-Sense στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής!


Δηπεθε Κομοτηνής:In-No-SenseIn-No-Sense Χοροθεατρική παράσταση.Συμπαραγωγή του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής και της ομάδας Aniline Dancetheatre
Αλέξανδρος Γκουντινάκης, Νατάσσα Αραμπατζή, Θάνος Πισανίδης
Πρόκειται για την πέμπτη χοροθεατρική παράσταση της ομάδας Aniline Dancetheatre, με την οποία ολοκληρώνεται η τριλογία : "Efect Dr. Pay", "Ο Λαβύρινθος της Εύας", "In-No-Sense". Τρεις αυθύπαρκτες ιστορίες που πραγματεύονται την ψυχολογική και κοινωνική καταπίεση και αυτογνωσία του σύγχρονου ανθρώπου μέσα από παράταιρα βιώματα και εικόνες.
Τρεις άνθρωποι επιλέγουν συνειδητά την αθωότητα. Απαλλαγμένοι από κάθε πρότυπο έρχονται σε επαφή με τη σύγχρονη κοινωνία. Την απορρίπτουν και τους απορρίπτει. Πόσο εύκολο είναι να μην ανήκεις πουθενά; Και για πόσο μπορεί κανείς να το αντέξει; Τι αντίκτυπο μπορεί να έχει αυτό στην κοινωνία και σε καθέναν τους ξεχωριστά; Πόσο λογικό μπορεί να είναι ένα κοινωνικό σύστημα; Είναι παράλογος ή "αθώος" όποιος δεν ανήκει σε αυτό; Αποκλεισμός, μοναξιά, εχθρικότητα, φόβος. Ποια είναι η ανοχή μας στο διαφορετικό;
Η παράσταση "In-No-Sense" περιγράφει το ταξίδι αυτών των τριών ανθρώπων, μέσα από χορευτικές εικόνες, θέτοντας καίρια ερωτήματα για τον σύγχρονο άνθρωπο και την πραγματικότητα που βιώνει. Η απάντηση βρίσκεται στην κρίση του κοινού και αυτός είναι ο σκοπός της παράστασης.
Ως ομάδα θεωρούμε ότι τα πρότυπα που μας παρέχει η κοινωνία, σήμερα περισσότερο από ποτέ, δεν είναι πλέον αποδεκτά και μέσα από την τέχνη αναζητούμε και προτείνουμε νέους εναλλακτικούς τρόπους να βιώσει ο καθένας μας την καθημερινή πραγματικότητά του.
Συντελεστές:
Σκηνοθεσία / Χορογραφία:
Αλέξανδρος Γκουντινάκης, Νατάσσα Αραμπατζή
Χορεύουν: Αλέξανδρος Γκουντινάκης, Νατάσσα Αραμπατζή, Θάνος Πισανίδης
Κείμενα: Δανάη Τάνη
Video: Νατάσσα Αραμπατζή, Γιάννης Κοτίδης
Ενδυματολογία / Σκηνογραφία: Aniline Dancetheatre

Παρασκευή 22, Σάββατο 23, Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013
στις 9 το βράδυ στην αίθουσα του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κομοτηνής
Τιμή εισιτηρίου 10 ευρώ
Κράτηση θέσεων 2531037770

18 Φεβ 2013

Εννιά χαϊκού της πικρής νυχτιάς




Ήρθε, νομίζω,
η ώρα να ανοίξω
μια κρύα μπύρα.

---

Πολικό ψύχος
κροτάλισμα οδόντων
σαν να πήρα κρακ.

---

Μέθη στ΄αυτιά μου
του ωραίου εραστή
το ροχαλητό.

---

Φύσης γιορτάσι
των μελισσών το άσμα·
φέρε Fenistil.

---

Μπλε ο ουρανός
ούτ' έν' αυτοκίνητο
λόγω της κρίσης.

---

Την κρύα νύχτα
στο τζάκι καθόμαστε·
αιθαλομίχλη.

---
Χείλη κεράσια
στα φιλιά τους θα πνιγώ·
όλο κουκούτσια.

---
Ήσυχη νύχτα·
η κλανιά του παππού μου
περιδίνιση

---
Πολύ σ'αγαπώ
μα πιο πολύ αγαπώ
το τρολλάρισμα


6 Ιαν 2013

.





Έχω καιρό να γράψω. Στην αρχή το απέδωσα στους καινούριους ρυθμούς της ζωής μου (μπήκα με τα καλά στο βιοπορισμό και στην “ενηλικίωση”) οι οποίοι είναι πλήρως απαιτητικοί και στην ουσία το μόνο που έχω είναι μια Κυριακή. Παρατήρησα, όμως, ότι δεν έγραφα ούτε την Κυριακή. Ένιωθα πως δεν είχα κάτι να πω. Κάποιοι λένε ότι η γραφή και η τέχνη θέλουν ταραχή, σύγκρουση και πάλεμα. Ότι δημιουργείς μόνο όταν είσαι δυστυχισμένος. Και ο λιγοστός χρόνος που είχα δεν μου επέτρεπε παλέματα και υπαρξιακά.

Ή και όχι. Πόσοι συγγραφείς υπάρχουν; Είναι όλοι τους δυστυχισμένοι; Αμφιβάλλω. Πολλοί μάλιστα είναι ευτυχισμένοι και τρίβουν τα χέρια τους επειδή βγάζουν λεφτά από αυτό. Ή είναι ευτυχισμένοι επειδή απλά γράφουν.
Κι από την άλλη, υπήρξαν στιγμές που ένιωσα δυστυχισμένη, πραγματικά δυστυχισμένη, και πάλι δεν έγραψα.

Ίσως ήταν αντίδραση του συστήματός μου, που έλεγα μια ζωή ότι θέλω να γίνω συγγραφέας, αλλά κάπως έπρεπε να ζήσω κι έτσι δεν έγινα. Χμ.

Να τώρα, πάλι κολλάω. Και μου λείπουν οι ιστορίες. Ξέρεις τι γίνεται, όμως, με τις ιστορίες. Αν θες να είναι καλές, θα πρέπει να τις κλωτσήσεις από σένα, να μη βάζεις παντού τον εαυτό σου. Και για να το κάνεις αυτό, θα πρέπει να βγεις από τον εαυτό σου. Το οποίο θέλει κότσια. Αλλά για να βγεις, θα πρέπει πρώτα να έχεις μπει. Κι όταν δεν ξέρεις τι σου γίνεται, πώς θα γίνει όλη αυτή η διεργασία;

Δεν προλαβαίνω. Ο χρόνος είναι φίλος μας λένε οι φίλοι μου. Το πιστεύω για πράγματα που φωλιάζουν μέσα σου και τα συνειδητοποιείς εν καιρώ. Αλλά για τα άλλα, τα μικρά, τι γίνεται; Για το μαγείρεμα και το καθάρισμα και όλο το maintenance; Όταν σχολάς 9 και 10 το βράδυ δεν υπάρχει τίποτα από όλα αυτά, πόσο μάλλον το γράψιμο.

Πολυτέλειες.

Κι ίσως κάπου μέσα σου να έχεις γίνει κι εσύ μηχανάκι.
Κι ίσως τις Κυριακές που κάθεσαι λίγο, να βλέπεις το μηχανάκι που έγινες και να λες “εγώ δεν ήμουν έτσι” και να σε πιάνει το παράπονο.

Όταν περάσουν πολλές Κυριακές, το παράπονο έχει γίνει πια κόμπος. Θα γυρίσεις στις παλιές σου συνήθειες, ίσως όχι τόσο έξαλλα πια, κουράστηκες με τα άκρα, και θα αποφασίσεις να μαυρίσεις την άσπρη οθόνη.
Ίσως να νιώσεις και τύψεις γιατί γράφεις πάλι για σένα, παρηγορείσαι όμως με το placebo του ότι είναι απλά ένα σκαλοπάτι για να φτάσεις στις ιστορίες.
Συνειδητοποιείς ότι τόσο καιρό δεν κοιμόσουν, αλλά ζυμωνόσουν σαν την μπίρα στο βαρέλι, ένωθες πράγματα αλλά δεν ήξερες τι ακριβώς είναι και τρομάζεις, γιατί πάντα ήξερες τι ένιωθες.
Ή και όχι.

Το χειρότερο; Συνειδητοποιείς ότι όλη σου η ζωή έχει αλλάξει.
Ή μήπως, το καλύτερο;
Και τι θα πει, τελικά, χειρότερο και καλύτερο;

Αντιφάσεις, παντού. Στο μανιχαϊστικό κόσμο που ζούμε μάς γέμισαν με τα αντίθετα. Καλό και κακό, φως και σκοτάδι, δίκαιο και άδικο, άσπρο και μαύρο, άντρας και γυναίκα. Μας είπαν – και δεχτήκαμε, γιατί είναι πιο εύκολο, μάλλον – ότι όλα είναι μια σύγκρουση κι εσύ πρέπει να επιλέξεις την πλευρά σου. Δε θα υπήρχαν έτσι αντιφάσεις, είπαν – και το δεχτήκαμε.

Το δυισμό αυτό τον αμφισβητώ και τον αποκρούω ως ουσία αβάσιμο. Τα πράγματα είναι απλώς αυτά που είναι. Η ζωή σου είναι αυτή που θέλεις να είναι. Αν θέλεις να είσαι άντρας, είσαι άντρας. Αλλιώς μπορείς να γίνεις γυναίκα. Θα πρέπει να γίνεις γυναίκα, γιατί έτσι θα είσαι καλά.
Θα σε αφήσουν, όμως;

Οι αντιφάσεις είναι πηγή δυστυχίας. Γεμίσαμε υποκριτές και ανθρώπους που πληγώνουν ο ένας τον άλλον και πάνω από όλα τον εαυτό τους. Παράδειγμα: Η σεξουαλικότητα είναι διάχυτη παντού αλλά η πλειοψηφία των ανθρώπων είναι ουσιαστικά αγάμητη. Αν γαμιόμασταν σωστά, δε θα είχαμε αυτό το βομβαρδισμό από σεξ.

Και πάλι έπεσα στην παγίδα. Στην προηγούμενη φράση χρησιμοποίησα τη λέξη “σωστά”. Τι είναι το σωστό και τι το λάθος; Δεκτό, έχουμε κάνει όλοι μας μια σύμβαση και βάλαμε όρους και ποινικές ρήτρες. Αυτό είναι σωστό, κάν'το. Το άλλο λάθος, τζιζ. Αυτή τη σύμβαση την ονομάσαμε πραγματικότητα. Και ότι παίρνουμε, το δίνουμε πίσω με τόκο από το πνευματικό και ψυχικό μας απόθεμα, μέχρι να γεράσουμε και να μας ξεράσει, υπάκουους, ευγνώμονες και δυστυχισμένους.

Κι από τότε που άνθρωποι άρχισαν να φτιάχνουν κοινωνίες, ονειρεύτηκαν τις ουτοπίες, οι οποίες δεν υπάρχουν. Άραγε θα υπάρξουν ποτέ; Για να υπάρξουν, θα πρέπει ο άνθρωπος να βγει από τον εαυτό του. Να μην κοιτάει το περισσότερο. Να πατάξει, με άλλα λόγια, την πλεονεξία του. Είναι όμως η πλεονεξία μας αυτή κάτι που μας καλλιεργήθηκε από τον τρόπο ζωής μας ή το έχουμε έμφυτο ως είδος; Αν η πρώτη απάντηση είναι καταφατική, ίσως να υπάρχει ελπίδα. Αν είναι η δεύτερη, συγγνώμη, είμαστε ο πιο αδύναμος κρίκος.

Οι Μινωίτες είχανε γραφή. Ό,τι γραπτό έχουμε από αυτούς, όμως, είναι μόνο κάτι πινακίδες για την κατανομή του πλούτου. Λογοτεχνία μηδέν. Πώς γίνεται αυτός ο λαός ο μεσογειακός, με το κρασί του, τους χορούς του, την τόσο έντονη δίψα για ζωή, να μην άφησε τίποτα γραπτό που να την δοξάζει, όταν οι Σουμέριοι μας έχουν αφήσει τα θαυμάσια τραγούδια των ιερογαμιών τους; Μήπως άραγε ήταν κουτοί, ή τεμπέληδες;
Ίσως όχι. Ίσως απλά να μην έγραφαν γιατί δεν είχαν ανάγκη να γράψουν. Ίσως να ζούσαν τόσο τη ζωή που να τους φαινόταν περίεργο να διαθέσουν χρόνο για να ορνιθοσκαλίσουν ένα κομμάτι πηλό ή μία περγαμηνή. Ίσως να μην ζούσαν σε μια κοινωνία συγκρούσεων.
Πάντως φαίνεται ότι δεν είχαν τη σύγκρουση της υλικής πραγματικότητας με την εσωτερική. Όσα έχουμε μαρτυρούν ότι κάθε τους καθημερινή πράξη, ακριβώς επειδή ο τρόπος ζωής τους ήταν κοντά στη φύση, είχε κάτι το ιερό, αφού το ιερό τους ήταν η φύση. Οι ναοί τους, απλά κτίσματα. Τα ανάκτορα, προσιτά σε όλους. Τα μυστήρια, ανοιχτά για όλους. Δεν υπήρχε, από ό,τι φαίνεται, χώρος για παραφωνία. Η τέχνη τους ήταν καθαρά υλική και χειροπιαστή. Και στα ευρήματα, από ό,τι φαίνεται, δε βρέθηκαν παράστασει που να απεικονίζουν σεξ. Γιατί; Γιατί το είχαν δεχθεί μάλλον ως κάτι απόλυτα φυσικό (παρόλο που δε θα μάθουμε ποτέ ίσως αν και τι κανόνες είχανε θέσει ως προς τη σεξουαλικότητα), ώστε να μην έχουν ανάγκη να το απεικονίσουν.

Χρειαζόμαστε, άραγε τις συγκρούσεις; Αν όχι, πώς θα τις πατάξουμε και πώς θα καταργήσουμε τις αξιολογικές έννοιες; Και αν πάλι τις χρειαζόμαστε, είναι όλες οι έννοιες ωφέλιμες; Ποιες θα κρατήσουμε, ποιες θα πετάξουμε, και πώς θα αποφασιστεί αυτό;





29 Ιαν 2012

Το σπίτι



Το σπίτι ήταν μικρό και παλιό και ένα λεωφορείο δρόμο από το κέντρο. Άρα και φτηνό. Το νοίκιασε σχεδόν αμέσως, και όχι μόνο για το χαμηλό νοίκι. Ήταν και η ταράτσα, μια ταράτσα όλη δική του, με παχύφυλλα φυτά να ρουφάνε νωχελικά το φθινοπωριάτικο ήλιο.
Του σπιτιού του άρεσε ο καινούριος του ένοικος, παρόλο που δεν του το είπε ποτέ-ήταν, άλλωστε ένα σπίτι και τα σπίτια δε μιλάνε. Αλλά του άρεσε να έχει έναν άνθρωπο μέσα του, ένα νέο άνθρωπο, ήσυχο και ανήσυχο συνάμα, από αυτούς που δεν πολυκαθαρίζουν και δεν πολυδιασκεδάζουν, αλλά τριγυρνάνε με ένα πινέλο στο στόμα ή γεμίζουν την κουζίνα με χρώματα και μυρωδιά πιπεριάς ή απλά κάθονται κοιτάζοντας τον τοίχο κι ονειρεύονται.
Τέτοιος άνθρωπος ήταν ο καινούριος ένοικος και το σπίτι γουργούριζε ευχαριστημένο, χορτάτο από χρώμα, σάλτσα πιπεριάς και όνειρα, σε συχνότητες που δεν πιάνει το περήφανο ανθρώπινο αυτί, στη γλώσσα του ξύλου και του παλιού πλακακιού.
Ο καιρός πέρασε. Ο νεαρός, όπως όλοι οι ήσυχοι, ονειροπόλοι νεαροί, ερωτεύτηκε. Και για λίγο οι ένοικοι έγιναν δύο.
Το σπίτι παλλόταν σε εορταστική ατμόσφαιρα. Να τα κεριά και τα ονειροπολήματα στη μικρή ταράτσα, να τα χαμόγελα πάνω στο λαδόχαρτο της μπουγάτσας και τα πρώτα, δειλά “σ'αγαπώ”. Το σπίτι είχε καιρό να ποτίσει με τόση ευτυχία, όπως και οι ερωτευμένοι, πολύ μακριά από τα άγχη, τις κυριακάτικες μελαγχολίες και τη ρουτίνα της ενήλικης ζωής, με μόνη θλίψη αυτή του επικείμενου αποχωρισμού.
“Θα σου λείψω;”
“Θα μου λείψεις.”

       Κι έπειτα, ήρθε το καλοκαίρι. Ο ένοικος κατέβηκε στην πατρίδα του και, όταν το καλοκαίρι έφυγε τόσο ξαφνικά όσο είχε έρθει, επέστρεψε. Δεν ήταν, όμως, ο ίδιος. Το σπίτι τον οσμίστηκε αμέσως. Μύριζε αγάπη και προβληματισμό, από όνειρα που δεν ήταν ίδια με αυτά που είχε τον προηγούμενο χρόνο.
      Τα παχύφυλλα φυτά το επιβεβαίωσαν: “Ενηλικιώθηκε απότομα. Τραβάει για αλλού πλώρη. Αλλά μη φοβάσαι, δεν είναι μόνος του.”
Το σπίτι ρουθούνισε (λευκή μπογιά και τριμμένο πλακάκι) αλλά αποφάσισε να κάνει τα στραβά μάτια. Ούτως ή άλλως, δεν μπορούσε να εκφέρει γνώμη – ήταν, άλλωστε, μόνο ένα σπίτι.
Ο νεαρός ξανάφυγε.
Την τρίτη φορά που ήρθε, κρατούσε μια μεγάλη βαλίτσα. Άρχισε να τριγυρνάει σαν σίφουνας και να σηκώνει τα πράγματα. Μύριζε βιασύνη, αβεβαιότητα για το μέλλον, αλλά και τη σιγουριά του ότι όλα θα πάνε καλά. Μύριζε, επίσης, ακόμα φιλί.
Και το σπίτι ρουθούνισε για μια τελευταία φορά, τάχα αδιάφορα, λίγο παραπονιάρικα, αδιάφορο για το αν θα φανερωθεί στο νεαρό, σε τελική τι ήταν; ένας άνθρωπος, και οι άνθρωποι δεν υπολογίζουν τίποτα, μόνο έρχονται, σε χρησιμοποιούν και φεύγουν.
Ο νεαρός της ιστορίας μας, όμως, δεν ήταν από εκείνους τους ανθρώπους· κι έτσι, όταν το σπίτι ρουθούνισε και ξάφνου γέμισε ο τόπος χρώματα, ονειροπολήματα, κεριά, φιλιά και σάλτσα πιπεριάς, κοντοστάθηκε, αρχικά αλαφιασμένος, μα σιγά-σιγά ηρέμησε κι ένα μεγάλο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο όμορφο πρόσωπό του.
Το σπίτι χαμογέλασε κι αυτό. Μπορεί να μην φαινόταν, ήταν άλλωστε μόνο ένα σπίτι και τα χαμόγελα των σπιτιών δεν είναι ευδιάκριτα, αλλά ο νεαρός ένιωσε αυτό το χαμόγελο.

“Θα σου λείψω;”
“Θα μου λείψεις.”






(αφιερωμένο στο σπίτι που ερωτευτήκαμε)

22 Ιαν 2012

Ο θησαυρός του Γιάκωβου





Ο Γιάκωβος ο έμπορας ήταν από τους μεγαλύτερους καπάτσους που είχαν περάσει ποτέ απ' το χωριό. Μικρόσωμος, αετομάτης και γαμψονύχης, ίδιος γεράκι αρπαχτικό, ήταν διαόλου κάλτσα. Οι συχωριανοί του λέγανε ότι μπορούσε να κλέψει ακόμα και τον Οξαποδώ στο ζύγι. Κι όσα λιγότερα ζύγιζε, τόσα περίσσια έπαιρνε και τα έβαζε στις αρμπαθιές με τις χρυσές του λίρες.

“Θα το φας το κεφάλι σου, Γιάκωβε, το σκοινί μην το παρατραβάς!” προσπαθούσαν να τον συνεφέρουν οι κοντινοί του. “Θα κάνει μια καλή και θα σπάσει και μετά ουαί κι αλίμονό σου!”

Μα πού να βάλει γνώση ο Γιάκωβος. Από το 'να αυτί του έμπαιναν κι απ' τ' άλλο έβγαιναν. Κι αυτός δεν αποκρινόταν τίποτα, παρά μόνο χαχάριζε και μέτραγε το χρόνο να πάει να βρει τις λίρες του.

Δυο πράγματα μέτραγε ο Γιάκωβος χωρίς να κλέψει: το χρόνο και τις λίρες του, τις οποίες φυλούσε κάτω από το μαξιλάρι του και κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί στο μοναχικό του κρεβάτι – γιατί ήτανε τόσο σπαγκοραμμένος που δεν ήθελε γυναίκα, πολλά τα έξοδα- τις έβγαζε και τις μέτραγε χαϊδεύοντάς τες στοργικά, σαν να 'ταν κορμί γυναικείο. Κι έτσι, μέτρημα το μέτρημα και χάδι το χάδι, νανουριζόταν και τον έπαιρνε ο ύπνος.

Ο καιρός περνούσε γρήγορα· αυγάτισαν οι κλεψιές του Γιάκωβου, αυγάτισαν κι οι λίρες. Το μαξιλάρι πια δε χώραγε να τις κρύψει. Είχαν αρχίσει να γίνονται και κάτι περίεργα πράγματα στο χωριό, άνθρωποι χάνονταν και τους έβρισκαν πεθαμένους μετά από μέρες, ακούγονταν και φήμες για επιδρομές κλεφτών στα διπλανά χωριά, άδειαζαν τον κόσμο από χρυσαφικά και κότες, ίδρωσε τ' αυτάκι του Γιάκωβου. Αν έρχονταν ληστές, πάνε κι οι λίρες, πάει κι απατός του σαν αρνάκι στη σφαγή. Έπρεπε να τις βγάλει απ' το σπίτι του, τουλάχιστον ως να περάσει ο κίντυνος.

Μα τι να κάμει; Άτομο άλλο δεν εμπιστευότανε να μοιραστεί τις σκέψεις του· άσε που θα έπρεπε μαζί με τις σκέψεις να μοιραστεί και τις λίρες, αν έπαιρνε βοήθεια. Στο εμποράδικο δεν κόταγε να τις αφήσει, πολλοί άνθρωποι μπαινόβγαιναν κάθε μέρα, λίγο να έστρεφε τη ματιά του αλλού ο Γιάκωβος, θα του τις ξάφριζε κάποιος αλαφροχέρης. Ούτε στη γης μπορούσε να τις παραχώσει, ένα περβολάκι ποτιστικό είχε δίπλα στο ποτάμι, έτσι κι έκαμε καμιά φουσκονεριά, αλίμονό του, ούτε στον αιώνα τον άπαντα δε θα 'βρισκε τις λίρες.

Έξυνε την κεφάλα του μερόνυχτα ο Γιάκωβος· μετά από πολλή περίσκεψη βρήκε τη λύση: Έξω από το χωριό υπήρχε ένα δάσος από λεύκες, αψηλές και χιονόκορμες σαν σπαθάτες κυράδες. Όσο όμορφο κι αν ήταν το λευκόδασος, όμως, κανείς χωριανός δεν το πλησίαζε. Βαριά σκιά έλεγαν πως πλάκωνε το δάσος και το στοίχειωνε· κάθε πανσέληνο, έλεγαν στο χωριό, που το φεγγάρι φούσκωνε, έριχνε όλο του το φως κάτω απ' το δάσος κι αυτό ανακατεύουνταν με τ' αλύχτημα των λύκων, γινόταν γητειά διαβολική και ζωντάνευε τα δέντρα, που σήκωναν τις ρίζες τους και πλανιούνταν σαν τα φαντάσματα κι ουαί κι αλίμονο οποιανού άτυχου τα 'βρισκε στο δρόμο του.

Αυτά σκέφτηκε ο Γιάκωβος μα δε φοβήθηκε, ίσα ίσα που τα γερακίσια ματάκια του λάμψανε από πονηριά. Δε χαμπάριαζε αυτός από γητειές και φαντάσματα, τούτα ήταν για τα μυξιάρικα και τους αλαφρούς. “Κι αν όλο το χωριό είναι λαφρύ” συλλογίστηκε, “πιότερο καλά για την αφεντιά μου! Βρήκαν απατοί τους τον καλύτερο κρυψώνα για τις λίρες μου!”

Κι αυτά συλλογίστηκε κι έλαμψαν τα ματάκια του κι έτριψε τα χεράκια του ο καλός σου, γιατί λογάριασε την επόμενη πανσέληνο, που όλοι οι χωριανοί θα σφάλιζαν τις πόρτες τους μην τους αρπάξουν οι ξωθιές και οι διαβόλοι, αυτός να πάει στο λευκόδασος και να χαντακώσει τις λίρες μέσα στα δέντρα. Έτσι, καθώς τα δέντρα θα μεγάλωναν, το ξύλο θα έγιανε και θα έδενε και θα έκλεινε γύρω τους, κάνοντας το θησαυρό του αόρατο για τα μάτια ολωνών, παρεκτός των δικών του.

Κι ήρθε η πανσέληνος, σφάλισαν οι χωριανοί τις πόρτες κι ο Γιάκωβος ανασκουμπώθηκε, πήρε το σουγιαδάκι του και το θησαυρό και κίνησε για το δάσος.

Το φεγγάρι, φουσκωμένο σαν ετοιμόγεννο στον ουρανό, έλουζε με ένα απόκοσμο φως το μονοπάτι που οδηγούσε στο δάσος. Ο Οκτώβρης σήκωνε ομίχλη, τη στερνή του· Νοέμβρης από την επομένη. Η Μέρα των Ψυχών, έλεγαν στο χωριό, αλλά ο Γιάκωβος για τις ψυχές δε γνοιάζουνταν.

Έφτασε στο δάσος και για μια στιγμή η καρδιά του σφίχτηκε. Δεν ήταν δέντρα αυτά, εξαρθρωμένα αυτόματα έμοιαζαν ή με ανθρώπους που τους είχε τσαλαπατήσει στον ύπνο το μαύρο άτι του Χάρου: τα κλαδιά τους ορθώνονταν σκελετωμένα να πιάσουν τον αγέρα και περικοκλάδιζαν μεταξύ τους, λες και το 'χαν γινάτι να πολεμούν το ένα το άλλο ως τη Δευτέρα Παρουσία. Πιο κάτω, οι λεπτοί, χλωμοί κορμοί φωτίζονταν απ' το φεγγάρι αρρωστιάρικα, σαν να ντύνονταν σάβανο. Και πιο κάτω, στη μαύρη γη, πανάρχαιες ρίζες ξεπετάγουνταν δεξιά-ζερβά, σαν να παραμόνευαν να σου βάλουν τρικλοποδιά, να ταβλιαστείς κατάχαμα κι αυτές να σε ρουφήξουν μες στη γης.

Ξεροκατάπιε ο Γιάκωβος, μα τι να κάμει; Σε κάθε του βήμα οι λίρες κουδούνιζαν μαυλιστικά και πιότερο φοβούνταν να αποστερηθεί αυτό το κουδούνισμα παρά τα φαντάσματα. Έτσι, έκαμε την καρδιά του πέτρα, έκαμε και το σταυρό του τρεις φορές και τάχυνε το βήμα του.

Δεν άργησε να βρει το δέντρο που θα 'κρυβε τις λίρες του: μια λεύκα νιούτσικη, κοντούλα ακόμα, με έναν κορμό τόσο λεπτό και απαλό σαν χνούδι σε μάγουλο άγουρου κοριτσιού.

Έβγαλε ο Γιάκωβος το σουγιά του κι άρχισε να κόβει.

Σε κάθε χαραματιά που έκανε ο Γιάκωβος, άκουγε κι από 'να στριγκό ήχο στο μυαλό του, σαν το δέντρο να σκλήριζε, να βόγγαγε απ' τον πόνο. Αλλά δεν έδινε σημασία. Ο ζήλος της δουλειάς ζέστανε το αίμα του, ανέβηκε στο κεφάλι, δεν έμεινε χώρος για σκέψη και λιποψυχιά. Ούτε χρόνος πολύς έμενε και ο Γιάκωβος ήθελε να τελέψει τη δουλειά πριν το χάραμα.

Είκοσι κοψίματα έκανε κι είκοσι λίρες παράχωσε στο νεαρό κορμό. Είκοσι στριγκλιές άκουσε, μα έλεγε στον εαυτό του ότι ήταν απ' το δάσος και συνέχιζε να κόβει ως το τέλος. Όταν απόκαμε, το δεντράκι ήταν κομμένο από πάνω ως κάτω σαν ανοιγμένη κούκλα και μόνο ένα αμυδρό, χρυσό στραφτάλισμα στο φως του νεαρού ήλιου μαρτυρούσε πως κάτι τρομερό είχε γίνει την προηγούμενη νύχτα.

Και σύντομα το δέντρο θα έγιανε και θα έδενε και θα έκλεινε το ξύλο του ένα γύρο τις λίρες.

“Εσένα, δέντρο, ορίζω ως μπιστικό μου να φυλάς το θησαυρό μου” έκανε ο Γιάκωβος ευχαριστημένος, σφούγγισε τον ιδρώτα του και κίνησε για το χωριό.

Χρόνια πολλά πέρασαν. Ο Γιάκωβος συνέχισε να λύνει και να δένει, να κλέβει και να ξεζουμίζει τους συχωριανούς του. Κάποια στιγμή τον προξένεψαν και με μια κοπέλα απ' το διπλανό χωριό, είχε προίκα καλή, την επήρε ο Γιάκωβος και χάρηκε και την προίκα και το νυφιάτικο κρεβάτι. Μα πιο πολύ χάρηκε τη γέννηση του γιου του. Κι όσο μεγάλωνε το παιδί, τόσο μεγάλωνε κι η καρδιά του πατέρα. Δε σταμάτησε, βέβαια, τις κλεψιές ο Γιάκωβος· μόνο που τώρα τούτες είχαν πάρει ένα σκοπό ιερό, να σπουδάσει το παιδί, να ξεσκολίσει, να παντρευτεί και να αυγατίσει την περιουσία.

Σαν αντρώθηκε ο γιος του, ο Γιάκωβος αποφάσισε να πάρει τις λίρες και να του τις δώσει, κομπόδεμα ολόκληρο ήτανε, να μεγαλώσουν μαζί το μαγαζί τους. Είχε γεράσει, όμως, πια ο Γιάκωβος, τα πόδια του δεν τον βάσταγαν όρθιο ώρα πολλή χωρίς να κουραστεί. 'Ετσι, ένα απόγευμα, φώναξε το γιο του και του 'δωκε οδηγίες για το πώς θα πάει στο δάσος, πώς θα βρει το δέντρο και πώς θα πάρει τις λίρες. Κι αφού τον ορμήνεψε, τον έστειλε στο καλό κι έμεινε να τον περιμένει.

Οι ώρες κύλησαν, το φεγγάρι βούλιαξε στα ασημιά του δώματα και πήρε να χαράζει. Μια ήσυχη μέρα ξεκινούσε. Όχι όμως για τον Γιάκωβο, που δεν είχε σφαλίσει μάτι όλη νύχτα, παρά μόνο μέτραγε τις ώρες ως να φανεί ο γιος του. Μα το παιδί δεν είχε φανεί ακόμα και ο Γιάκωβος αλαφιάστηκε.

Μια και δυο, πήρε τη μαγκούρα του και κίνησε για το λευκόδασος όσο πιο γοργά κράταγαν τα ποδάρια του. Στο δρόμο ρωτούσε τους συγχωριανούς αν είχαν δει το παιδί, μα δεν έπαιρνε απόκριση. “Είχε πανσέληνο χτες”, έλεγαν οι χωριανοί, “σφαλίσαμε τις πόρτες, μη μας αρπάξουν οι ξωθιές και οι διαβόλοι, κανέναν δεν είδαμε.”

Κι όλο αλαφιαζόταν ο Γιάκωβος κι όλο έτρεχε.

΄Εφτασε χωρίς ανάσα στο λευκόδασος και κίνησε να βρει το δέντρο, μήπως είχε αποκοιμηθεί εκεί το παιδί πάνω στον κάματο και για αυτό δεν είχε γυρίσει.

'Ομως, αντί για το γιο του, στα ριζά της λεύκας βρήκε καθισμένη μια πεντάμορφη κοπέλα.

“Καλή σου ώρα, κόρη μου” είπε ο Γιάκωβος. “Ψάχνω το γιο μου, ένα παιδί αψηλό και νιούτσικο σαν του λόγου σου, μήπως τον πήρε το μάτι σου πουθενά;”

“Βεβαίως” έκαμε η κοπέλα. “Εδώ είναι, σε περιμένει.”

Έψαξε με τη ματιά του τον τόπο με λαχτάρα ο Γιάκωβος, μήπως δει το παιδί του, άφαντο το παιδί. Φόβος και ανησυχία γέμισαν την ψυχή του.

“Μη με περγελάς κοπέλα μου, γέρο άνθρωπο, έχασα το παιδί μου. Τον έχεις δει για τσάμπα χάνω τον καιρό μου;”

Γέλασε η μορφονιά κι αποκρίθηκε: “Μη στεναχωριέσαι, Γιάκωβε. Είναι σε καλά χέρια ο γιος σου. Χτες που ήρθε, τον κατάλαβα ότι είναι δικό σου παιδί απ' τη μυρωδιά, οπότε έκαμα αυτό που με όρισες να κάμω.”

“Για όνομα του Θεού, γυναίκα, τι είναι αυτά που λες;” είπε ο Γιάκωβος μανιασμένος. “Τι σε όρισα εγώ να κάμεις;”

“Με όρισες μπιστικό σου να φυλώ το θησαυρό σου, όπως κάμω τόσα χρόνια, Γιάκωβε” είπε εκείνη κι ευθύς άφησε να γλιστρήσει το φόρεμα της απ' τους ώμους της.

Και ο Γιάκωβος είδε τη γύμνια της γυναίκας και το κάτασπρο, χλωμό σαν σάβανο κορμί της σκισμένο από μια φριχτή ουλή από πάνω ως κάτω· οδύνη και παραζάλη τον πλάκωσαν, έβγαλε φωνή γοερή, όλα σκοτείνιασαν· και δεν απέμεινε τίποτα πια, παρά μόνο ένα αμυδρό, χρυσό στραφτάλισμα στο φως του νεαρού ήλιου, που μαρτυρούσε πως κάτι τρομερό είχε γίνει την προηγούμενη νύχτα.


8/3/2011



7 Ιαν 2012

ΛΙΟΣΙΩΝ


Είναι ένας δρόμος που αν ήταν τραγούδι
θα 'βγαινε όλο μια στριγκλιά
ένα βογγητό καλύτερα,
μακρύ, συρτό, σαν να 'πεσε 
το βάρος του κόσμου
πάνω του
σαν παλιό λεωφορείο
που αγωνίζεται
ν' ανέβει μιαν ανηφόρα
φορτωμένο νυσταλέους επιβάτες
που αργοπεθαίνουν
αγκομαχώντας

περνώντας από γκαράζ και βενζινάδικα
μαγαζιά με οικοδομικά υλικά
καταγώγια και κωλόμπαρα
πορνεία
με πουτάνες που δεν ενέπνευσαν ποτέ
κανένα συγγραφέα
μόνο κάτι τελειωμένους
που πέφτουν πάνω τους
σαν τα γουρούνια
αγκομαχώντας

κι εκείνες ονειρεύονται
ότι τους πέφτουνε
μαλλιά και δόντια
απο τις βότκες
και όταν θυμούνται
(άραγε τι;)
αφήνουν έναν αναστεναγμό
αγκομαχώντας


και οι ξεριζωμένοι ξένοι
που ήρθαν εδώ τάχα για καλύτερα

και τα πρεζάκια
που τελειώνουν στα πλατύσκαλα
κι ακόμα ψάχνουν στον ουρανό τ' αστέρια

έτσι είναι όλη η Λιοσίων
και τραγουδάει
μια στριγκλιά
-όλη κι όλη-
από κλάμα και των δοντιών
το τρίξιμο
σαν κόλαση
από σπασμένα όνειρα
που μπαίνουν γυαλιά στα πόδια

Κι εσύ φοβάσαι μη σε σφάξουνε
ενώ ψάχνεις τα κλειδιά σου
στην εξώπορτα
και φοβάσαι για τη ζωή σου
(ενώ πεθαίνεις ήδη)
αγκομαχώντας

18 Δεκ 2011

Το Πράγμα


Το Πράγμα δραπέτευσε από τη φυλακή του ένα πρωινό του Δεκέμβρη. Ήταν αφύσικα ζεστός εκείνος ο χειμώνας: το χιόνι δεν ερχόταν, τα φύλλα στέκονταν ακόμα στα κλαδιά των δέντρων και τα φυτά είχαν ξεχάσει να μαραθούν. Σαν κάτι να μην άφηνε τη φύση να ξεκουραστεί. Ο κύκλος είχε σταματήσει · ο θάνατος έμοιαζε να είχε νικηθεί. Κι αυτή η βλασφημία γκρέμισε το κελί του Πράγματος.
Κανείς δεν ξέρει πόσο καιρό ήταν φυλακισμένο εκεί το Πράγμα, ή από πότε υπήρχε · ή τι ήταν. Κάποιοι έλεγαν πως περιδιαίβαινε τη γη αυτή από χρόνια πανάρχαια. Κάποιοι άλλοι πως ήταν ανθρώπινο δημιούργημα, γέννημα των νοσηρότερων τελετουργιών. Και κάποιοι άλλοι, πως ήταν απλά μια φάρσα. Όλα αυτά σε καιρούς αλλοτινούς, γιατί στα χρόνια τα δικά μας κανείς δεν πίστευε πια στην ύπαρξή του. 
Κι όμως, το Πραγμα υπήρχε και περίμενε, με τα χέρια γραπωμένα στα κάγκελα, στο κελί του κρυμμένο στις φυλλωσιές, ασπρόμαυρο-μες-στο-πράσινο, λίγα μόλις μέτρα από τους περαστικούς που έκαναν τον περίπατό τους, από τις παρέες των παιδιών και τους νεαρούς εραστές. Κρυμμένο εκεί, άπλωνε τα παραμορφωμένα χέρια του σαν να καραδοκούσε για να αρπάξει · ή για να ζητήσει βοήθεια. Γιατί, όταν το κελί γκρεμίστηκε και το Πράγμα ξέφυγε, οι αυτόπτες μάρτυρες βεβαίωσαν ότι περίεργοι ήχοι έρχονταναπό το βάθος του κελιού,ήχοι που σου πάγωναν το αίμα, σαν μια ανίερη μελωδία ή την κραυγή που βγάζει ένα σύμπαν όταν πεθαίνει. Ένα είναι βέβαιο: ούτε το ίδιο το Πράγμα άντεχε αυτούς τους ήχους. Ίσως αυτή να ήταν κι η αληθινή του φυλακή.
Μα η φυλακή γκρεμίστηκε · και το Πράγμα ελευθερώθηκε, μαχαιρωμένο από τις κραυγές των κόσμων που πεθαίνουν. Πεθαίνοντας κι αυτό, ασπρόμαυρο κι αιμόφυρτο, κάτω από τα δύσπιστα βλέμματα των περαστικών, δεν κατάφερε να φτάσει μακριά. Σύρθηκε τρεκλίζοντας ως το πλησιέστερο δέντρο και ξάπλωσε πεθαίνοντας, και μαζί του πέθανε κι ο τελευταίος κόσμος της φαντασίας.


16 Οκτ 2011

Μυθολογιονομικά #1: Αίτηση διαζυγίου της Ήρας από το Δία



ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΠΟΛΥΜΕΛΟΥΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΔΟΥ,

ΑΠΑΡΤΙΖΟΜΕΝΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΙΣΟΒΙΟΥΣ ΔΙΚΑΣΤΕΣ ΜΙΝΩΑ,




 ΑΙΑΚΟ ΚΑΙ ΡΑΔΑΜΑΝΘΥ



(Ειδική διαδικασία γαμικών διαφορών)


ΑΓΩΓΗ


Της Ολυμπίου Ήρας, κατοίκου Ευβοίας

(όρος 'Οχη)



ΚΑΤΑ


Του Ολυμπίου Διός




εν διαστάσει συζύγου Ολυμπίου Ήρας,


κατοίκου Ολύμπου (περιοχή Δίου)


Τη δωδεκάτη ημέρα του μήνα Γαμηλιώνα του 3500 π.Χ. στη Σάμο, ήλθα μετά του εναγομένου σε νομίμου γάμου κοινωνία, κατά τους ιερούς κανόνες της Παγανιστικής Θρησκείας, του μυστηρίου τελεσθέντος στον Ωκεανό. Εκ του γάμου μας αποκτήσαμε τρία παιδιά: Τον Άρη (έτος γεννήσεως 3499 π.Χ), την Ήβη (έτος γεννήσεως 3200 π.Χ.) και την Ειλείθυια (έτος γεννήσεως 2780 π.Χ).

Στην αρχή η συμβίωσή μας ήταν αρμονική, αλλά με την πάροδο του χρόνου ο αντίδικος άρχισε να απιστεί εις βάρος μου. Από τις αρχές του 2500 π.Χ. αργούσε να γυρίσει στο σπίτι, πολλές φορές μάλιστα, απουσίαζε για ολόκληρες μέρες, αφήνοντάς με μόνη με τα παιδιά μας στο σπίτι. Τότε άρχισα να πληροφορούμαι για τις πολυάριθμες απιστίες του σε βάρος δικό μου και του γάμου μας.

Ενδεικτικό της προκλητικότητάς του και της εν γένει συμπεριφοράς του, η οποία αποδεικνύει την πλήρη έλλειψη αγάπης, εκτίμησης και σεβασμού, ήταν ότι αρνούνταν κατηγορηματικά να με αντιμετωπίσει κάθε φορά που προσπαθούσα να συζητήσω μαζί του για τις απιστίες του, για τις οποίες ενημερωνόμουν είτε από κοινούς γνωστούς, είτε από μόνη μου, μάλιστα δε αναγκάστηκα να προβώ σε κινήσεις πλήρως υποτιμητικές για το άτομο και την υπόληψή μου για να τον αναγκάσω να μου μιλήσει. Ο εναγόμενος, όμως, παρόλα αυτά, αρνούνταν κατηγορηματικά να παραδεχτεί το ο,τιδήποτε, προσπαθώντας να με πείσει ότι δεν είχα σώας τας φρένας.

Συνεχίζοντας να διαμένω στη συζυγική μας οικία σχεδόν μόνη μου, αφού ο εναγόμενος απουσίαζε συνεχώς για “τα βασιλικά του καθήκοντα”, εξακολουθούσα να μαθαίνω για τις απιστίες του: τη μοιχεία του με τη Σεμέλη, τη Μαία, τη Δανάη, την Ευρώπη, την Αίγινα, την Αλκμήνη, την Καλλιόπη, την Ιώ, για να αναφέρω τις ελάχιστες από αυτές. Μάλιστα η υγεία μου, λόγω της στενοχώριας που μου έφερναν αυτές οι θλιβερές ειδήσεις, και της εν γένει συμπεριφοράς του εναγομένου, που επιδεινώνετο με το χρόνο, υπέστην νευρικής προέλευσης υπέρταση. Ως εκ τούτου προέβην σε κινήσεις που όχι μόνο είναι υποτιμητικές για το άτομο και το επίπεδό μου, αλλά και εγκληματικές: μια απόπειρα ανθρωποκτονίας του νόθου γιου του Ηρακλή, παρακίνηση σε αυτοκτονία της Σεμέλης, βασανιστήρια στην ερωμένη του Ιώ κτλ, για τα οποία δε δικάστηκα λόγω του θεϊκού ασύλου που απολαμβάνω ως Βασίλισσα των Θεών. Ωστόσο, ο εναγόμενος ξέσπασε πάνω μου όλη την οργή του με βρισιές και απειλές “να μην μπλέκω στα ιερά, βασιλικά του καθήκοντα”.

Τελικά, μην μπορώντας να υπομείνω άλλο αυτή τη δοκιμασία, την ενάτη του Θαργηλιώνα αναγκάστηκα να μετακομίσω από την συζυγική στέγη και να διαμείνω στην παρούσα μου διεύθυνση στην Εύβοια και έκτοτε να βρισκόμαστε οριστικά σε διακοπή κάθε έγγαμης συμβίωσης.   

Για λόγους επομένως, που αφορούν το πρόσωπο του εναγομένου, δεν ζούμε ως ζευγάρι, αφού έχουμε χωρίσει από τραπέζης και κοίτης και εξ αιτίας των καταστάσεων, που έχουν συμβεί στον γάμο μας, έχει  επέλθει ισχυρός κλονισμός της έγγαμης συμβίωσής μας, έτσι ώστε να καταστεί για μένα, όχι μόνο αφόρητη, αλλά παντελώς αδύνατη η περαιτέρω συμβίωσή μας και ως εκ τούτου επιβάλλεται να κηρυχθεί, κατ άρθρο 1439 ΑΚ, λυμένος ο γάμος μας.

Επειδή από το άρθρο 1439 § 1 ΑΚ, όπως ισχύει μετά το ν. 1329/1983 και εφαρμόζεται και για τη λύση γάμων που τελέσθηκαν προηγουμένως, όταν η αγωγή ασκείται μετά τις 18.2.1983 (άρθρο 65 § 1 εδαφ. β' του ίδιου νόμου), που ορίζει ότι «καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα», προκύπτει ότι καθιερώνεται ο αντικειμενικός κλονισμός ως λόγος διαζυγίου και προσδιορίζονται τα όρια μέσα στα οποία θα κινηθεί ο δικαστής, χωρίς να γίνεται εξειδίκευση των κατ ιδίαν λόγων διαζυγίου, δεν τίθεται δηλαδή, η υπαιτιότητα ως βάση του ισχυρού κλονισμού και επομένως τα γεγονότα που μπορούν να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό μπορεί να είναι και ανυπαίτια δεν έχει δε σημασία ποιος από τους συζύγους δημιούργησε πρώτος το λόγο κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης.

Επειδή προκειμένου να κριθεί αν ο γάμος έχει κλονισθεί από γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου, υπό την ανωτέρω έννοια, δεν υπάρχει κώλυμα να ληφθούν υπ όψιν και κλονιστικά γεγονότα, που συνέβησαν μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, αφού ο γάμος παράγει τα αποτελέσματά του μέχρι να λυθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση και από το είδος του κλονιστικού γεγονότος και το σύνολο των περιστάσεων θα κριθεί αν υπάρχει κλονισμός υπό την προεκτεθείσα έννοια.
Επειδή κατά τα ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η παρούσα και να λυθεί ο παραπάνω γάμος.
Επειδή η παρούσα είναι νόμιμος, βάσιμος και αληθής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
και όσους θέλω προσθέσει κατά την συζήτηση της παρούσας και με ρητή επιφύλαξη κάθε νομίμου δικαιώματός μου

ΖΗΤΩ
Να γίνει δεκτή η παρούσα.
Να κηρυχθεί λυμένος ο μεταξύ εμού και του εναγομένου από τη δωδεκάτη του Γαμηλιώνα του 3500 π.Χ. υφιστάμενος γάμος, που τελέστηκε στη Σάμο κατά τους ιερούς κανόνες της Παγανιστικής Θρησκείας, του μυστηρίου τελεσθέντος στον Ωκεανό, για λόγους που αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο του εναγομένου, άλλως αμφοτέρων και
Να καταδικαστεί αυτός στην εν γένει δικαστική μου δαπάνη.

Εύβοια, δεκάτη του Εκατομβαιώνα 1400 π.Χ.
Ο/Η πληρεξούσιος δικηγόρος









- Πρότυπο δικογράφου εδώ




2 Οκτ 2011

Τότε που




     Τότε που πήγαμε στην έκθεση ζωγραφικής στη Δημοτική Πινακοθήκη, κάτω Μεταξουργείο, στα μέρη μου, κι είχα πάρει αέρα ειδήμονος κι άρχισα να σου μιλάω, όχι για τις ζωγραφικές, αυτό ήταν δικό σου πεδίο, για το Μεταξουργείο και τα τότε που. Τότε που γουργούριζα τις ράθυμες λιακάδες στα καφενεδάκια και τα απογεύματα που έσκαγαν σαν μενεξεδένια κύματα στο πιατάκι από το γλυκό του κουταλιού. Τότε που γύριζα τα κτίρια που υπέμεναν στωικά το βάρβαρο χάδι του χρόνου, με τα μυστικά και τις ιστορίες τους χρόνια κλειδαμπαρωμένα μέσα, που ορμούσαν να γκρεμίσουν τις πόρτες μα πάντα τα κρατούσαν οι βαριές, σκουριασμένες κλειδαριές. Τότε που,με ένα τετράδιο στο χέρι παρατηρούσα τα παιδιά και τα σκυλιά που βολτάριζαν, τους καλλιτέχνες που κυνηγούσαν την έμπνευση, τους εργαζομένους που ιδροκοπούσαν πίσω από ένα ταμείο ή πάνω σε ένα δοκάρι ή κάτω από ένα κόκκινο φως, λαθραία, νόμιμα, παράνομα, όλα ίδια δεν έγιναν πια άλλωστε; Μα πιο πολύ από όλα, αυτά που ήθελα να σου διηγηθώ ήταν τα τότε που του δρόμου του γυρισμού.

     Δεν πήρες μαζί μου το δρόμο του γυρισμού, το όμορφο κεφάλι σου είχε γεμίσει από Μιρό και Τζιακομέτι, ένας Μαγκρίτ είχε καθίσει στα μαλλιά σου και καναδυό Ντελβώ στα μάτια σου, κουράστηκες, μένεις και μακριά, πήγες να πάρεις το τρένο, και τα πιο σημαντικά τότε που που ήθελα να σου πω έμειναν παραπονεμένα μες στα χείλη μου.

     Τα τότε που του γυρισμού, από την Ψαρών, λίγο μετά την προστυχιά της Αχιλλέως, εκεί που περνάς απέναντι και ο τόπος μυρίζει κάπως, μυρίζει παρακμή και πόνο και ξενιτιά, μυρίζει όμως και σπίτι, λιβάνια στον Άγιο Παύλο, τότε που κάναμε Ανάσταση με τη γιαγιά μου, στον Άγιο Παύλο με το μεγάλο ρολόι, μόνο αυτό εμπιστευόταν η γιαγιά, και μετά στα μαγαζάκια πάνω στην πλατεία, με τα καλαμαράκια, τις γαρίδες και τα τσίπουρα, ο μικρός έπεφτε πάνω στα καλαμαράκια κι ο παππούς στο τσίπουρο, εγώ τους πρόδιδα και έπαιρνα σουβλάκι, και ακριβώς παραδίπλα ο γιατρός, με τις στρατιές από playmobil πίσω από τις βιτρίνες και εκείνο το μισητό ξυλάκι που μου πάταγε το στόμα να δει τις αμυγδαλές μου, τρελαινόμουνα, είσαι περδίκι μου έλεγε, τι να μη φάω γιατρέ; τον ρωτούσα, έξι χρονώ σκατό, αστακό και μαύρο χαβιάρι μου έλεγε.

     Και μετά η Ηπείρου, με τις μεγάλες γκρίζες πολυκατοικίες της, από τις οποίες πού και πού πέφτει μωβ κανένας τηλέγραφος και τα μαύρα πλακάκια της ΕΥΔΑΠ στα πεζοδρόμια, πόσα μπορείς να μετρήσεις; ρώταγε η γιαγιά για να ξεχαστώ από το ξυλάκι του γιατρού, ένα-χοπ! Δύο-χοπ! τρία κι έτσι συνέχιζα, μέχρι να τελειώσουν τα πλακάκια ή να αλλάξουμε πεζοδρόμιο ή να μεγαλώσω και να φύγει η γιαγιά και να 'τα όλα τα τότε που της ζωής μου δίνουν μια και γκρεμίζουν το στόμα μου, ξεχύνονται στο πεζοδρόμιο και κυλούν μανιασμένα σαν βροχόνερο, μουσκεύουν τα παπούτσια μου, βρέχονται οι κάλτσες λέξεις .

     Ξαναγυρνάω. Κάθομαι στο παγκάκι έξω από την εκκλησία. Πίσω στον αυλόγυρο μια παρέα εφήβων γυρνά ένα τσιγάρο. Κάνω πως δεν τους βλέπω μα με παίρνει η μυρωδιά και βρίσκομαι ξαφνικά να παίρνω τζούρες από την παιδική μου ηλικία, πατίνια, New Kids On the Block, Χ-Files το βράδυ στο Star. Τη γιαγιά.
     Τότε που το Σάββατο δεν είχε στάλα νοσταλγίας.

     Τότε που πήγαμε στη Δημοτική Πινακοθήκη ήταν Σάββατο. Μόλις χτες. Κι ορκίζομαι, αγάπη μου, πως την επόμενη φορά που θα 'ρθεις από δω, όλα τα τότε που θα στα δώσω με ένα φιλί στο στόμα.

4 Σεπ 2011

Κυριακή.





( Ακατάστατο σαλόνι. Δίπλα από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα, ένας καναπές με ξεβαμμένο κάλυμμα. Πάνω στον καναπέ έχουν ξαπλώσει αγκαλιασμένοι δυο νέοι άνθρωποι. Οι λιαχτίδες του πρωινού κάθονται πάνω στα μαλλιά τους.)



- Γιατί χαμογελάς;

- Σκέφτομαι.

- Επιτρέπεται να μάθω;

- Αμέ! Σκέφτομαι πώς φτιάχτηκε ο κόσμος.

- Μάλιστα. Για πες μας κι εμάς.

- Να. Οι επιστήμονες λένε ότι φτιάχτηκε από το Big Bang, σωστά;

- Έτσι λένε.

- Κι οι Γραφές, ότι φτιάχτηκε από το Θεό μέσα σε έξι μέρες.

- Ναι... Για κατάληξε.

- Άρα, αν τα συνδυάζαμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το Big Bang κράτησε έξι μέρες.

- Λες γι' αυτό να το λένε Big;

- Άνετα!

- Κάτσε λίγο... Όταν λες bang τι εννοείς;

- Το bang. Bang. Bang. Bang. Ξέρεις εσύ...

- Ρε πονήρω! Όλο εκεί το μυαλό σου... Θα μπορούσε πάντως, γιατί όχι... Αλλά με ποιον λες ο Θεός να έκανε το...bang;

- Ποιος ξέρει. Ίσως να είναι ο ίδιος το bang. Ίσως επειδή έγινε το bang να έγινε ο Θεός. Δε μας νοιάζει. Το θέμα είναι ότι την έβδομη μέρα, την Κυριακή, ο Θεός ξεκουράστηκε. Και βρήκε ότι ήταν ωραία.

- Πώς σου ήρθε όλο αυτό;

(Κοιτάζονται. Η κοπέλα κοιτάει το αγόρι και χαμογελάει)

- Τι μέρα είναι σήμερα;

(Το αγόρι χαμογελά κι αυτό.)

-  ...Κυριακή.



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...