1 Νοε 2008

Η πολυπόθητη στιγμή

Όταν ένιωσα εκείνη την αίσθηση έλλειψης βαρύτητας, κατάλαβα ότι είχε έρθει η πολυπόθητη στιγμή. Η στιγμή που το σακουλάκι θα άνοιγε και θα εκπληρώναμε με τους συντρόφους μου το σκοπό της ύπαρξής μας: να φαγωθούμε.

Είναι ύψιστη τιμή να φαγωθείς αν είσαι τρόφιμο, πόσο μάλλον αν είσαι στραγάλι. Στους νεότερους χρόνους είμαστε οι πιο καταφρονημένοι μεταξύ των όσπριων και των ξηροκαρπίων. Σπάνια πια ο κόσμος τρώει ρεβίθια και η ψημένη, αλατισμένη εκδοχή τους, δηλαδή εμείς, είναι αυτή που απομένει πάντα αφάγωτη στο μπολ με τους ξηρούς καρπούς, όταν κάποιος πίνει το ποτό του.

Κι όμως, η μεγάλη μέρα είχε φτάσει. Κάποιος μας είχε αγοράσει και μάλιστα με λαχτάρα, γιατί απομακρυνθήκαμε πολύ γρήγορα από το μαγαζί και βγήκαμε στον έξω κόσμο.

Τι ήλιος! Τι ουρανός! Τι εξαίσια, γλυκιά ημέρα για να φαγωθείς! Στο σακουλάκι επικρατούσε μια ατμόσφαιρα θριάμβου: όχι, δεν ήταν μέρα θανάτου, ήταν μέρα γιορτής. Είχαμε ήδη αρχίσει να ονειρευόμαστε το κρυστάλλινο μπολ που θα μας φιλοξενούσε, τα απαλά ακροδάχτυλα που θα μας αιχμαλώτιζαν γλυκά, την ανάβαση προς το στόμα… Έπειτα, το υπέροχο ανακάτεμα με κάποιο εκλεκτό ουίσκι ή κονιάκ στον ουρανίσκο και, τέλος, το θρυμμάτισμά μας από δυο σειρές αλαβάστρινα δόντια και το ταξίδι μας στο πεπτικό σύστημα, όπου θα γινόμασταν ένα με το αίμα και θα οπλίζαμε τον οργανισμό με φυτικές ίνες, σίδηρο, και όλες τις άλλες θρεπτικές μας ουσίες.

Μπορείτε να φανταστείτε την απογοήτευση και τον τρόμο μας όταν ακούσαμε τις σφυρίχτρες, τα τύμπανα και τον ήχο όλων εκείνων των ποδιών που βημάτιζαν ρυθμικά. Ήμασταν σε παρέλαση! Το όνειρό μας εξανεμίστηκε και τη θέση του πήραν η ντροπή και η απόγνωση. Τι εξευτελισμός! Τι οικτρός θάνατος που μας περίμενε, χωρίς τιμή, χωρίς δόξα!

Το σακουλάκι μας άνοιξε με μια κίνηση, τόσο δυνατή που δημιούργησε ένα μεγάλο σκίσιμο και αρκετοί από τους αδερφούς μου έπεσαν στο έδαφος. Με τόσο πλήθος γύρω μας, το τέλος τους ήταν αρκετά κοντά: αργά ή γρήγορα κάποιος θα τους πατούσε. Κι ευχήθηκα να ήμουν κι εγώ εκεί κάτω μαζί τους, να τελείωνε το μαρτύριό μου μια ώρα αρχύτερα.

Η ώρα περνούσε κι ένας-ένας τα αδέρφια μου άφηναν το σακουλάκι. Πολλές φορές και τρεις-τέσσερις μαζί. Ώσπου ήρθε κι η σειρά μου.
Τα δάχτυλα με έπιασαν, με ύψωσαν πάνω από το σακουλάκι, με πέταξαν στον αέρα. Ένιωσα τον άνεμο να με δέρνει αλύπητα κι ευχήθηκα να μπορούσα να πάθω ανακοπή, πράγμα αδύνατο, γιατί ως όσπριο δεν έχω καρδιά. Ήμουν εκεί, ακόμα ζωντανός, να διαγράφω πετώντας την τροχιά που καθόρισε το χέρι του εκτελεστή μου.

Ξαφνικά όλα σκοτείνιασαν και βρέθηκα σ’ ένα μέρος σκοτεινό και ζεστό. Οι ήχοι της παρέλασης υποχώρησαν κι αντικαταστάθηκαν από ένα ρυθμικό, υπόκωφο χτύπημα: τον παλμό μιας καρδιάς. Μετά από λίγη ώρα διαπίστωσα ότι βρισκόμουν ανάμεσα σε δυο βουναλάκια κι ότι ένα υφασμάτινο φράγμα συγκρατούσε την πτώση μου προς το έδαφος. Τότε κατάλαβα ότι είχα προσγειωθεί στο σουτιέν ενός κοριτσιού.

Η αίσθηση του στήθους μιας γυναίκας ίσως να αποτελεί τη μέγιστη φαντασίωση για τους ανθρώπους, αλλά για εμάς τα στραγάλια είναι κακό σημάδι. Η ιστορία και η πείρα έχουν αποδείξει πολλάκις ότι τα θηλυκά του είδους homo sapiens είναι πιο σιχασιάρικα από τους αρσενικούς ομοφύλους τους. οι οποίοι κάνουν πολύ λιγότερες διακρίσεις στην τροφή τους και στον τρόπο απόκτησής της. Κοινώς, η τελευταία μου ελπίδα να φαγωθώ εξανεμίστηκε.

Και φυσικά, τα πράγματα έγιναν όπως τα περίμενα. Μετά από λίγη ώρα ένιωσα δυο δάχτυλα να με ψαχουλεύουν, τα οποία στη συνέχεια με αιχμαλώτισαν, με σήκωσαν και, μ’ ένα επιφώνημα σιχασιάς κι αγανάκτησης, με πέταξαν στην άκρη του δρόμου, πάνω σε κάτι που έμοιαζε με πλέγμα κι από κάτω ξεχυνόταν το απόλυτο σκοτάδι: στον υπόνομο.

Βρίσκομαι ως τώρα εδώ και μάλλον θα παραμείνω κολλημένος για αρκετό χρονικό διάστημα, τουλάχιστον μέχρι να δημιουργηθεί κάποιου είδους ρεύμα, καθότι στερούμαι της δυνατότητας να κινηθώ αυτόνομα. Ωστόσο, η διαμονή εδώ έχει και τα καλά της: βρήκα αρκετά ξαδέρφια μου από πολλά διαφορετικά σακουλάκια, κι όλοι έχουμε κάποια ιστορία να πούμε για εκείνη τη φρικτή ημέρα της παρέλασης. Επίσης, τριγυρνούν πολλοί πεινασμένοι αρουραίοι και ίσως, μια μέρα, ποιος ξέρει; Να έρθει η πολυπόθητη στιγμή…

4 σχόλια:

Μεθυσμένη Καρδιά είπε...

πολύ καλή απόπειρα pooka :)
εγώ πάντως το διάβασα ευχάριστα το κείμενο :)

Ανώνυμος είπε...

o skabo diabazei exontas kai pali to xamogelo tou xazoxaroumenou malaka...apo th donia eixe na mou symbei...eyxaristw...
:D

Ανώνυμος είπε...

Συμφωνω...πολυ καλη αποπειρα! Ο Αλομπαρ πρεπει να χαμογελαει στο κρεβατι της αθανασιας και η Μις Σπουν να αναπολει τον Ντερτι Σοκ...μονο και μονο διαβαζοντας αυτην την ιστορια! Κατι μου λεει οτι ενας απο τους μεγαλους διδασκαλους...ητι Τομ Ρομπινς εκανε την ζημια του και στην δικη σου φαντασια! Χαμογελω και χαιρομαι για την γενια σου, την γενια της Ελλεν Τσερι...μακαρι να'χες κοκκινα μαλλια!!!

The Pooka είπε...

@ Μεθυσμένη καρδια: ευχαριστω πολυ καλε μου, ελπιζς να βρω παλι τη φορμα μου σιγα σιγα...

@ Ανωνυμος #1 (που ξερουμε ποιος ειναι): θενκ γιου βερι ματς.

@ Ανωνυμος 2 (που δεν ξερουμε ποιος ειναι): Δεν ειναι τοσο Τομρομπινσικό όσο Ρομπερταντονγουιλσινικο (απο R.A Wilson δλδ, ο οποιος ηταν και "δασκαλος" του Ρομπινς. Οσο για τα κοκκινα μαλλια, το προσπαθω με φυσικους τροπους. χεχε.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...