1 Δεκ 2013

Δεξιός Λοβός #666: Focus Writer

Κατέβασα ένα «συγγραφικό» πρόγραμμα σήμερα. Δεν ήξερα ότι υπάρχουν και τέτοια, νόμιζα ότι όλοι βολευόντουσαν με ένα χαρτί κι ένα μολύβι, ή το word στο τσακίρ κέφι και όλα καλά. Αλλά τούτο είναι διαφορετικό. Είναι αποκάλυψη.
Καταρχάς, καταλαμβάνει ολόκληρη την οθόνη. Ούτε facebook, ούτε youtube, ούτε κανένας άλλος περισπασμός.
Δεύτερον, δεν έχει word processing. Δηλαδή γράφεις ό,τι θες, όπως το θες και δεν έχεις καμιά ενοχλητική γραμμούλα να σου κοκκινίζει το κείμενο. Δε λέω, είναι καλό να παίρνει πρωτοβουλία ο υπολογιστής σου και να σε διορθώνει (το καλό σου θέλει, εξάλλου) αλλά καμιά φορά όταν αρχίζεις και βλέπεις κοκκινίλες εκεί που αλωνίζεις στα λιβάδια της φαντασίας, ε ναι, προσγειώνεσαι λίγο.
Το καλύτερο, όμως, είναι ο ήχος. Ο ήχος της γραφομηχανής. Τον ενεργοποιείς και κάθε φορά που πατάς ένα πλήκτρο, ακούγεται και το κλανγκ σαν να γράφεις σε γραφομηχανή. Το effect είναι πολύ περίεργο. Επειδή ο ήχος δεν είναι τόσο γρήγορος όσο πιθανώς το γράψιμό σου, αναγκάζεσαι να γράψεις πιο αργά για να ακούς τον ήχο σε κάθε γράμμα. Με μένα αυτό γίνεται τουλάχιστον. Κι ίσως έτσι να μην ζορίζονται τόσο χέρια και σίγουρα το απολαμβάνεις πιο πολύ. Είναι σαν κάθε γράμμα να αφήνει το αποτύπωμά του, σαν να σφραγίζει όντως το ηλεκτρονικό χαρτί.
Κι όταν πατάς το enter, εκεί που το πρόγραμμα αναπαράγει τον ήχο που θα έκανε η γραφομηχανή όταν  θα άλλαζες σειρά, εκεί είναι σαν οι παράγραφοί σου να έχουν εδραιωθεί σαν υπάρξεις, να έχουν το δικό τους λόγο και τη δική τους ανάσα.

Οπότε ναι, να ένας καλός λόγος για να μη γράφω μαλακίες.


15 Οκτ 2013

Γύφτικο Σκεπάρνι #2: "Μορφοποίηση" από την Aniline Dancetheatre (συμπεριλαμβανομένης της αφεντιάς μου)



Ένας εσωτερικός μονόλογος; ποίημα; βιβλίο; Η ίδια η ζωή σε λέξεις, εικόνες, χορό. Τι αποκαλύπτεται όταν (δεν) πρέπει; Είναι αληθινά αυτά που βλέπουμε, τώρα;
"Είμαι επιφορτισμένη με το καθήκον να λέω παραμύθια."
Εικόνες του μυαλού και της ψυχής μας. Πού ξεκινάει η πραγματικότητα και πού τελειώνει ο εαυτός μας;Σου την έφερα!!! Δεν είναι τόσο σοβαρό όσο ακούγεται.. σαν ασθένεια. Άκου να δεις!

Κείμενο: Δανάη Τάνη
Σκηνοθεσία: Νατάσσα Αραμπατζή, Αλέξανδρος Γκουντινάκης
Συγγραφέας: Αλέξανδρος Γκουντινάκης
Γυναίκα 1: Νατάσσα Αραμπατζή
Γυναίκα 2: Εύα Βαλιούλη
Τες: Δήμητρα Αλιμπινίση
Μπομπ: Θάνος Πισανίδης
Γυναίκα 3: Μαρία Στεφανίδου

είσοδος: 5 ευρώ

6 Οκτ 2013

Μαγικές Συνταγές: Λαχταριστό Πουκοκκινιστό!

Μετά από την πολυβραβευμένη συνταγή για το φανταστικό Κυριακάτικο πρωινό επανερχόμαστε με ακόμη μία, αυτή τη φορά για ένα λαχταριστό κυριακάτικο παραδοσιακό φαγητό: το Πουκοκκινιστό! 

Λέγεται έτσι γιατί ακολουθεί μεν την κλασική συνταγή του κοκκινιστού μοσχαρακίου (sic), βελτιωμένη όμως με μικρά μυστικά αποκλειστικά από την αφεντιά μου!

Έχουμε και λέμε, λοιπόν:


ΥΛΙΚΑ:

1. 1.200 γραμμάρια μοσχαράκι 
2. 2 κρεμμυδάκια
3. Μία κονσέρβα πολτό ντομάτας
4. Ένα τριγωνάκι ντοματοπελτέ
5. 2 ξυλάκια κανέλας
6. Μία πρέζα αλάτι
7. Μία πρέζα πιπέρι
8. 1-2 κουταλιές ζάχαρη
8. Μακαρόνια πένες με ραβδώσεις
9. Λίγο κρασί (λίγο θάλασσα)
10. και τ' αγόρι σας (εναλλακτικά το κορίτσι σας, εναλλακτικότερα το χέρι σας, ξερωγω)

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ:

1. Πηγαίνετε στην Ομόνοια για μία πρέζα αλάτι και μία πρέζα πιπέρι.
Στο δρόμο ζητάτε ένα ευρώ από τους περαστικούς. 

ΠΡΟΣΟΧΗ: Ουδεμία ευθύνη φέρει το παρόν ιστολόγιο αν παίρνετε στα σοβαρά ό,τι βλακεία διαβάζετε.

2. Στέλνετε το έτερον ήμισύ σας στο χασάπη. 
ΠΡΟΣΟΧΗ: Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό μυστικό για να λιώνει στο στόμα το μοσχαράκι. 
Οι χασάπηδες, ως γνωστόν, έχουν κρυμμένο στην άκρη του ουράνιου τόξου του ψυγείου τους ένα μαγικό κιβώτιο που περιέχει το πιο εκλεκτό κρέας, το οποίο το δίνουν μόνο στους αληθινά μερακλήδες και/ή ερωτευμένους, οι οποίοι θα ξέρουν το μυστικό σύνθημα. 

Ως εκ τούτου, για να πετύχει η συνταγή σας, θα πρέπει να στείλετε τον/την αγαπημένο/η σας στο κρεοπωλείο, δασκαλεμένο/η με τα εξής συνομωτικά λόγια, τα οποία καταφέραμε να αλιεύσουμε μετά από χρόνια κόπων και προσπαθειών:

"Γεια σας! Θα μπορούσα παρακαλώ να έχω 1.200 γρμ μοσχαράκι για κοκκινιστό; Θα το μαγειρέψει ο/η αγαπημένος/η μου σήμερα για να μου κάνει το τραπέζι."

Αυτά είναι τα μαγικά λόγια που θα λιώσουν την πέτρινη καρδιά ακόμη και του πιο σκληροπυρηνικού, μπαρουτοκαπνισμένου κρεοπώλη. 


  Ωωωωω. 

Ευθύς θα σας πει "ασ'το πάνω μου" και τραγουδώντας θα μπει μέσα στο μαγικό του παγωμένο σπήλαιο για να επιστρέψει με το πιο εκλεκτό κρέας.

Αποστολή εξετελέσθη!

(Αν δε διαθέτετε έτερον ήμισυ, σκαρφιστείτε κάποια μούφα, π.χ. ότι θέλετε να κάνετε τραπέζι για κάποιο ρομαντικό δείπνο. Ή για να γοητεύσετε την πεθερά σας (που δεν έχετε, αλλά αυτό ο κρεοπώλης δε χρειάζεται να το ξέρει). Ή κάτι άλλο τέτοιο σχετικό.)

3. Καθαρίζετε τα κρεμμύδια. 
Παίρνετε ένα μαχαίρι και τα καθαρίζετε. Καθώς τα καθαρίζετε, θα σας ανέβουν δάκρυα στα μάτια. Εκμεταλλευτείτε το για να ξεπλύνετε από πάνω σας όλα τα κακά που σας έλαχε τούτη η άπονη ζωή, να εκτονώσετε το προεμμηνορυσιακό σας και/ή να ευχαριστήσετε τη μαμά σας, τον μπαμπά σας, τον παππού σας, τη γιαγιά σας και όλο το συγγενολόι που κερδίσατε το Όσκαρ.


Τώρα, αγάπη μου, ετοιμάζεται...

4. Ρίχνετε λίγο λάδι στην κατσαρόλα.
Η κατσαρόλα πρέπει να είναι καθαρή και στεγνή. Αν δεν είναι στεγνή, το λάδι που θα πέσει θα αρχίσει να τσιντζιρίζει και θα σας συμπαρασύρει σε ένα hellfire apocalypse από το οποίο δύσκολα θα βγείτε χωρίς έγκαυμα ή έμφραγμα.


Κάπως έτσι.


5. Στεγνώνετε το κρέας.
Ακουμπάτε λίγο τα κομμάτια κρέατος σε χαρτί κουζίνας, για να στραγγίξει το περίσσειο αίμα και να αποφύγετε αφενός το hellfire apocalypse (βλ. παραπάνω) και να μη γίνετε βρικόλακας αφετέρου.

6. Τσιγαρίζετε τα κρεμμυδάκια και το κρέας.
Μόλις ζεσταθεί για τα καλά το λάδι, ρίχνετε τα κρεμμυδάκια μαζί με το κρέας. Ανακατεύετε μέχρι 1) το κρέας να πάρει ένα όμορφο χρώμα, 2) βγουν οι γείτονες στα παράθυρα και σας κοιτάξουν με λατρεία ή προβούν σε παρόμοιες κινήσεις δέους, θαυμασμού και αγάπης.

Στιγμιότυπο από γείτονα του Pooka.


6. Σβήνετε με κρασί.
Κάπου εκεί ρίχνετε το κρασί, ίσα ίσα να σβήσει και να ευωδιάσει ο τόπος. Λίγο κρασί, γιατί αλλιώς δε θα κάνετε κοκκινιστό, αλλά μπεκρή-μεζέ!

Φήμες λένε ότι η Marge τον φτιάχνει εξαιρετικό.

Μόλις σταματήσει να ευωδιάζει το κρασί (σημάδι ότι έφυγε η αλκοόλη), συνεχίζετε με την εκτέλεση.


ΕΚΤΕΛΕΣΗ

1. Εκτελείτε το μοσχάρι.
Το βγάζετε από την κατσαρόλα, το στήνετε στον τοίχο και το ρωτάτε αν έχει κάποια τελευταία επιθυμία. 
Ανεξάρτητα από το τι θα απαντήσει, το εκτελείτε στα πέντε μέτρα. 
Κατόπιν, το ξαναρίχνετε μέσα.

Σε αυτό το σημείο μπορείτε και να γελάσετε σατανικά.

2. Ρίχνετε όλα τα άλλα υλικά.
..εκτός από το αλάτι, γιατί σκληραίνει το κρέας. Το αλάτι θα το αφήσετε για λίγο πριν το τέλος. 
Τα μακαρόνια, επίσης, τα κρατάτε για να τα βράσετε ξεχωριστά λίγο πριν βγάλετε το φαγητό από τη φωτιά.
Επίσης, μην ρίξετε μέσα και το έτερον ήμισύ σας, εκτός κι αν έχετε ιδιαίτερες διατροφικές προτιμήσεις, αλλά δεν το συνιστούμε γιατί η ανθρωποκτονία συνιστά ποινικό αδίκημα από την αυγή του χρόνου.

3. Χαμηλώνετε τη φωτιά και σκεπάζετε.
Χαμηλώνετε τη φωτιά. Πολύ, πάρα πολύ. Σκεπάζετε, και το αφήνετε να βράσει στο ζουμί του (κυριολεκτικά) πιο αργά κι από το θάνατο.

Τόσο αργά.

Πού και πού ανακατεύετε, δοκιμάζετε, δέρνετε όσους άλλους πάνε να δοκιμάσουν (η δοκιμή του φαγητού είναι προνόμιο ΜΟΝΟ αυτού που το φτιάχνει) και μετά από περίπου 2 ώρες, όσο δηλαδή, διαρκεί ένα dll check ή όσο κάνει να εγκατασταθεί το Sims 3, το μοσχαράκι σας λογικά θα έχει μαλακώσει σαν τον Σκρουτζ όταν τον επισκέφτηκε το Πνεύμα του Μέλλοντος, η σάλτσα θα έχει δέσει σαν γόρδιος δεσμός και εν ολίγοις το φαγητό θα είναι έτοιμο.

Φτιάχνετε και στο πι και φι τις πένες με τις ραβδώσεις (συνίσταται αυτός ο τύπος ζυμαρικού γιατί κρατάει τη σάλτσα), ρίχνετε μπόλικο κεφαλοτύρι από πάνω και είστε έτοιμοι για μια υπερβατική, τερψιλαρύγγια αποθέωση.

Από εδώ και μπρος, όλοι όσοι έχουν δοκιμάσει το Πουκοκκινιστό, θα σας κοιτάνε με λατρεία.

Για πάντα.






8 Σεπ 2013

Τέσσερις γατούληδες

Στο σπίτι της φίλης μου της Α., πάνω στο καλοριφέρ του σαλονιού, βρίσκονται τέσσερις μικροί πίνακες. 
Ο καθένας έχει ζωγραφισμένο πάνω του ένα γατούλη.


Τους πίνακες αυτούς η φίλη μου τους έφερε από την Ολλανδία. Είναι, λέει, όλοι τους έργα ενός νεαρού ζωγράφου.

Ο ζωγράφος, λέει η φίλη μου η Α., έφτιαξε αυτούς τους πίνακες ενώ υπέφερε από υψηλό πυρετό και παραλήρημα. 
Εξαιτίας αυτού του ατυχούς γεγονότος, ο ζωγράφος μπέρδεψε κομμάτια φαντασίας και πραγματικότητας. 
Έτσι, οι πίνακες είναι μαγικοί και οι γατούληδες αληθινοί.

Οι τέσσερις γατούληδες έχουν ονόματα: λέγονται Πρώτος Γατούλης, Δεύτερος Γατούλης, Τρίτος Γατούλης και Τέταρτος Γατούλης, πάντα με αυτή τη σειρά. 


Ο Πρώτος Γατούλης

Ο Πρώτος Γατούλης είναι μικρούλης και παχουλός. Κοιτάει γύρω του με τεράστια, περίεργα μάτια και τα πάντα τού φαίνονται μαγικά. Θέλει να βγει από τον πίνακα και να κυληθεί στη ζωή, αλλά τον έχει φοβερίσει τόσο πολύ ο Δεύτερος Γατούλης που δεν το τολμάει. Του αρέσει, όμως, να ακούει τις ιστορίες του Τρίτου Γατούλη και να φαντάζεται μαγικές περιπέτειες.


Ο Δεύτερος Γατούλης

Ο Δεύτερος Γατούλης έχει μονίμως σηκωμένο το φρύδι και κοιτά έξω από τον πίνακα με αποδοκιμασία, παρόλο που είναι μωβ. Ακούει τις ιστορίες του Τρίτου Γατούλη και σχολιάζει τα πάντα. Σπάνια έχει να πει καλό λόγο και πολλές φορές χαίρεται με τα παθήματα των άλλων. Παριστάνει πως είναι έμπειρος, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχει βγει ποτέ του από τον πίνακα.
Όσοι τύχει κι ακούσουν το Δεύτερο Γατούλη να μιλάει ορκίζονται ηπως η φωνή του μοιάζει με κάποιου γνωστού τους: συνήθως της μητέρας τους, της δασκάλας του κατηχητικού ή του Πρωθυπουργού.


Ο Τρίτος Γατούλης

Ο Τρίτος Γατούλης είναι χρώματος μπαλωματί, ντύνεται στα πειρατικά και έχει φάει τη ζωή με το κουτάλι. Λέει πως έχει πλούσιο άρωμα και πολλά συστατικά, που κάποιος πρέπει να έχει πολύ ευαίσθητη αίσθηση της γεύσης για να τα εκτιμήσει πραγματικά.
Ο Τρίτος Γατούλης βγαίνει από τον πίνακα κάθε μέρα και σε ακολουθεί· στο μετρό, στη δουλειά και στον περίπατο. Περπατά ήσυχα από πίσω σου και μαζεύει τις ιστορίες σου. 
Κατόπιν, το βράδυ που γυρνάς σπίτι, επιστρέφει κι αυτός στον πίνακα και διηγείται τα νέα της ημέρας στους υπόλοιπους γατούληδες.
Ο Πρώτος Γατούλης τον ακούει με θαυμασμό, ο Δεύτερος Γατούλης με αποδοκιμασία και ο Τέταρτος απλώς σιωπά.
Στον πίνακα του Τρίτου Γατούλη, κολυμπούν πολλές μικρές κουκιδίτσες· αυτές είναι οι ιστορίες σου.


Ο Τέταρτος Γατούλης

Ο Τέταρτος Γατούλης είναι σκοτεινός τύπος: ίσα-ίσα που μπορεί να διακρίνει κανείς την σκούρα μπλε μορφή του στο μαύρο φόντο του πίνακα. 
Μονάχα τα μάτια του φαίνονται, κίτρινα και μυστήρια σαν κεχριμπάρι.
Ο Τέταρτος Γατούλης δε μιλά πολύ, παρόλο που έχει να πει πολλά· ίσως περισσότερα από όσα έχουν να πουν οι τρεις άλλοι Γατούληδες μαζί.
Βλέπεις, ο Τέταρτος Γατούλης γλιστρά ήσυχα έξω από τον πίνακα τη νύχτα και ξαπλώνει μέσα στα μαλλιά σου. 
Εκεί, ήσυχα και διακριτικά, κρατάει σκοπιά πάνω από το κεφάλι σου για εφιάλτες. 
Μόλις δει έναν εφιάλτη να σου επιτίθεται, δίνει μια και τον καταβροχθίζει.
Τα άλλα σου όνειρα, τα όμορφα, τα πιάνει μόλις βγουν απ' το κεφάλι σου και τα αιχμαλωτίζει μέσα στα μάτια του.
Έτσι, αν πεθυμήσεις ποτέ τα όνειρά σου, θα ξέρεις ότι θα τα βρεις τέλεια διατηρημένα μέσα στο κεχριμπάρι.


Η κούπα με τη γάτα και η κούπα-Πράγα


Πάνω στο τραπέζι της βεράντας βρίσκονται δύο τσίγκινες κούπες. Η μία κούπα έχει ζωγραφισμένη πάνω της μια γάτα κόκκινη, με κίτρινες βούλες και γαλάζια πόδια.
Η δεύτερη κούπα έχει πάνω της την Πράγα, με τα κόκκινα, κίτρινα και γαλάζια της σπιτάκια.

Η γάτα στην κούπα με τη γάτα κοιτά την Πράγα στην κούπα με την Πράγα με ενδιαφέρον, σαν να καραδοκεί για κάτι. 
Στην Πράγα, σιωπή· οι κάτοικοί της έχουν κλειδαμπαρωθεί στα σπίτια τους φοβούμενοι τη γάτα και οι δρόμοι της Πράγας είναι ερημικοί.

Καμιά φορά, οι αχνοί του καφέ που πέφτει μέσα στην κούπα με την Πράγα σηκώνουν τυφώνες πάνω από την πόλη. Ξηλώνουν τα κόκκινα, κίτρινα και γαλάζια σπιτάκια και παρασύρουν τους κατοίκους της έξω απ' την κούπα.

Καθώς η άχνα του καφέ διαλύεται στον αέρα, κάποιοι άτυχοι κάτοικοι της Πράγας στροβιλίζονται και πέφτουν στην κούπα με τη γατα.

Θρήνος κι οδυρμός πέφτει τότε στην Πράγα!
Βγαίνουν οι άνθρωποι από τα σπίτια και κλαίνε για τους χαμένους τους συντρόφους, επισκευάζοντας τα κόκκινα, κίτρινα και γαλάζια σπιτάκια τους.

Βλέπετε, οι Πραγινοί έχουν τους άτυχους συμπατριώτες τους ήδη ξεγραμμένους.

Κι όμως, αυτοί που πέφτουν στην κούπα με τη γάτα είναι τελικά οι πιο τυχεροί, γιατί ζουν ευτυχισμένοι συντροφιά με τη γάτα.
Στο κάτω-κάτω, κι αυτή λίγη παρέα θέλει.

Ενώ όσοι μένουνε στην Πράγα είναι πραγματικά καταδικασμένοι.

Γιατί, βλέπετε, η Πράγα δεν υπάρχει στην πραγματικότητα, παρά μονάχα σε μια τσίγκινη κούπα.

Πώς να φτιάξετε ένα κυριακάτικο πρωινό

Υλικά:
  • 1/2 φλιτζάνι τεμπελιά
  • 2 φλιτζάνια φωτεινά χρώματα της αρεσκείας σας
  • 3 φλιτζάνια ουρανό
  • 2-3 παχιά μπαμπακένια σύννεφα
  • κούπες με καφέ ή το ρόφημα της αρεσκείας σας
  • το αγαπημένο σας βιβλίο
  • τα κυριακάτικά σας

Εκτέλεση:

Βγαίνετε στη βεράντα φορώντας τα κυριακάτικά σας και πετάτε τα τρία φλιτζάνια ουρανό όσο πιο ψηλά μπορείτε, πάνω από το κεφάλι σας. 
Κατόπιν, καρφιτσώνετε πάνω στον ουρανό τα παχιά, μπαμπακένια σύννεφα.
Προαιρετικά μπορείτε να ζωγραφίσετε στο κάτω μέρος του ουρανού λίγα δέντρα.

Άποψη κυριακάτικου τοπίου, του Dominique Dimanche. Βραβείο Κυριακής 2013.

Στο τραπέζι της βεράντας ρίχνετε τα 2 φλιτζάνια με τα φωτεινά χρώματα. Μπορείτε να ανακατέψετε τα χρώματα με τα δάχτυλά σας και να φτιάξετε τα μοτίβα της αρεσκείας σας.
Αφήνετε να στεγνώσει και μετά από περίπου δύο τραγούδια χρόνο τοποθετήστε την κούπα με τον καφέ ή το ρόφημα της αρεσκείας σας.


 Κυριακάτικο Τραπέζι

Κατόπιν, πιείτε το 1/2 φλιτζάνι τεμπελιάς, καθίστε και απολαύστε το αγαπημένο σας βιβλίο.
Προτεινόμενοι κυριακάτικοι συγγραφείς: Χούλιο Κορτάσαρ, Έντουαρντ Ληρ, Ευγένιος Τριβιζάς

1 Σεπ 2013

4 λόγοι να αγαπήσετε το Σεπτέμβρη (όπως του αξίζει)

Μπήκε ο Σεπτέμβρης και άρχισαν να πέφτουν σωρηδόν στο newsfeed του Facebook οι επικήδειοι του καλοκαιριού:

Καλό χειμώνα!
Πάει το καλοκαίρι!
Τα κεφάλια μέσα παίδες...Σεπτέμβρης.

...και άλλα τέτοια μοιρολατρικά, που θα ζήλευε ακόμη κι ο Κωστής ο Καρυωτάκης.


Ούτε καν. Μέχρι κι εγώ είχα χιούμορ.

Εμείς, όμως, εδώ, σαν γνήσια τέκνα της Έριδος, δεν μπορούμε να βλέπουμε τέτοιες γκριζοπρόσωπες -φνορδ- αναίσχυντες δηλώσεις παραίτησης να σερβίρονται μπροστά στα μάτια μας πρωί πρωί. Συφιλιαζόμαστε. Μας γυρνάει το μάτι. Εκτοξεύεται η γουλιά του καφέ από το στόμα. Και συφιλιαζόμαστε ακόμα περισσότερο γιατί ο καφές είναι ΙΕΡΟΣ.

Γι' αυτό, λοιπόν, αγαπητοί αναγνώστες, θα κάτσουμε και θα σας πούμε γιατί τα σπάει ο Σεπτέμβρης και ελπίζουμε του χρόνου τέτοια μέρα να χαίρεστε κι εσείς και να μην ξαναπάρει το μάτι μας γκοθιές και μιζέριες πρωινιάτικο.

1. Δεν είναι το τέλος του καλοκαιριού: Επιτέλους, πρέπει να σταματήσει αυτή η άθλια, κακόγουστη κι επαίσχυντη ράδιο-αρβύλα που κυκλοφορεί και μεταδίδεται σαν πανώλη μεταξύ των ανίδεων και ημιμαθών συνανθρώπων μας! Το καλοκαίρι δεν τελειώνει επειδή μπήκε ο Σεπτέμβρης! Τουλάχιστον, όχι ακόμα. Το φθινόπωρο μπαίνει επισήμως στην 21 Σεπτεμβρίου, στη φθινοπωρινή ισημερία. 



Τότε μονο θα καθαρίσουμε τη σκάλα να λάμψει από την πάστρα, θα στρώσουμε το κόκκινο χαλί, θα βάλουμε και το καλό σεμεδάκι στο περβάζι του παραθύρου με το λελουδικό από πάνω και θα υποδεχτούμε το Φθινόπωρο. Αλλά, μέχρι τότε, έχουμε ακόμη είκοσι μέρες καλοκαίρι. Τι σημαίνει αυτό; Πολύ απλά, τρία σαββατοκύριακα ξαπλώστρας και παραλίας, κι αυτά πάντα επισήμως. Γιατί, ανεπισήμως, θα εξαρτηθεί από τη θερμοκρασία, η οποία μπορεί να είναι στα ύψη μέχρι και τον Οκτώβρη. Ή και όχι, αλλά όπως τη βρίσκει ο καθένας!

Αν ξαναπείς ότι εξαιτίας μου τελειώνει το καλοκαίρι, θα σε μηνύσω για συκοφαντική δυσφήμιση.


2. Είναι ένας ΠΟΛΥ σημαντικός μήνας: Κι εσύ τον καταφρονείς, γιατί έχεις χάσει κάθε επαφή με τον κύκλο της φύσης και της ζωής, σκέφτεσαι μόνο το τι θα γίνει στη δουλειά και η Έριδα θα σε μαλώσει.

Μα κάποτε, που οι άνθρωποι ήταν συντονισμένοι με τη φύση και έπιαναν το λακριντί με τα ξωτικά και τις νεράιδες, τότε λοιπόν, ο Σεπτέμβρης ήταν σελέμπριτυ ανάμεσα στους μήνες και τον τιμούσαν όπως του άξιζε:

Τον έλεγαν Σταυρίτη από τη γιορτή του Τιμίου Σταυρού στις 14 του μήνα, και εκείνη η μέρα ήταν ορόσημο για τους ναυτικούς, γιατί έδεναν τα πανιά στα ιστοφόρα, το οποίο σήμαινε ότι από ΄κει κι έπειτα μεγάλα ταξίδια γιοκ. Ήταν σαν να λέμε το deadline της θάλασσας. Από ΄κει βγαίνει και η παροιμία “Του Σταυρού, σταύρωνε και δένε”.


Φαντάζομαι ξεμείναμε εδώ παρέα, ελπίζω να μη σε πειράζει. Εμένα πάντως, καθόλου.

Εκείνη, δε τη μέρα, μοίραζαν βασιλικό στις εκκλησίες, γιατί ο βασιλικός υποτίθεται ότι φύτρωσε στο μέρος που ήταν ο Τίμιος Σταυρός.
Η πιο σημαντική ονομασία, όμως, του Σεπτέμβρη, ήταν “Τρυγητής”, γιατί τότε οι άνθρωποι έκαναν τον τρύγο. Πετούσαν τα σταφύλια στο πατητήρι, ανέβαζαν φούστες και παντελόνια και πηδούσαν όλοι μέσα, σε μια φιέστα τρελή, με μουσική, χορό, και πολλές αναθυμιάσεις, σαν όργιο των Φρέμεν με το μπαχαρικό. 



Μπάμπα-μπούμπα, ντάκα-ντούκα, έτοιμος ο μούστος, έτοιμο και το κρασί να το 'χουν οι άνθρωποι όλο το χρόνο να ευφραίνονται οι καρδιές τους και να κερδίζουν πόντους μακροζωίας ένεκα μεσογειακής διατροφής.
Κοινώς, αν δεν ήταν ο Σεπτέμβρης, χρυσά μου, δε θα είχατε το ποτήρι το κόκκινο κρασί να μας γράφετε αυτά τα βαθυστόχαστα σκοτεινά πραγματάκια! Γι' αυτό βάλτε την γκλάβα να δουλέψει κι ένα ποτηράκι κρασί και γιορτάστε σαν άνθρωποι!

Τόσο, μάλιστα, διάσημος ήταν ο Σεπτέμβρης,  που έχει και πολλές δικές του παροιμίες:
  • Αν ίσως βρέξει ο Τρυγητής, χαρά στον τυροκόμο.
  • Βοηθάει ο Άη- Γιάννης και ο Σταυρός, γιομίζει το αμπάρι κι ο ληνός.
  • Θέρος, τρύγος, πόλεμος.
  • Μάρτη και Σεπτέμβρη ίσια τα μεσάνυχτα. [:ισημερία]
  • Στον Τρυγητή σιτάρι σπείρε και στο πανηγύρι σύρε.
  • Τον Σεπτέμβρη τα σταφύλια, τον Οκτώβρη τα κουδούνια.
  • Τον Τρυγητή τ' αμπελουργού πάνε χαλάλι οι κόποι.
  • Του Σεπτέμβρη οι βροχές, πολλά καλά μας φέρνουν.
  • Του Σταυρού αρμένιζε και του Σταυρού δένε.
  • Του Σταυρού κοίτα και τ' Άη Γιωργιού ξεκίνα.
  • Του Σταυρού σταύρωνε και δένε.
  • Του Σταυρού σταύρωνε και σπέρνε.
(Ειδικά την παροιμία "θέρος-τρύγος-πόλεμος" πολύ την αγαπώ για κάποιο λόγο.Ίσως επειδή είναι σαν σύνθημα, πώς λέμε ψωμί-παιδεία-ελευθερία.)

3. Είναι μήνας-ορόσημο: Τέσσερα σημεία-ορόσημα έχει ο κάθε άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του (ή και όχι, γιατί αν σέβεται τον εαυτό του γιατί να πρέπει να ψυχαναγκαστεί με σημεία-ορόσημα, αντί να κάνει πράξη το στόχο του εκείνη ακριβώς τη στιγμή; Τέλος πάντων όμως):

α) Την Πρωτοχρονιά, τότε που βάζουμε όλοι κάτω τον πωπό μας και φτιάχνουμε εκείνες τις λιστούλες με όσα θέλουμε να αλλάξουμε και να κυνηγήσουμε τη νέα χρονιά (τύπου κόβω το κάπνισμα, χάνω κιλά, γράφω μια ιστορία κάθε βδομάδα) και συνήθως τα κάνουμε.
β) Τα γενέθλιά μας, τότε που μόνο εμείς – ως γενεθλιάζοντες- βάζουμε κάτω τον πωπό μας και φτιάχνουμε εκείνες τις λιστούλες με όσα θέλουμε να αλλάξουμε και να κυνηγήσουμε τώρα που μεγαλώσαμε ακόμα λίγο (τύπου κόβω το κάπνισμα, χάνω κιλά, γράφω μια ιστορία κάθε βδομάδα) και συνήθως τα αναβάλλουμε για τα επόμενα γενέθλια.
γ) Τη Δευτέρα, τότε που λέμε ότι θα αρχίσουμε δίαιτα και συνήθως το αναβάλλουμε για μια άλλη Δευτέρα, σε ένα γαλαξία πολύ μακριά...


Ναι, καλά.

δ) Το Σεπτέμβρη, από τον οποίο, όμως, δε γλιτώνουμε. Το Σεπτέμβρη όλα ξαναμπαίνουν στη σειρά τους. Είναι εκεί, μας περιμένουν, και δεν υπάρχει καμία, μα καμία δικαιολογία να αδρανήσουμε: Το γυμναστήριο που θέλουμε να ξεκινήσουμε ανοίγει, οι φίλοι τους οποίους κυνηγάμε για projects έχουν επιστρέψει στην πόλη και είναι εξίσου ορεξάτοι με εμάς, τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών αρχίζουν τις εγγραφές (παρόλο που δε θα μάθεις εκεί Quenya) και γενικά, ο Σεπτέμβρης είναι ολόκληρος μια νέα αρχή, άσπιλη κι αμόλυντη σαν λευκή περιστερά.


Λευκή κι αμόλυντη, είπαμε.

4. Είναι σαν μια μίνι-άνοιξη: Ακόμη κι όταν προχωράει ο μήνας, δεν βγάζεις την μπέμπελη αλλά ούτε και τουρτουρίζεις. Ο καιρός γλυκαίνει, τα φυτά γύρω σου συνέρχονται από το σοκ του καλοκαιριού, που γι' αυτά είναι τεράστια δοκιμασία, και μαζεύουν δυνάμεις για το τσουνάμι του χειμώνα. Στο μεταξύ, ξανανθίζουν, αναπτύσσονται και γουστάρουν τη ζωή τους. Γιατί δεν το κάνεις κι εσύ;








Τα Pookoλούλουδα σας εύχονται ένα φανταστικό, υπέροχο, καταπληκτικό Σεπτέμβρη!

Η Δόνια Λουσίντα και ο Χαρτοπόλεμος



Ήταν ένα ηλιόλουστο μαγιάτικο πρωινό όταν η Δόνια Λουσίντα ξύπνησε κι αποφάσισε ότι δεν μπορεί να ζει άλλο έτσι.

“Ξυπνήστε, ξυπνήστε τεμπέλικα!” φώναξε γελαστή, σκίζοντας με ένα κουζινομάχαιρο τις λουλουδάτες κουρτίνες.

“Τι κάνεις εκεί, μαμά;” ρώτησε απορημένος ο Αλβάρο, με τα ξανθά του μαλλάκια να κρύβουν ακόμη τα μάτια του.

“Αφήνω το φως να μπει μέσα, αγάπη μου!” του απάντησε εκείνη, πιο λαμπερή κι από τον πρωινό ήλιο.
“Να σε βοηθήσω, μαμά;” ρώτησε κι η Καταρίνα, ετών πέντε, καθώς πεταγόταν από το κρεβατάκι της γρήγορη σαν ελαφάκι.

Η Δόνια Λουσίντα έγνεψε “ναι” ενθουσιασμένη, και πέταξε ένα ακόμη μαχαίρι στα πόδια του κρεβατιού.

Αφού τελείωσαν με την παιδική κρεβατοκάμαρα, όρμησαν στριφογυρίζοντας στο σαλόνι. Τα μαχαίρια τώρα είχαν γίνει τρία, σε ισάριθμα χέρια, καθώς ο οκτάχρονος Αλβάρο είχε αποφασίσει ότι δεν ήταν πρέπον να μην συμμετάσχει και ο άντρας του σπιτιού.

“Τα κάδρα, τα κάδρα!” έδειξε στα παιδιά η Δόνια Λουσίντα. 

Οι δυο μικροί πολεμιστές επιτέθηκαν στους πίνακες με ξεχωριστό ζήλο, μπήγοντας, σκίζοντας, τραβώντας σκηνές κυνηγιού και όμορφα, συμμετρικά πρόσωπα.

“Μαμά, τι είναι αυτές οι ζωγραφιές πίσω από τους πίνακες;”

“Σφραγίδες, Καταρίνα. Μαγικές. Τις είχε φτιάξει ο πατέρας σας για προστασία.”
“Πού είναι ο πατέρας τώρα, μαμά;” ρώτησε ο Αλβάρο, για άλλη μια φορά.
“Όχι εδώ!” του απάντησε η Δόνια Λουσίντα, ενώ έβγαζε προσεκτικά με το μαχαίρι της το κόκκινο χαρτόνι με τη σφραγίδα από πάνω.

Λίγο αργότερα, όλοι κρατούσαν στα χέρια τους από δύο χαρτόνια με τις σφραγίδες του Δον Γκαλάν. “Μην αφήσεις να τις δει κανείς, μην τις βγάλεις ποτέ”, της είχε πει, πριν φύγει για πάντα.

Χαρτόνια πράσινα, κόκκινα, γαλάζια και χρυσαφί. Κι ένα μαύρο.
“Θέλετε να φτιάξουμε χαρτοπόλεμο;” ρώτησε η Δόνια Λουσίντα.

Κι έφτιαξαν χαρτοπόλεμο. Έκοψαν, έσκισαν, κομμάτιασαν, γελώντας, στριφογύρισαν, γελώντας, πέταξαν τα κομμάτια ψηλά, γελώντας, και τότε άρχισαν να πετάνε και οι ίδιοι.

“Κοίτα μαμά, πετάω!” τσίριξε η Καταρίνα, τρελή από χαρά.

“Τι ωραία που είναι να ξαπλώνεις στο ταβάνι, μαμά!” φώναξε ο πάντα λίγο τεμπέλης Αλβάρο.

Τότε άρχισαν να σκοτεινιάζουν όλα. 


“Οι Σκιές!” αναφώνησε η Δόνια Λουσίντα, και, σφίγγοντας το κουζινομάχαιρο στο δεξί της χέρι, είπε ψύχραιμα:

“Τώρα θα χορέψουμε.”

Κι άρχισαν να στριφογυρίζουν κι άλλο, πάντα στον αέρα, και δε φοβόντουσαν τις Σκιές. Η Δόνια Λουσίντα χτυπούσε με χάρη και περισσή ευλυγισία, γιατί παλιά, πριν γνωρίσει τον Δον Γκαλάν, ήταν χορεύτρια του Βασιλικού Θεάτρου. Ο Αλβάρο ήταν πιο βραδυκίνητος, αλλά είχε τρομακτική δύναμη και γενναιότητα στις κινήσεις του. Η δε Καταρίνα, μικρόσωμη σαν μαϊμουδάκι, ήταν η πιο γρήγορη από όλους και δεν έχανε στόχο.

Και χόρευαν και πετούσαν και πολεμούσαν.

Kι ο χαρτοπόλεμος ακόμη έπεφτε, σαν να μην τελείωνε ποτέ, πράσινος, κόκκινος, γαλάζιος και χρυσαφί. Και μαύρος.
.....

Για πολύ καιρό μετά, ο επιθεωρητής της αστυνομίας Χόρχε Ντε Βίγια έσπαγε το κεφάλι του να καταλάβει τι έγινε στο σπίτι της Δόνια Λουσίντα και τα μέλη της μικρής οικογένειας σφαγιάστηκαν μεταξύ τους.  

Ούτε η απάντηση της μικρής Καταρίνα, που ανέπνεε ακόμα όταν τους βρήκαν και την ρώτησαν τι έκαναν, υπήρξε διαφωτιστική:
“Χαρτοπόλεμο.”




25 Αυγ 2013

Παιχνίδι: Μέρος Α

Κάτι σαν πρόλογος

Έστριψε περίεργα η ρόδα αυτές τις μέρες και κατακλύστηκα από παιχνίδι. Από τη μια ετούτη εδώ η σελιδούλα, από την άλλη ετούτο εδώ το post και παιχνίδι, παιχνίδι παντού. Θα μπορούσα να μείνω έξω από το χορό; Ποτέ! Έχουμε και λέμε, λοιπόν:


Α. Το Καλάθι

Στο στρίψιμο της ως άνω ρόδας κάποιο γρανάζι στραφτάλισε περίεργα στο φως του ήλιου και μου έσκασε η αναλαμπή. Η αναλαμπή δεν ήταν τίποτε άλλο από το Καλάθι, το Καλάθι, δε, δεν ήταν τίποτε άλλο από αυτό που δηλώνει το όνομά του, ήτοι ένα καλάθι. Όχι, όμως, το κλασικό καλάθι-lunchbox που κουβαλούσε η Κοκκινοσκουφίτσα στη γιαγιά της.


(φήμες λένε ότι περιείχε χάμπουργκερ, μπίρες και crystal meth)

Ούτε και το καλάθι που βάζουμε μέσα τα πασχαλινά αυγά, ούτε το καλάθι που βάζουμε μέσα κρασιά και/ή σοκολατάκια (ωραίος συνδυασμός, παρόλα αυτά) και φυσικά ούτε το καλάθι που βάζουμε στο μπάσκετ.

Το δικό μας καλάθι ήταν μεγάλο! Ή τουλάχιστον έτσι φάνταζε στα μάτια τα δικά μου και του αδερφού μου όταν ήμασταν ακόμη σπόροι. Είχε και καπάκι, που άνοιγε και έκλεινε, απαλά, κάνοντας έναν ανεπαίσθητο καλαμένιο θόρυβο που παρέπεμπε ευθέως σε θρόισμα εξωτικών βλαστήσεων σε άγνωστα και ανεξερεύνητα μέρη.

Το πιο σημαντικό, το Καλάθι είχε μέσα ό,τι χρειαζόμασταν σαν παιδιά για να αποκτήσει η ζωή μας δράση, περιπέτεια και νόημα. Το καλάθι ήταν η πεμπτουσία της ύπαρξής μας.

Το καλάθι περιείχε – τι άλλο θα μπορούσε να περιέχει, άλλωστε;- τα παιχνίδια μας.

Όταν έφτανε η ώρα που μας άφηναν ήσυχους από τα φαε-το-φαϊ-σου, ντύσου-πλύσου-χτενίσου-πλύνε-τα-δόντια-σου, πάμε-σχολείο, κάνε-τα-μαθήματα, ανοίγαμε την τεράστια, ευλογημένη καλαθούνα. Οποία αγαλλίασις! Ο μικρός, δε, που του ρίχνω τέσσερα χρόνια και συνήθιζα να του ρίχνω 1-2 κεφάλια άνετα, μέχρι που πείσμωσε να με περάσει και τώρα για να τον κοιτάξω στα μάτια πρέπει να πάθω λουμπάγκο στο σβέρκο, βουτούσε μέσα ολόκληρος και το μόνο που μαρτυρούσε ότι υπήρχε παιδί μέσα στην καλαθούνα ήταν δυο χέρια και δυο πόδια που ξεπρόβαλλαν κάτω από το καπάκι, ανεμίζοντας θριαμβευτικά σαν τα λάβαρα των Συμμάχων στην απόβαση της Νορμανδίας.

Και τι δεν είχε μέσα το Καλάθι: πλαστικές καμηλοπαρδάλεις, βώλους, πλέιμομπιλ, κούκλες, αυτοκινητάκια, τουβλάκια, νεροπίστολα, ό,τι τελοσπάντων χρειαζότανε για να παίξουμε ό,τι θέλουμε με την ψυχή μας.

Το τελετουργικό πήγαινε κάπως έτσι:

Ι. Επίκληση
Μικρός: ΔΑΝΑΑΑΑΑΑΑΗ!
Εγώ: Τι;

ΙΙ. Χαρακτηριστικά επίθετα κλπ
Μικρός: Αδερφούλα μου καλή, αδερφούλα μου χρυσή κλπ
Εγώ: Λέγε, τι θες;

ΙΙΙ. Υπενθύμιση παλαιότερων προσφορών του θνητού
Μικρός: Εγώ που σου έδωσα πάλι ένα tronky σήμερα....
Εγώ: Μμμμ; (έκανα την ανήξερη)

ΙV. Αίτημα:
Μικρός: Έλα να παίξουμε!
Εγώ: Βαριέμαι.

V. Αυτοσχεδιασμός Μικρού Αδερφού:
Μικρός: Αν δεν έρθεις, θα πω στη μαμά ότι μου έφαγες πάλι το tronky!
Εγώ: Άντε, καλά, καλά!

(Υποσημείωση: Από το άνωθεν ritual μπορούν να εξαχθούν με ασφάλεια τέσσερα συμπεράσματα, ήτοι
α. Κάθε μορφή προσευχής έχει τέσσερα στάδια.
β. Αν δεν επιτύχουν τα τέσσερα, προχώρα στον αυτοσχεδιασμό.
γ. Και ο άγιος φοβέρα θέλει.
δ. Χρωστάω πολλά tronky στον αδερφό μου. Πολλά tronky. Παλιότερα έλεγε 72. Δεν ξέρω αν όντως τα μετρούσε ή με τρόλλαρε για να τονίσει τι καθαρματάκι ήμουν, και έλεγε κάτι και για τόκους κλπ.)

                                                                                                                                      ΣΥΓΧΩΡΕΣΕ ΜΕ, ΟΡΕΣΤΗ!


Μετά το πέρας της επικλήσεως, το τέρας ο αδερφός μου κι εγώ έπρεπε να αποφασίσουμε τι θα παίζαμε. Εκεί βάζαμε σε εφαρμογή με μαεστρία όλα μας τα διδάγματα και τεχνικές επιχειρηματολογίας, διπλωματίας, φοβέρας κλπ κλπ για να πείσουμε ο ένας τον άλλον τι θα παίζαμε γρήγορα και αποτελεσματικά.

Εγώ ήθελα κούκλες, εκείνος αγορίστικα (ούτε που ασχολήθηκα ποτέ να δω τι εμπεριέχουν τα αγορίστικα, μου φαίνονταν από τότε μονοκόμματα και στερούμενα ανθρώπινου δράματος, τρομάρα μου!), τελικώς καταλήγαμε στα πλέιμομπιλ, που ήτανε και gender neutral και είχαμε και πολλά περιθώρια αυτοσχεδιασμού. Έφερνε, δηλαδή, εκείνος και τα αυτοκινητάκια του, έφερνα κι εγώ για κατοικίδια τα σκυλάκια και τα γατάκια από τα αυγουλάκια kinder και από κάτι σακουλάκια που κυκλοφορούσαν και ήμασταν όλοι ευχαριστημένοι.

Αφού αποφασίζαμε, ανοίγαμε το Καλάθι εναλλάξ ώστε να βγάλουμε τα παιχνίδια που θέλαμε. Δοκιμασία! Ήμασταν μικρούλια, το Καλάθι για τα μέτρα μας τιτανοτεράστιο, και φυσικά όλα μέσα αχταρμάς.


  Πρώτο από όλα υπήρξε το Χάος, όπως έλεγε και ο Ησίοδος.


Τέλος πάντων, αφού το καταφέρναμε κι αυτό, στήναμε την πραμάτειά μας. Επειδή δεν είχαμε οργανωμένο kit με όλο τον εξοπλισμό του πλέιμομπιλ, αυτοσχεδιάζαμε με τα τουβλάκια τζένγκα. Φτιάχναμε τα σπιτάκια τους από τζένγκα, τις άμαξές τους από τζένγκα και τις έσερναν μικρά πόνυ, τους πάγκους της αγοράς από τουβλάκια τζένγκα και από πάνω κοτούλες από αυγουλάκια κίντερ (συγγνώμη κοτούλες, αλλά πρέπει επιτέλους να συνειδητοποιήσετε το ρόλο σας στην τροφική αλυσίδα) και γενικά στήναμε χωριά, πόλεις και αυτοκρατορίες. Μέχρις εδώ όλα καλά.

Επειδή, όμως, καμία κοινωνία δεν είναι ουτοπική, είχαμε κι εμείς τα θέματά μας. Εκεί, λοιπόν, έπρεπε να βάλουμε όλο μας το skill σε εφαρμογή ξανά, ώστε να αποσοβηθούν τυχόν προβλήματα κι εμφύλιες συρράξεις σε όσο το δυνατόν πιο ειρηνικό κλίμα, αλλιώς υπήρχε ο κίνδυνος να ξυπνήσουν οι Μεγάλοι και να μας χαλάσουν το παιχνίδι, βάζοντάς μας για ύπνο, ξενερώνοντάς μας και όλα τα συμπαρομαρτούντα. Έγινε κι αυτό κάποιες φορές, αλλά τους πήραμε γραμμή, οπότε όταν ξέφευγε λίγο το πράγμα, ο ένας πάντα έλεγε: “Σκάσε, θα ξυπνήσεις τη μαμά!” και εκ του θαύματος ο άλλος έβαζε γνώση και ξαναπατούσαμε το....play.

Οι επιδρομές στο Καλάθι σταμάτησαν εκ μέρους μου γύρω στα τέλη του δημοτικού, όταν φορτώθηκα με αγγλικά και τα μαθήματα στο σχολείο έγιναν πιο μπελαλίδικα. Δε σταμάτησε, όμως και το παιχνίδι! Σε επόμενο κεφάλαιο, λοιπόν, θα σας ταξιδέψω στους πολύπλοκους, γεμάτους ίντριγκες και πάθη κόσμους των παιχνιδιών που στήναμε τα καλοκαίρια.

Just In!

Πήρα σήμερα αλαμπρατσέτα αγαπημένη φίλη ερισιανή και πήγαμε Πολιτεία. Είχα καιρό να πάω βιβλιοβόλτα και στο τέλος με τράβηξε με το ζόρι. Αυτή είναι η συγκομιδή (πλην της Μάργκαρετ Άτγουντ, που το τσίμπησα το προηγούμενο σ/κ από ένα πάγκο με βιβλία).






23 Αυγ 2013

Moon



to George


They're walking in a narrow city alley, hand-in-hand. The alley is dark and the area dodgy but they don't seem to care; not even to notice. The moon, a huge bright ball, is hanging above their heads. It is the August full moon, the most glorious among the silver masks of the Goddess, a moon revered by all men alike, old men and young, common men and artists, lonesome men and lovers, prudent men and vagabonds.

He is holding an ice-cream. She, a cigarette. As they're walking, they realise that they're being followed by cats. White cats and black cats, big cats and little kittens, an army of fur and paws and tails.

The cats are now walking past them. They decide to follow the cats through the alley, into the magical night.

The moon, a huge bright ball, is hanging above their heads. The smoke of the cigarette, a faint silver thread, separates the dream from reality.

The moon, a huge bright ball.

He stretches his arm up to the sky, towards the moon. He opens his hand and takes the moon off the sky and throws it  to her. She, startled, lets the moon bounce up and down the alley and they run after it.

Soon the alley leads moon and humans to an opening. The cats are nowhere to be seen. Instead, there are wagons, gypsy wagons,full of colour; there is the smell of cotton candy and the sound of wineglass clinking.

The moon finally stops in front of the feet of a dark-haired, kohl-eyed, moustache-bearing young man. He is holding violin and bow, the latter standing ready over the strings, faintly touching them. He looks at the moon and then at the couple. He nods, his eyes still fixed on them.

A little child, no older than a toddler, appears from nowhere and tries to catch the moon. The moon is too big for his little arms, but soon more children gather and help the little one carry the moon nearby.

As the children start playing, throwing the moon to each other – after all, the moon is nothing more than a huge, bright ball-, the bow starts going up and down on the violin strings.


A fast, masterful, whimsical melody fills the air. Men start dancing, feet are going up and down, skirts are ruffling and twirling like woven jellyfish. The air is torn by the vivid melody and the laughing anarchy of the dancers. The moon is bouncing up and down in the hands of the children. Only the cats are still nowhere to be seen.

And they, hand-in-hand, are looking.

It could be a dream or magic. It could be a nightly illusion or a cleft in reality. It could just be the cats' fault. Or a kind of lunacy.
But it could also be a fantasy, a fairy tale, or an I-love-you.




(The following day all wagons and men had disappeared. There was nothing left but the traces of cat paws on the ground.)





Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...