28 Απρ 2010
Όταν έρχονται τα σύννεφα (μια ονειροφαντασία)
Νύχτα. Έξω το φεγγάρι ολόγιομο. Η φθινοπωρινή δροσιά των Απαλαχίων γεμίζει με δροσοσταλίδες τα μεγάλα, καφετιά φύλλα της σφενταμιάς. Ένα νεαρό κορίτσι στέκεται στην πέργκολα έξω ένα το μικρό, ξύλινο σπίτι. Δίπλα της κάθεται μια ηλικιωμένη γυναίκα, τυλιγμένη σε μια καρό μάλλινη κουβέρτα. Ένα ραδιοφωνάκι, στο τραπεζάκι δίπλα, ακριβώς πλάι από ένα μπουκάλι τζιν, παίζει μια μουσική από αλλοτινούς καιρούς.
Το κορίτσι ανάβει τσιγάρο.
“Δώσε λίγο και στη γιαγιά σου, ντε.”.
“Ο γιατρός είπε ότι δεν κάνει.”
“Ο γιατρός να πάει να πνιγεί. Εξήντα χρόνια καπνίζω και είμαι υγιής σαν κοριτσάκι.”
“Γιαγιά!”
“Έεεεέλα, χιόνα μου. Στρίψε μου εσύ ένα τσιγαράκι και εγω θα σου πω μια ιστορία.”
“Από αυτές που μ' αρέσουν;”
“Από αυτές που σ'αρέσουν.”
Λίγα δευτερόλεπτα μετά, η κοπελίτσα κάθεται δίπλα στη γριά, τυλίγεται κι αυτή με την κουβέρτα, της δίνει το τσιγάρο και πίνει μια μεγάλη γουλιά από το τζιν. Με τη σειρά της, η γιαγιά παίρνει μια μεγάλη τζούρα από το στριφτό. Συνοφρυώνεται. Κοιτάει το τσιγάρο.
“Τι είναι αυτό, παιδάκι μου;”
“Με γεύση λεμόνι.”
“Αηδία είναι! Στην εποχή μου είχαμε αληθινά τσιγάρα. Κι αληθινά λεμόνια. Αλλά όχι και τα δυο μαζί.”
“Την ιστορία, γιαγιά”, κάνει η μικρή.
“Την ιστορία, καλή μου, βεβαίως. Ήταν κάποτε, που λες, πολύ πολύ παλιά, όταν ήταν ο κόσμος νιογέννητος και δεν υπήρχαν ακόμα τα τσιγάρα λεμόνι, μια χώρα πολύ μακριά από δω, στη Νότια Ευρώπη. Εκεί ζούσε μια κοπελίτσα, καληώρα σαν κι εσένα, όμορφη και ζωηρή. Θα 'ταν δε θα 'ταν είκοσι χρονών όταν αγάπησε για πρώτη φορά ένα παλικαράκι, όμορφο και ζωηρό κι αυτό. Από εκείνες τις αγάπες τις πρώτες, που είσαι σίγουρος ότι θα κρατήσουν για πάντα, γιατί είσαι ακόμα αθώος, ονειροπόλος και φτιάχνεις κόσμους με ένα σου φύσημα.
Ωστόσο, αυτές οι αγάπες υπάρχουν μόνο στα παραμύθια. Ακόμα κι εκεί δε μας λένε τι έγινε μετά το “αυτοί καλά κι εσείς καλύτερα”. Γιατί εκεί είναι που αρχίζουν τα δύσκολα.
Στην πραγματική ζωή, τα πιο όμορφα πράγματα τελειώνουν γρήγορα.
Κι αυτό, φυσικά, τελείωσε. Κι ούτε κι αυτός ούτε η κοπέλα μπορέσανε να γλιτώσουνε τον κοινό τους κόσμο, απεναντίας, βρεθήκανε με τρεις κόσμους διαλυμένους. Κι αυτό, πονούσε πολύ στην αρχή. Μετά, μουδιάσανε, και πιάσανε ο καθένας να μαζεύει ό,τι μπορούσε να σώσει.
Ήταν πολλές οι φορές που τον έφερνε στο μυαλό της, πάντα τις πιο χαρούμενες ή πιο θλιμμένες στιγμές. Όταν, π.χ., τελείωσε τη σχολή, ή όταν μεθούσε τα βράδι με αλκόολ, όταν έβλεπε μια πραγματικά ωραία ταινία, ή όταν τον έβλεπε στον ύπνο της. Όταν καθόταν με φίλους κι ακούγανε μουσικές κουλουριασμένοι, με το στόμα τους μουσκεμένο από το αψέντι, εκείνη τη βραδιά του καλοκαιριού που η κοπέλα της ιστορίας μας θα είχε τρελαθεί αν ένας άσχετος, μα τόσο καλόκαρδος στην ασχετοσύνη του, γνωστός της δεν έλεγε με αφέλεια παιδιού: “Εντάξει, καλή κιθάρα παίζουνε αυτοί οι Floyd”, κι εκεί που έξι άτομα χανόντουσαν στην θλίψη μιας απώλειας που δεν έπρεπε να υπάρχει, γιατί ήταν ακόμα νέοι και είχανε όλη τη ζωή μπροστά τους, αυτοί οι έξι, λοιπόν, ανασηκωθήκανε, τον κοιτάξανε καλά-καλά, πρώτα θυμωμένοι για κάτι που τους φαινόταν ιεροσυλία, μα αμέσως μετά λυθήκανε σε ένα γέλιο με τόση λύσσα, που καθάρισε η ψυχή τους.
“Και το αγόρι ήταν κι αυτό λυπημένο, γιαγιά;”
“Φυσικά κι ήταν.”
“Και καθάρισε κι αυτουνού η ψυχή;”
“Ολωνών καθαρίζουν, μάτια μου”.
“Και ξαναβρέθηκαν;”
“Ξαναβρέθηκαν. Αλλά δεν ήταν όπως πριν. Τα χρόνια είχαν κυλήσει, αυτή ήταν πια γυναίκα, κι εκείνος άντρας. Κι είχαν τραβήξει άλλους δρόμους. Και δεν μπορούσαν να φέρουν κοντά τους δρόμους αυτούς, γιατί αυτό που αγαπούσαν ο ένας στον άλλον τόσο χρόνια ήταν μονάχα μια ιδέα, ένα σύμβολο, το μεγαλείο του πρώτου έρωτα.”
“Κι αυτό η κοπέλα αποφάσισε να μην το χάσει ποτέ, να το διαλαλήσει, να θυμηθεί όλος ο κόσμος τι πάει να πει αυτή η ακατέργαστη αγάπη της πρώτης αθωότητας. Γιατί, βαθιά μέσα της, τον ευχαριστούσε που την βοήθησε να ζήσει κάτι τόσο θαυμάσιο.”
“Και τι έκανε για αυτό η κοπέλα;”
“Άρχισε να λέει ιστορίες.”
“Και το αγόρι;”
“'Εκανε τα δικά του, εξίσου όμορφα πράγματα.”
Για λίγο έπεσε σιωπή. Κοιτούσαν κι οι δυο μακριά τον ορίζοντα. Τα αστέρια φάνταζαν ολόλευκα, σχεδόν από χιόνι, και μια μουντάδα διαιφαινόταν στο βάθος. Έρχονταν σύννεφα.
Η κοπελίτσα τράβηξε ακόμα μια τζούρα.
“Ωραία μουσική αυτή που ακούμε, γιαγιά. Ποιο συγκρότημα είναι;”
Η ηλικιωμένη χασκογελάει.
“Δεν είναι συγκρότημα, καρδούλα μου. Είναι ένας συνθέτης από την πατρίδα μου. Λέγεται Μάνος Χατζηδάκις.”
Η μικρή κοιτάει κάτω. Κλωτσάει ένα χαλίκι. Και αγχωμένα, σχεδόν τρεμάμενα, ρωτάει:
“Και η ιστορία πώς τελειώνει;”
“Εεεεεχ, κι εσύ, πώς τελειώνει. Λες και όλες οι ιστορίες κρίνονται από το τέλος”, λέει η γιαγιά και πίνει μια γουλιά τζιν. Ρουφάει ακόμη μια τζούρα. “Να πώς τελειώνει η ιστορία: έγινα συγγραφέας, πήρα την υποτροφία, ήρθα στην Αμερική, γνώρισα τους Fleet Foxes και παντρεύτηκα τον παππού σου τον Ρόμπιν.”
Efect Dr. Pay
Και να το αποτέλεσμα.
Όσοι μπορείτε, σπεύσατε. Όσοι μένετε μακριά, υπομονή, από Οκτώβρη και στην Αθήνα.
And wish us to break a leg!
27 Απρ 2010
Post-punk psychedelic lemons
Τρίτη σήμερα, καμμιά υποχρέωση να σηκώσω τον αναγεννησιακό μου πωπό και να τραβήξω προς κέντρο. Σηκώνομαι στις δέκα, καφές, τσιγάρο, τα κλασικά κάθε-μέρα-τηλέφωνο, είδε ο κος Τάδε αυτό που του άφησα; Είναι εκεί ο κος Δείνα για την τάδε δουλειά; Όχι, δεν το είχε δει και όχι δεν είναι εκεί.
Ακόμα ένα κλασικό πρωινό.
Αλλά όχι, αυτό το πρωινό δεν είναι κλασικό. Έρχεται πάλι ο άντρας της ζωής μου, ο πάππος. Αυτός ο άνθρωπος έχει σκουλήκια στον πωπό του (ευτυχώς, δεν είναι αναγεννησιακός, ο πωπός, όχι ο πάππος), αυτή τη φορά πάλι καλα που έρχεται με αεροπλάνο και όχι με το αγαπημένο του νυχτερινό τρένο.
Αυτό σημαίνει τρία πράγματα: 1. Ασκήσεις ηρεμίας για όταν θα χτυπάει την πόρτα ενώ γράφω (το κακό της υπόθεσης). 2. Τσιπουράκια (το καλό της υπόθεσης). 3. Ότι σήμερα θα φτιάξω grandpa-friendly φαϊ.
Ο παππούς μου είναι 85 χρονών έφηβος, κι όσο και να θέλει το εφηβικό του τσαγανό να πειραματίζεται, αλλά τόσο δε θέλω να πειραματίζομαι εγώ με τα 85 του χρόνια. Ήτοι, από δω και στο εξής παίζει πάλι προσαρμογή στο διαιτολόγιο. Σούπες, κοτόπουλα, σούπες, κοτόπουλα. Και ρύζι.
Ας είναι, κοτόπουλο λεμονάτο σήμερα. Με ρύζι.
Το κοτόπουλο, για να είναι grandpa-friendly, πρέπει να βράσει αργά και βασανιστικά στο ζουμάκι του. Κοινώς, δεν έχει βόλτα σήμερα, διότι των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν κάνουν βόλτες, και μαγειρεύουν όταν πεινάσουν, αυτά ή ο παππούς. Άρα, μέσα σήμερα το πρωί.
Άντε να δει η κυρία Πούκα τι θα κάνει έγκλειστη σε μια τόσο ωραία ημέρα.
Αυτό σκεφτόμουν όταν νούνιζα (αυτό το έλεγε η Παρθένα στο “Εμείς κι Εμείς” και, ΘΕΕ ΜΟΥ ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΜΗ ΜΕ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΤΟ ΕΜΕΙΣ&ΕΜΕΙΣ, ΗΤΑΝ Η ΠΙΟ FAIL ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΕΙΡΑ, ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΤΟ SEVENTH HEAVEN, Ω ΘΕΕ ΜΗ ΜΟΥ ΘΥΜΙΖΕΙΣ ΤΟ SEVENTH HEAVEN!) πάνω από το φαϊ. Νούνιζα κι άλλα πράγματα, γιατί άκουγα το “Brian Eno” από MGMT, το οποίο είναι ένα πολύ όμορφο πάντρεμα ποστ-πανκ και ψυχεδέλειας, και ο νους μου έτρεχε σε κάτι πολύ ποστ-πανκ ψυχεδελικά σκηνικά σχεδόν ένα χρόνο πριν, και αποφάσισα να γράψω μια ιστορία για εκείνη τη βραδιά. Αλλά αυτό δε μας ενδιαφέρει τώρα, σωστά; Πάνως να ξέρετε, έτσι συλλαμβάνονται όλες οι ιδέες. Όταν νουνίζεις στις πιο άκυρες στιγμές.
Και νούνιζα, τελοσπάντων, ποστ-πανκ και ψυχεδελικά, και να ανακάτεμα το φαϊ και να στύψιμο τα λεμόνια. Λυσσαλέο στύψιμο. Στο τέλος έμεινα με τα κουκούτσια στο χέρι.
ΚΟΥΚΟΥΤΣΙΑ ε? Χα! Στο χέρι, ε; Χα! Σκάει χαμόγελο. Πιάνω τάπερ, μπαμπάκια, ρίχνω κουκούτσια, νάιλον, τρύπες στο ναϊλον, έξω. Pooka-friendly θερμοκηπιάκι. Λεμονιές. Μυρίζουν υπέροχα οι σκασμένες, και ζηλεύω που η μαμά που απέκτησε δεύτερη καταλάθος, επειδή της έπεσε κουκούτσι στο χώμα από την πρώτη λεμονιά.
Οπότε να 'μαι πολύτεκνη για ακόμα μια φορά. Πλάκα έχει. Θα έχω το ταπερόνι να λιάζεται όλη τη μέρα, και το βράδυ θα το παίρνω δίπλα μου, θα τους βάζω ποστ-πανκ ψυχεδέλειες και θα του λέω λόγια αγάπης. Θα αποκτήσω τις πιο γαμάτες ποστ-πανκ ψυχεδελικές λεμονιές.
Κι ενώ σκεφτόμουν όλα αυτά, έγινε κ το φαϊ. Το σβήνω με μπίρα.
Στην υγειά σου, παππού.
Στην υγειά σας κι εσάς που με διαβάζετε (εννοείται πήρα την υπόλοιπη μπίρα να την πιω).
Σε λίγα χρονάκια θα πίνουμε corona με ποστ-πανκ ψυχεδελικό λεμονάκι μέσα!
Ορίστε κι ένα τραγούδι, μπορεί να μην είναι ποστ-πανκ ψυχεδέλεια, αλλά ταιριάζει γάντι στο ποστ.
25 Απρ 2010
Πώς λάτρεψα (ξανά) τους MGMT
Ξεχάστηκα κι έκανα το Πάσχα μου ήσυχα κι ωραία, χωρίς να με απασχολήσουν άλλο οι MGMT. Το Πάσχα πέρασε και κατέβηκα κάτω, όπου βούλιαξα για άλλη μια φορά στην ήσυχη ρουτίνα που κατάφερα να φτιάξω τον τελευταίο ενάμιση μήνα, ήτοι έρευνα-μαθήματα-λίγο γράψιμο-μουσικές και καμιά βόλτα ή άραγμα με φίλους σπίτι, τις πρώτες βραδινές ώρες, με καμιά ταινιούλα/μπιρίτσα/στρούντελ πορτοκάλι.
Σήμερα η μέρα ξεκίνησε κατά τας Γραφάς: έρευνα-λίγο γράψιμο-διάβασμα. Πήρα προχτές, σε μια θυελλώδη εξόρμηση στα βιβλιοπωλεία, το “The Crying of Lot 49” του Pynchon, όπου και ξεκίνησα να το διαβάζω. Μέσα στην ακόμα πιο θυελλώδη μεταμοντέρνα γραφή του μπαρμπα-Τόμας, με μια τύπισσα που τη λένε Οιδίπα (τζίζαζ), γραμματόσημα και συνομωσίες, ψάχτηκα στην παιδεία της Βίκυς για το βιβλίο, και μετά για τα άλλα του βιβλία, και για ταινίες που έγιναν, αν έγιναν, με βάση τα βιβλία του.
Έγιναν ταινίες. Μία, πιο συγκεκριμένα. Γερμανική, για την ακρίβεια.
Ρίγησε η ψυχούλα μου, και πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την τριχοτόμηση του Πλάτωνα, τον οποίον και δε χωνεύω, αν και θα έπρεπε να χωνεύω, γιατί έγραφε φαντασίες κι αυτός (κάτι ανάλογο με αυτά που νιώθω για το δεύτερο άλμπουμ των MGMT τελοσπάντων), το πνευματικό κομμάτι, στο μυαλό, θεώρησε ότι θα ήταν καλό να την δω, το δεύτερο, το θυμοειδές, στο στήθος, χάρηκε και γούσταρε που υπάρχει τέτοια ταινία, και το τρίτο, το επιθυμητικό, στο συκώτι, τσίριξε, ούρλιαξε και το έβαλε σκοπό ντε και σώνει να την αποκτήσει. Το θυμοειδές, το ευγενικό συναίσθημα, συμβιβάστηκε και το πνευματικό, το εγκεφαλικό, έβγαλε το σκασμό, καθώς είδε ότι τα δυο άλλα είχαν κάνει κόμμα εναντίον του και όσες αντιρρήσεις “συγκεντρώσου στην έρευνά σου, κορίτσι μου” κι αν έφερνε, δε θα έβγαινε αποτέλεσμα.
Δεξιός λόβος πάλι, δηλαδή, ο απεργοσπάστης της λογικής.
Πλατειάζω και λέω άσχετα πράγματα, αλλά θα με συγχωρέσεις, γιατί είναι η ώρα περασμένη και είμαι δεξιόλοβη όλη τη μέρα. Δικαιούμαι να γράψω και καμιά ψυχεδέλεια, εδώ που τα λέμε. Εδώ έγραψαν κοτζάμ MGMT, μετά το ποπ ντεμπούτο τους.
Συνεχίζω: το λαγωνικό μέσα μου αρχίζει και πληκτρολογεί τις συνήθεις ύποπτες διευθύνσεις στο ίντερνετ μπας και την βρει. Νάδα. Λύσσαξα, δε-γίνεται-να-μην-υπάρχει-πουθενά. Πήρε έτσι Holy Grail status, το οποίο σημαίνει ότι δε θα ησυχάσω άμα δεν την βρω. Τελικά, για να καταπολεμήσω τη ζωχάδα μου, ξεβράστηκα σε γνώριμο σάητ με ευρωπαϊκές ταινίες και κυριεύτηκα από ιερή μανία του ράπιντσερ. Μισή ώρα και καμιά δεκαριά αυστηρά γερμανικές ταινίες αργότερα, η δίψα μου κορέστηκε, ησύχασα και συνέχισα την έρευνά μου.
Διαβάζω Λεκατσά αυτό τον καιρό, ένα βιβλίο που καβάτζωσα από τη μάνα μου, για την ψυχή, την ιδέα της ψυχής και της αθανασίας και τα έθιμα του θανάτου. Υπέροχος ο Λεκατσάς, με την απλή γραφή των παλιών αριστερών, και είναι μεγάλη μαγκιά για έναν αριστερό να καταπιάνεται με τέτοια θέματα, τα οποία οι σηκωφρύδηδες αριστεροί του πενήντα έγραφαν στα υποδήματα τους. Άσε που παράτησε και τη Νομική. Άσε που μνημονεύει κι αυτός το “Χρυσό Κλωνάρι” (έτερο Holy Grail της γραφούσης, όχι επειδή δεν μπορώ να το βρω, αλλά επειδή είναι ούμπερ μπελαλίδικο να το διαβάσω, οπότε θα ασχοληθώ μαζί του αφού ψηθώ στο Λεκατσά πρώτα.).
Φαντάζομαι το Λεκατσά παππού, δίπλα στο τζάκι, να σπάει κάστανα με τα αργασμένα αριστερά του χέρια και να λέει στα εγγόνια του ιστορίες από τους πολύ πολύ πολύ παλιούς καιρούς, για ψυχές, μητριαρχίες και ιερούς γάμους. Και όχι, αυτή τη φορά δε θα ψάξω τα τι και πώς και τα γιατί, όπως με τα φωσφοροσκούληκα του Ντύλαν Τόμας. Αρκούμαι στην εικόνα.
Σήμερα, που λες, (αν ακόμα είσαι εδώ, δηλαδή), το κεφάλαιο που καταπιάστηκα έγραφε για την ψυχή, στα μάτια. Πώς, δηλαδή, οι αρχαίοι πίστευαν ότι η ψυχή μπορεί να πάρει τη μορφή μικροσκοπικού ανθρώπου, και πώς κάποιος, κοιτάζοντας μέσα στα μάτια κάποιου άλλου, έβλεπε το μικροσκοπικό του είδωλο, δηλαδή, την ψυχή του. Και το σεβόντουσαν. Κι έλεγαν αυτή την ψυχή, την κρυμμένη στα μάτια , επειδή ήταν μικρή, κι ως μικρή ενέπνεε τρυφερότητα, “παιδί”, “κόρη”, “κορούλα”. Κι από εκεί βγήκε η φράση “φύλα το σαν κόρη οφθαλμού”, δηλαδή σαν την ψυχή σου.
Η ώρα πέρασε και είχα παγανιστεί με αυτά που διάβαζα, ταξίδευα κι εγώ σε ψυχές και μάτια απαλά και λάτρευα, πόσο λάτρευα, τη μουσική που ξεχυνόταν εκείνη τη στιγμή από τον υπολογιστή ίσα μέσα στα αυτιά μου. Αναρωτήθηκα τι ήταν αυτό, δεν το θυμόμουν.
Ήταν το καινούριο άλμπουμ των MGMT.
Γι' αυτό και είμαι ακόμα εδώ, κι ας πέρασε η ώρα, αποκαμωμένη και δεξιόλοβη μα τόσο, τόσο βυθισμένη σε γλυκιά μελαγχολία (παρόλο που δε συμπαθάω αυτή τη φράση, θα σου πω, αν είσαι ακόμα εδώ, κάποια στιγμή γιατί, δεν το ξεχνάω σκόπιμα, απλά πρέπει να ψάξω τα τεφτέρια μου) και να γράφω για άλλη μια φορά ασυναρτησίες, σε χρόνο κάτι-παραπάνω-από-τη-διάρκεια-του-Siberian-Breaks.
Κι ας παρέβην το καθημερινό μου τελετουργικό και δεν είδα ταινία με μπιρίτσα και στρούντελ πορτοκάλι σήμερα, κι ας μην είδα άνθρωπο, παρόλο που θα ήθελα πολύ πολύ πολύ να με κράξει κάποιος αγαπημένος, λέγοντας “βγες λίγο, γριά μου”, απαλά, σαν παιδί, κόρη, κορούλα.
22 Απρ 2010
Πόοοοολεμος; Πόλεμος!
Ήταν ο ταχυδρόμος.
Έφερνε περιχαρής τους καινούριους λογαριασμούς. 'Η, έτσι, φαντάζομαι, αλλά, ξέρετε τι γίνεται; Όταν φέρνει κάτι απρόσμενο κι υπέροχο, πχ. γράμμα από κάποιον φίλο ή ραβασάκι από ανώνυμο θαυμαστή, ΔΕ θα χτυπήσει το κουδούνι. Θα βρει έναν μαγικό τρόπο να μπει μόνος του μέσα, και να το καταχωνιάσει στο γραμματοκιβώτιο, κι άντε μετά να το βρεις, αν το περιμένεις. Αλλιώς όλα αυτά τα ωραία χάνονται. Δεν εξηγείται αλλιώς το γιατί δεν λαμβάνω γράμματα θαυμασμού ή ερωτικά ραβασάκια, όχι. Αλλά όταν είναι να φέρει λογαριασμούς, αυτό το ποταπό ανθρωπίδιο που λέγεται ταχυδρόμος, τότε αρχίζει γκράνγκα-γκράνγκα τα κουδούνια, σαν να λέει, με χαρά που κυμαίνεται επικίνδυνα ανάμεσα σε οξύμωρη ηλιθιότητα χόμπιτ και τη δηλητηριώδη κακοβουλία του Σάουρον "χαχααχαχαχαχ, κοιτα φίλε μου, όσο οικονόμος και/ή δουλευταράς να είσαι, πάλι θα πληρώσεις τα μαλλιοκέφαλά σου, δεν σου φτιάχνει αυτό τη μέρα;" Και ανοίγεις, μαζόχα, και κατεβαίνεις, και να οι δεές και οι οτέδες. Τα νερά δεν πιάνονται, ακόμα και στην Αθήνα είναι φτηνά. Εκτός αν είσαι γοργόνα και δεν μπορείς να ζήσεις εκτός μπανιέρας, οπότε την πούτσισες.
Φυσικά, αυτά σε μένα δεν περνάνε. Είμαι άριστη και γενναία μαχήτρια. Πόλεμο ήθελε, πόλεμο θα είχε. Έβγαλα περήφανη το εικοσάπλευρό μου, έριξα το will power check, και... Άσσος. Άνοιξα. Κάτω δεν κατέβηκα, αφήνω την ξενέρα για αργότερα. Αλλά ο άσσος ήταν αρκετός στο να συνειδητοποιήσω ότι δεν βρίσκομαι στην υπέροχη, λουλουδιασμένη νεραϊδοχώρα, αλλά στην όχι-τόσο-υπέροχη, λουλουδιασμένη-παρά-ταύτα-και-όλως-περιέργως Αθήνα. Και αυτό με αποτρέπει από το να γράψω για το πώς παραλίγο να γίνω...(δε σας λέω ακόμα, υπομονή). Too much banality.
Όχι, καλοί μου φίλοι. Εμείς εδώ στο μπλογκ (δηλαδή η γράφουσα, οι κάλτσες της, ο Ναθαναήλ ο Τηλεγραφος και ο Κύριλλος ο Ιππόκαμπος) αντιστεκόμαστε σθεναρά στις απόπειρες των πανταχού γκριζοπρόσωπων να μας καταπιούνε. Αντ' αυτού, θα σας πω άλλα πράγματα. Θα σας προτείνω μικρά και όχι-τόσο-μικρά πραγματάκια για να πολεμήσουμε την γκριζοπροσωπάδα της πόλης. Προσοχή: όχι μεγάλα πολιτικά οράματα, μην ξερογλείφεσαι νεαρέ που φλερτάρεις με κάθε λογής -ισμό. Όταν μεγαλώσεις λίγο θα καταλάβεις πως κάθε -ισμός έχει κάτι ύπουλο μέσα σε αυτήν την παυλίτσα και τα τέσσερα γράμματα. Βέβαια, αν καταφέρεις και πιστέψεις σε κάτι που να μην τελειώνει σε -ισμό, θα σου βγάλω το καουμπόικο καπέλο μου.
Έχουμε και λέμε, λοιπόν:
1. Σαμποτάρουμε τα ΛΕΦΤΑ.
Πώς γίνεται αυτό; Απλούστατα. Γίνεσαι θρασύτατος τζαμπατζής. Δε λέω να πρήξεις τους φίλους σου στις τράκες, το τζάμπα πολλοί αγαπήσαμε, τα παράσιτα ουδείς. Εξάλλου και οι φίλοι σου στην ίδια μοίρα με σένα είναι. Επίσης οι φίλοι είναι φίλοι γιατί ενσωματώνουν μια πληθώρα από "συν": σύμμαχοι, σύντροφοι, συνένοχοι. Αν δεν έχουν αυτά τα "συν", τότε δεν είναι φίλοι, οπότε έχεις το ελέυθερο να τους αρμέξεις κανονικά.
...Στο θέμα μας όμως. Σε τι συνίσταται το τζαμπατζιλίκι; Υπάρχουν πολλά μέρη όπου μπορείς να δεις πόσα πράγματα μπορείς να κάνεις τζάμπα ή με πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ λίγα χρήματα. Second-hand βιβλιοπωλεία και ρουχάδικα, προβολές ταινιών, βραδιες στο σπίτι με επιτραπέζια, δωρεάν μαθήματα, λαθρανάγνωση στο λεωφορείο... Όλα αυτά βέβαια απαιτούν εξαιρετικές ανιχνευτικές ή stealthy ικανότητες.
Επίσης, μπορείς να ΑΝΤΑΛΛΑΞΕΙΣ. Όχι μόνο αγαθά, αλλά και υπηρεσίες, τύπου "Σου μαθαίνω ελληνικά, μάθε μου δική σου γλώσσα στην οποία είσαι σαϊνι", ή "Σου μαγειρεύω, βάλε μου μια σκούπα" (στο σπίτι, πονηρά μυαλά).
Αλλά αν, τελικά, πρέπει να υπάρχει κάποιο νόμισμα, το μπλογκ προτείνει τις ΑΓΚΑΛΙΕΣ. Θα λέγαμε το φιλί, αλλά, καλώς ή κακώς, αν πας στον εβδομηντάχρονο μπακάλη απέναντι να πάρεις πατάτες, ε, θα αμφισβητήσεις το νομισματικό σύστημα, δε θα το αμφισβητήσεις;
2. Σαμποτάρουμε τα ΜΥΑΛΑ των γύρω:
Οι γύρω, καλώς-κακώς-μαγκιά-τους, μπορεί να μην έχουν τα δικά μας τα σκαλώματα. Ωστόσο όλοι μα όλοι μα όλοι υποφέρουμε από την γκριζοπροσωπάδα. Δεν είναι τυχαίο που όλοι σχεδόν εμφανίζουμε μια φορά στη ζωή μας συμπτώματα κατάθλιψης τα οποία ΔΕΝ οφείλονται σε πραγματικά μπελαλίδικους λόγους, όπως π.χ. η απώλεια αγαπημένου προσώπου. Όχι. Οι άνθρωποι γύρω μας, όπως κι εμείς, είναι λυπημένοι γιατί η οικονομία πάει κατά διαόλου, γιατί κλείνουνε δουλειές, γιατί δεν ανοίγουνε δουλειές, γιατί στραγγίζουν το σκατό τους να πληρώσουν λογαριασμούς κτλ κτλ κτλ.
Είναι φανερό πως ο εγκέφαλος τους, όπως κι ο δικός μας, εξάλλου, έχει βραχυκυκλώσει σε ένα κρίσιμο σημείο όπου αντί να λέει ΕΥΤΥΧΙΑ=ΖΩΗ, λέει ΕΥΤΥΧΙΑ=ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΥΗΜΕΡΙΑ. Ε, καιρός να το αλλάξουμε. Πώς; Φτιάχνοντάς τους τη μέρα με μικρά, σχεδόν ασήμαντα σε μέγεθος αλλά καθοριστική σημασίας πράγματα.
Πώς γίνεται αυτό; Απλά, γίνεσαι ο καλικάντζαρος της παράδοσης φέρνοντας τον τακτοποιημένο κόσμο τους ανάποδα. Προσοχή: όχι τρομοκράτης, κανείς δε θέλει έναν κουβά σκατά στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου ή τηλεφωνικές φάρσες στις τρεις τα ξημερώματα.
Όχι. Το σαμποτάζ του μυαλού θέλει όμορφα πράγματα, με τρόπο απαλό. Φύτεψε μια γλάστρα στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ρίξε κάρτες "ανώνυμου αποστολέα" στο γραμματοκιβώτιο, όπου θα εύχεσαι καλό απόγευμα. Πες μια καλημέρα, ειλικρινά και με χαμόγελο, γιατί είναι άλλη μια καλή, όμορφη μέρα. Δείξε ότι δε νοιάζεσαι μόνο για το ευ ζην του κώλου σου, τέλος πάντων. Δεν θα τους κάνεις να προσληφθούν, δε θα εμποδίσεις να απολυθούν, αλλά θα το κάνεις πιο υποφερτό. Και σε τέτοιους καιρούς μετράει.
Να ξέρεις, όμως: Για να το κάνεις αυτό πρέπει να γίνεις κλόουν κατά μερικούς, φλώρος για κάποιους άλλους. Ίσως και ηλίθιος, αλαφροϊσκιωτος, ονειροπαρμένος. Μπορείς;
3. Ανακαλύπτουμε το δικό μας ΚΟΣΜΟ
Για να μπορέσουμε να τα κάνουμε όλα αυτά, πρέπει να έχουμε ένα δυνατό εσωτερικό κόσμο. Αυτό δε σημαίνει (απαραίτητα) ψάξιμο σε ταινίες-βιβλία-μουσικές, τα οποία ναι μεν ανοίγουν το μυαλό σου, αφετέρου δε σε απομονώνουν και υλικά (κάθομαι σπίτι μου και αναλύω μόνος μου το νόημα της ζωής) αλλά και ηθικά (είμαι τόσο ψαγμένος και γαμάτος που ούτε εγώ δε με καταλαβαίνω). Αυτό σημαίνει να βρεις εκείνα τα δυο-τρία πράγματα που θα θεραπεύσουν τις καμμένες σου συνάψεις σε εκείνους τους χαλεπούς καιρούς του και-τώρα-σκατά-αγαπητέ-Γουώτσον. Γιατί, φυσικά, είσαι κι εσύ άνθρωπος, άρα ευπρόσβλητος στην ασθένεια της γκριζοπροσωπάδας. Την οποία και πρέπει να πολεμάς σταθερά και σθεναρά κάθε γαμημένη μέρα.
Πώς γίνεται αυτό; Απλούστατα. Θα βρεις τα φάρμακά σου: μια σελίδα στο ίντερνετ, ένα τραγούδι, ένα-δυο αγαπημένα σημεία της πόλης. Σίγουρα τα έχεις βρει ήδη. Απλά κάνε την καθημερινή σου μέθεξη σε αυτά ένα είδος τελετουργικού. Ανάγαγέ το σε επιστήμη.
4. Δε ΓΑΜΑΜΕ τους άλλους
Η σύγχρονη ζωή είναι μια παλαίστρα όπου θα επικρατήσει ο δυνατότερος. Γιατί; Διότι έτσι είναι, και είναι καλύτερο να σε γαμήσω παρά να με γαμήσεις. Ωστόσο, δεν υπάρχει μεγαλύτερο γαμήσι από την επίγνωση του ότι μόλις γάμησες κάποιον ψυχολογικά (αν έχεις έστω και ένα στοιχειώδες ψήγμα συνείδησης). Και, φυσικά, πέρα από αυτό, υπάρχει πάντα η πιθανότητα αυτού του περίεργου φαινομένου που λέγεται κάρμα, ήτοι, αν ρίξεις μια ροχάλα, θα σου έρθουν τρεις, μεγαλύτερες και παχύτερες, κατακέφαλα.
Σταματώ τις αηδίες.
Σταμάτα να γαμάς τους άλλους, τέλος πάντων. Σταμάτα να κάνεις πράγματα για τα οποία δεν είσαι έστω και 80% σίγουρος ότι θα βγουν σε κάτι καλό, είτε για σένα, είτε για τους άλλους, είτε για όλους. Από τη στιγμή που έχεις δυναμώσει τον εσωτερικό σου κόσμο, δεν έχεις καμία ανάγκη να επικρατήσεις, να επιβεβαιωθείς, να εκδικηθείς, ή να αποδείξεις κάτι. Οπότε χαλάρωσε, κάνε ένα τσιγάρο και μην πρήζεις τον κόσμο με αχρείαστη κατανάλωση ενέργειας. Οπότε κάνεις κάτι να είσαι σίγουρος ότι το θέλεις, κι ακόμα πιο σίγουρος για τις πιθανές συνέπειες, όσο, τουλάχιστον, είναι στο χέρι σου.
Το πανάρχαιο ρητό, "μην κάνεις αυτό που δε θέλεις να σου κάνουν", είναι ένας απλούστατος τρόπος να το θυμάσαι. Καλά. Μη σε πυροβολήσω.
5. δεν ΑΥΤΟΓΑΜΙΟΜΑΣΤΕ
"Ωραία, ρε συ Πούκα, εγώ είμαι καλό παιδί και δεν έκανα ποτέ κακό σε κανέναν, αλλά ο Τάδε, ο Δείνας κτλ κτλ μου έκαναν αυτά κι αυτά κι αυτά.", θα πεις. Με το δίκιο σου και θα συμφωνήσω. Και σε μένα έχουν κάνει. Και σε όλους μας. Ακόμα και στον Τάδε, και στο Δείνα, και στον Κτλ Κτλ Κτλ.
Ε και; Θα κάτσεις στους τέσσερις τοίχους να αναλογίζεσαι τι σου έκαναν ο Τάδε, ο Δείνας και ο Κτλ Κτλ, ή θα πάρεις μια ανάσα, θα στείλεις το περιστατικό στο διάολο και θα συνεχίσεις; Κακό του κεφαλιού τους, και το κάρμα θα τους στείλει τις τρεις ροχάλες που λέγαμε. Εσύ σταμάτα να αναλώνεις ενέργεια για τον Τάδε και το Δείνα και τους Κτλ, και χρησιμοποίησέ την θετικά και όμορφα για να κάνεις όλα αυτά τα παραπάνω τα φανταστικά πράγματα. Εκτός αν προορίζεσαι για οσιομάρτυρας, φυσικά. Αλλά αυτή την εποχή ο χριστιανισμός περνάει δύσκολες μέρες, δεν ανοίγουν νέες δουλειές, οπότε δε σου εγγυώμαι ότι θα αγιοποιηθείς. Ο Άγιος Νικόλαος μού έλεγε τις προάλλες ότι έχουν να του κάνουν τάματα από το 2006, και είναι και high-positioned.
Αυτά ως εδώ. Αναμένω νέες ιδέες, σχόλια, αντιρρήσεις (οι οποίες και θα παραβλεφθούν με ταχύτητα οπλοπολυβόλου).
Επίσης, μπορείς κάλλιστα να γράψεις ό,τι διάβασες εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Μαγκιά σου. Αλλά δε στο συνιστώ. Είμαστε, βλέπεις, η πιο γαμάτη γενιά, γιατί μεγαλώσαμε από γονείς που έκαναν αλλαγές, οι οποίοι μεγαλώσανε από γονείς που κάνανε ακόμα μεγαλύτερες αλλαγές. Η δική μας αλλαγή ποια θα είναι;
***** Mιαπουτ'αναφέραμε κι αρχήδιαλόγουκάναμε: Το μπλογκάκι απέκτησε δική του σελίδα στον ηλεκτρονικό ρουφιάνο. Όσοι πιστοί, τα θέλατε και τα πάθατε.
19 Απρ 2010
Morning ramblings of a crazy woman
Ώρα όγδοη πρωινή, πανωκάτω. Κάθομαι στον καναπέ οκλαδόν, με μια απίστευτη ηρεμία στη μούρη, δικαιολογώντας το παρατσούκλι που μου είχαν βγάλει οι δικοί μου όταν ήμουν μικρή, επειδή βαριόμουν να περπατάω, να τσιρίζω και να τους πρήζω υπέρμετρα σαν τα φυσιολογικά παιδάκια: Βούδας. Οι σαολίν καλόγεροι θα ήταν περήφανοι για μένα σήμερα. Ειδικά αν δεν έβλεπαν τα δύο τσιγάρα που έχω ήδη καπνίσει και την κουπάρα του νες από δίπλα. Oh well.
Σηκώθηκα αξημέρωτα μετά από πολύ καιρό, διότι έχω δεύτερη συνέντευξη για δουλειά, για την οποία θα μιλήσω όταν δεν την πάρω. Θα την πιστόλιαζα άνετα, με την ηρεμία που η τύπισσα πουλάει τον πρωταγωνιστή του τραγουδιού “The Ballad of Cable Hogue” των Calexico, αν δεν επέμεναν οι γονείς με το ανίκητο επιχείρημα ότι δεν έχω τίποτα να χάσω και ότι θα δω νέους ανθρώπους και νέες καταστάσεις στη συνέντευξη. Στο πρώτο σκέλος του επιχειρήματος έχω να αντιτείνω ότι έχασα ήδη δυο ώρες ύπνου και ότι πρέπει να κάνω ανασκαφή στην ντουλάπα για να βρω αξιοπρεπή ρούχα για να μεταμφιεστώ σε απελπισμένη για αυτή τη δουλειά μεν, αξιοπρεπώς ενδεδυμένη, ευπαρουσίαστη, ευέλικτη και δυναμική νέα γυναίκα δε (να βγάλω τον καφέ τώρα ή μετά;). Στο δεύτερο όμως, δεν έχω να αντιτείνω τίποτα.
Καταραμένη περιέργεια.
Να 'μαι, λοιπόν, ξύπνια, να βλέπω τη συννεφιά απέξω, η οποία δεν ξέρω αν οφείλεται σε 1. κακό καιρό, 2. στο σύνηθες νέφος μια συνήθους αθηναϊκής μέρας ή 3. στην ηφαιστειακή τέφρα. Θα διαλέξω αυθαίρετα το 3., γιατί σήμερα μου αρέσει η ιδέα της μουντίλας εδώ λόγω των τσαλιμιών ενός ηφαιστείου χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Είναι κάτι μεγαλειώδες, σχεδόν αρχέγονο, σχεδόν παγανιστικό. Από αυτά που σου θυμίζουν ότι όσο ξεχωριστός και γαμάτος νομίζεις πως είσαι, στην πραγματικότητα αποτελείς ένα ψήγμα κουτσουλιάς στα μέτρα και σταθμά του σύμπαντος. Με όσους μιλήσω σήμερα θα τους πω ότι ναι, η συννεφιά είναι από την τέφρα, το είδα στις ειδήσεις. Παραπληροφόρηση rules.
Πάντως αλήθεια βλέπω ειδήσεις. Ή μάλλον κάτι σαν ειδήσεις, ένα προ-πρωινάδικο, που λέει, δηλαδή, πάλι χαζομάρες, χωρίς όμως ξανθιές παρουσιάστριες και ψυχαναγκαστικά χαμόγελα. Στο προ-πρωινάδικο που βλέπω, έχει μια μεγαλοδικηγόρο-βουλευτίνα-τιβιπερσόνα για ακαθόριστους λόγους να λέει ότι όλα είναι επιτρεπτά για να δείχνει κάποιος υγιής και νέος, αρκεί να μην αλλοιώνονται τα φυσικά του χαρακτηριστικά (εντάξει, τώρα που το είπες εσύ δε θα πάω να κάνω μπότοξ), ότι δε βλέπει συχνά τον άντρα της επειδή αμφότεροι ταξιδεύουν συνέχεια και δεν έχουν χρόνο να τσακωθούν (ανακαλύψατε το νόημα των σχέσεων ζωής, μπράβο), ότι παρόλα αυτά θα ήθελε πολύ παιδιά και λυπάται που δεν έχει, γιατί θα γινόταν τρυφερότατη μητέρα (τα φαντάζομαι μόνα τους σε ένα τεράστιο, άδειο σπίτι να τα μεγαλώνουν υπηρέτριες, αφού οι γονείς τους ταξιδεύουν συνέχεια για να μην τσακώνονται, εκτός αν τα παίρνουν μαζί τους στις burberry βαλίτσες τους).
Αλλάζω κανάλι και μαθαίνω ότι ο Ricky Martin είναι ομοφυλόφιλος. Κλείνω την τηλεόραση.
Αισίως οχτώμιση. Έχω ακόμη ένα μισάωρο που ξέρω πως θα κυλήσει βασανιστικά. Μπαίνω φέησμπουκ και αρχίζω να διαβάζω στάτους φίλων. Μου αρέσει να διαβάζω στάτους: Τα αγόρια γράφουν για αθλητικά ή ασυναρτησίες, και τα κορίτσια γράφουν για έρωτες ή ασυναρτησίες. Τα σχόλια στα στάτους των αγοριών συνήθως εξελίσσονται σε trolling sessions, ενώ των κοριτσιών έχουν πολλά like, και αλλάζουν μετά από λίγο όταν τις πάρει τηλέφωνο το γκομενάκι. Τι να πεις, έτσι είμαστε εμείς οι γυναίκες. Τρίλιες. Έχουμε τόση πολλή φεγγαρίσια ενέργεια μέσα μας, που δεν έχουμε πού να την διοχετεύσουμε και...
Άστο, Δανάη. Είναι πρωί ακόμα.
Αφήνω και το φέησμπουκ. Βάζω να παίζει το soundtrack από το Rocky Horror Picture Show. Φαντάζομαι να πηγαίνω στη συνέντευξη, και ο κοστουμάτος executive να σκίζει το Armani του και να φοράει κορσέ και ζαρτιέρες από μέσα. Η γραμματέας με τα γυαλάκια να εμφανίζεται με στολή καμαριέρας και να χορεύουμε όλοι μαζί το Time Warp, ενώ γύρω μας πέφτει απαλά η ηφαιστειακή τέφρα σαν χιόνι και εμφανίζονται δισκομπάλες πάνω από τα κεφάλια μας. Πλάκα θα είχε.
Έχω ξυπνήσει όμως και δε θα έχει πλάκα και ήδη βαριέμαι. Τι να πεις! Μετά όμως, μετά, που θα έχω γελάσει τόσο πολύ μέσα μου με το γρήγορο λόγο τους και τα τόσα αγγλικά, α, μετά, θα πάρω την εκδίκησή μου. Επειδή μπορώ.
Καλημέρα!
11 Απρ 2010
Κι εγώ σ'αγαπώ, Μαρία Αλιφέρη
Επίσης, είχα σημειώσει αρκετές σκέψεις για διάφορα πράγματα, αλλά έχω καιρό να γράψω αφενός, βαριέμαι να τα περνάω στον υπολογιστή αφετέρου, οπότε θα σας πω για πολύ πιο light πραγματάκια σήμερα, να αποφύγουμε μεγάλες απώλειες θερμίδων στις εγκεφαλικές συνάψεις λόγω επεξεργασίας δεδομένων.
Και θα τα πω σε μορφή λίστας, επειδή αυτό τον καιρό έχω καεί με διάφορα sites με λίστες:
ΛΙΣΤΑ 1: ΜΕ ΤΙ ΕΧΩ ΚΑΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ
1. Sites με λίστες: ο καλύτερος τρόπος να μαθαίνεις ό,τι πιο συναρπαστικό, περίεργο και άχρηστο υπάρχει, να ξεκινάς ωραία τη μέρα σου σκιζόμενος στα γέλια, με καφέ και τσιγαράκι, και να κάνεις φιγούρα/σπαμμάρεις/τρολλάρεις τους φίλους σου για/με αυτά που έμαθες. Ο παράδεισος του σπασίκλα που σέβεται τον εαυτό του και τον τίτλο που φέρει, διότι έχουμε κι ένα όνομα στην πιάτσα.
2. Με τη μουσική των Yeasayer και τα πιο-παλιά-από-το-χάρο μπλουζ-με-μπάντζο (πολλές παύλες, ρε παιδί μου) του Dock Boggs, και τα πιο νέα, αλκοολοποτισμένα και σκοτοβουτηγμένα νεότερα μπλουζ των Lyman Family. Επίσης με την ζαχαρένια παράνοια των DVAR (thanks, Αναστασία!).
3. Με το tvtropes.org (thanks, Hartoman!) , όπου απαριθμούνται, αναλύονται και καυτηριάζονται ασύστολα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα τα κλισέ σε ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, βιβλία και κόμικς.
ΛΙΣΤΑ 2: ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
1. Σύσσωμη η οικογένεια πάνω από ένα παζλ 1000 κομματιών. Το φτιάξαμε σε 24 ώρες. Και θέλαμε κι άλλο.
2. Η πρόβα των παιδιών της ομάδας Aniline, όπου πρώτη φορά είδα πώς στέκονταν τα κείμενά μου στην παράσταση. Κι ένιωσα περίεργα, σαν να γεννάω ένα παιδί κι αυτό να μεγαλώνει και να σκίζει στο σχολείο ενώ είναι παράλληλα κούκλος, με ανησυχίες και περήφανος μεταλλάς.
3. Οι 2000 σελίδες συνολικά από βιβλία που διάβασα στο πλαίσιο της έρευνας για το βιβλίο μου. Κι έπεται συνέχεια, ουφ (κουράζομαι) και αχ (μ' αρέσει).
4. Το ότι πέτυχα ένα πολύ καλό μου φίλο από τα χρόνια της σχολής, 2 φορές, σε 2 διαφορετικές πόλεις, τελείως τυχαία. Το κακό θα τριτώσει εσκεμμένα τώρα που θα κατέβει, θα ανέβει και ο αδερφός, θα μαζευτούμε όλοι οι παλιοί και θα καούμε δίχως αύριο.
5. Το μπλουζοτζαμάρισμα με τον αδερφούλη, λίγο πριν τις διακοπές.
6. Βραδιά παιχνιδιών και αλκοόλης με φίλους και τους γονείς στο σπίτι. Και ναι, οι γονείς αποδείχτηκαν πιο κάφροι από μας.
7. Η συναυλία των Universe217, Down & Out και Small Hours Society στην Κομοτηνή.
8. Ο καφές στη Θεσσαλονίκη με τους Ανιλινίτες μου, όπου κάτσαμε 4 άτομα σε μια κούνια και κουνιόμασταν σαν κολασμένοι. Πάλι καλά που δεν τη σπάσαμε, αλλά αναστατώσαμε ένα ολόκληρο μαγαζί με το σκουριασμένο της κρίτσι-κρίτσι. Και είχε πλάκα.
9. Τα κλασικά κασεράκια στη “Διαδρομή”, απαραίτητη συνοδεία της Paulaner. Ή η Paulaner τελικά συνοδεύει τα κασεράκια;
Μα πάνω από όλα (για αυτό και μπαίνει εκτός λίστας), το ότι είδα τους φίλους μου ξανά, και είδα ότι μεγαλώνουμε, και όχι μόνο αυτό, αλλά μεγαλώνουμε ΩΡΑΙΑ. Σαν καλά κρασιά.
ΚΑΙ ΤΩΡΑ...
1. Περισσότερη έρευνα, περισσότερο γράψιμο, ουφ και αχ!
2. Ανεβοκατεβάσματα Θεσσαλονίκη για τις παραστάσεις. Περισσότερα εν καιρώ.
3. Θα πήξω το μπαλκόνι μου στα φυτά – όσο έλειπα η φύση έκανε το θαύμα της. Η Σολεδάδ το Σολάνουμ απέκτησε παιδιά (βλάστησαν τα κουκουτσάκια από τους σπόρους της), ο βασιλικός Billy The Kid μυρίζει υπέροχα και μου υπόσχεται πεντανόστιμα pesto και ο Ναθαναήλ, ο all-time-classic τηλέγραφος, έφτασε αισίως το ένα μέτρο και θα αρχίζει να ανθίζει σύντομα. Ωστόσο, εξακολουθεί να είναι πράσινος και δεν τον συγχωρώ. Στην οικογένεια θα προστεθούν μια μικρή λεμονιά, μια πορτοκαλιά και από Μάη βουκαμβίλια. Και θα τα βλέπω και θα χαζοχαίρομαι, θα γράφω βλακείες και δε θα με αντέχει κανείς.
4. Θα λιώσω με παλιές, πολύ παλιές, και καλτ, πολύ καλτ, ταινίες τρόμου. (Thanks, Γιωργή!)
5. Παζλ παζλ παζλ. Παζλ, παζλ. Γλυκάθηκα. Όποιος ψήνεται να μαζοχιστεί/βασανιστεί μαζί μου, από όσους με ξέρετε, ας βγάλει φωνή.
1 Μαρ 2010
And now a bit of BDSM
Ο Μάρτιος, λοιπόν, σηματοδοτεί τον ερχομό της Άνοιξης, εκείνης της υπέροχης εποχής που όλα είναι ολάνθιστα, μοσχομυριστά και ζευγαρώνουν. Μόνο που ο Μάρτης αποτελεί λίγο απατηλό ξεκίνημα, καθώς ο καιρός είναι ακόμα απρόβλεπτος, κι εκεί που πίνεις αμέριμνος το φραπέ σου σε τραπεζάκι-έξω mode στα Εξάρχεια, φορώντας μόνο το ζακετάκι σου, ΤΣΑΑΑΑΚ, πέφτει ένας αέρας, μια βροχή, μια συννεφιά, και κονομάς μια φανταστική ιωσούλα να έχεις να πορεύεσαι. Κι αυτό είναι η πιο ανάλαφρη περίπτωση. Φανταστείτε τη ζοχάδα των αγροτών όταν παγώνουν οι καλλιέργειές τους από τους απρόβλεπτους, μαρτιάτικους χιονιάδες.
“Μάρτ'ς γδάρτ'ς και κακός παλουκοκάφτ'ς”, λέει η ελληνική παράδοση, κι άντε να μη φανταστεί κανείς έναν dominator να δέρνει ανυποψίαστες κορασίδες, κρατώντας δαυλούς αναμμένους, μόνο για το εφέ ελπίζω.
Και δεν είναι μόνο ο μήνας σαδιστικός, λέει η παράδοση, σέρνει μαζί του κι ένα τσούρμο από θηλυκές ψυχοβγάλτρες ντομινάτριξ, νεράιδες υπό την ευρεία έννοια (δηλαδή, πλάσματα του υπερφυσικού κόσμου, δηλαδή μπορεί να είναι γριές, άσχημες και σακαφιόρες, σε αντίθεση με τις νεράιδες με τη στενή έννοια του όρου, οι οποίες είναι οι κλασικές γκομενάρες πλανεύτρες που χορεύουν σε λίμνες και ποτάμια και αποπλανούν τους περαστικούς. Τυχεράκηδες άντρες, για μας τις γυναίκες δεν έχει τέτοια ωραία συναπαντήματα η ελληνική παράδοση και πρέπει να βολευτούμε με τον Ιρλανδό Τάμλιν ή τον Βραζιλιάνο Μπότου.): τις Δρίμες.
Ο Ν. Πολίτης γράφει:
“Εις πλείστα μέρη της Ελλάδος κατά την παλαιάν παράδοσιν και κατά τας εξ πρώτας ημέρας του Αυγούστου επιμελώς αποφεύγονται ωρισμέναι εργασίαι, διότι η τυχόν εκτέλεσις αυτών συνεπάγεται ζημίας και ανεπανορθώτους φθοράς. Ούτω δεν πρέπει να πλύνουν αι γυναίκες, διότι τα πλυθέντα υφάσματα "δριμιάζουν" ή "δριμοκόβονται", δηλαδή εκτεθιμένα εις τον ήλιον κόπτονται και γεμίζουν από μικράς οπάς' δεν πρέπει να αρδεύωνται ποτιστικά (ιδίως εις Νάξον δεν αρδεύεται ποτιστικόν φετευμένον με φυτόν ή σκορδίλλαν, δηλαδή φυτώριον κρομμύων) διότι ξεραίνονται' δεν πρέπει να κολυνβά κανείς διότι το σώμα του θα γεμίσει από εξανθήματα, όπως είναι επίσης επικίνδυνον να λούζεται διότι θα καταστρέψει την κόμην του. Οι δε θεωρούντες δρίμας τας πρώτα ημέρας του Μαρτίου δεν κόπτουν κατ'αυτάς ξύλα, διότι αυτά σαπίζουν ή "σαρακιάζουν", δηλάδή καταστρέφονται υπό σκωλήκων. Περί των δριμών Αυγούστου και Μαρτίου λέγεται η παροιμία: "Τ'Αυγούστου οι δρίμες στα πανιά και του Μαρτιού στα ξύλα.”
Ούτε ξύλα κόβεις, λοιπόν, ούτε τα σκουτιά σου πλένεις, ούτε μπάνιο κάνεις. Αλλιώς αυτές οι τύπισσες θα σε μετατρέψουν σε έναν παγωμένο και πεινασμένο χτικιάρη, και δε θα ακούσει κανείς το δριμύ σου κατηγορώ στις Δρίμες, διότι, ε, ας πρόσεχες.
Αλλά η παθολογία αυτού του άτιμου μήνα δε σταματάει εδώ. Πέρα από τις δρίμες και τα δεινά που προκαλούν, μπορεί και να κονομήσεις και κανένα ωραίο εγκαυματάκι στη μούρη από το Μάρτη, αν βγεις με ντάλα λιακάδα έξω χωρίς να φοράς το μαρτιάτικο βραχιολάκι, ναι, εκείνο που φτιάχναμε μικρά στα σχολεία στρίβοντας ασπροκόκκινη κλωστούλα.

Αυτό υποτίθεται ότι το φοράμε για να μη μας κάψει ο Μάρτης στο πρόσωπο. Το βγάζουμε με το που μπαίνει ο Απρίλης, ή όταν δούμε το πρώτο χελιδόνι, το παρασύνθημα, δηλαδή, για τον ερχομό της Άνοιξης.
Εδώ, στην Αθήνα, βέβαια, πού να δεις χελιδόνι, οπότε φόρα το όλο το μήνα να είσαι σίγουρος...
Οπότε πάρτε τα απαραίτητα μέτρα, κλωστούλα και μια ζακέτα παραπάνω, και βγείτε να γιορτάσετε το (ανεπίσημο, για 20 μέρες ακόμα) ξεκίνημα της Άνοιξης. Η γράφουσα, δε, αποφάσισε φέτος το Μάρτη να γίνει δρίμα, αφενός γιατί θέλει άλλοθι για να κάνει μπάνιο και αφετέρου γιατί έτσι, να παιδέψουμε λίγο τον κόσμο γιατί έχουμε τσαντιστεί λίγο τελευταία και μας βγαίνουν τα σαδιστικά μας.
(το απόσπασμα του Ν. Πολίτη το τζουρνέψαμαν από εδώ)
27 Φεβ 2010
Translation Attempt #3
"The Last Temptation of Christ"
excerpt from Chapter X
Far out yonder, in the town of Nazareth, Maria, the wife of Joseph-the-Carpenter, had the oil lamp lit and her door open in her humble home, and was spinning the yarn she had woven; she was spinning, in a hurry; she had made up her mind to get up, roam around the villages and look for her son. She was spinning; yet her mind was wandering elsewhere, passing by Magdala and Capharnaum, wandering, all alone and desperate, all around the shore of Gennesaret lake, looking for her son. He had run away again, whipped by the cane of God, no mercy for him, no mercy for me, what have we done? Are these the joys and the glories we were promised? What for the blooming of Joseph's staff, what for my marriage to that old man, what for the lightning, the seeding of this moon-stricken son in my womb? An almond I was, in full bloom, when I held him in my bosom, all blossomed I was, head-to-toe; the neighbours passing by, proud of me, they would say: “Thou, Maria, art blessed of all women!”. Caravans passing by, they would halt. “Who is this almond, all flower?”, they would say and step off their camels with offerings at my feet. And suddenly, a wind blew and I withered. I cross arms over weary breasts: “Lord, thy will has been done; Thou bloomed me, thou blew me, I withered; Is not there any hope to blossom again, Lord?
“Is not there any hope for peace of mind?” the son also wondered, when, early in the morrow, wandering around the lake, he saw the monastery, stuck on the green-red rocks. “The nearer I walk to the monastery, the more my heart shivers; why? Is not this the right way, Lord? Do Thou not force my step towards this holy hermitage? What for do Thou refuse to give a hand and soothe my heart?”
25 Φεβ 2010
Nαι
Πίνουμε και γράφουμε βλακείες.
Ακούμε και γκοθίλες
σάουθερν, καμπαρέ και ντάρκγουεηβ
μεταξά και καλέσε γιορτέσε.
Είναι που φύγαν όλοι μωρέ.
Και δεν έχω άνθρωπο να βγούμε
Να πάμε κάπου έξω να τα σπάσουμε
Να χορέψουμε αργά μέσα στην κάπνα
μισοκλαίγοντας μισογελώντας.
Οι άνθρωποί μου σήμερα είναι όλοι μακριά.
Δεν πειράζει.
Αν και πολύ θα ήθελα να είχα κάποιον σπίτι
Να γείρουμε ώμο με ώμο μέσα στο αλκοόλ
να ακούμε μουσική.
Να μισοκοιμηθούμε με ταινίες.
Ωραία η κουλτούρα μα είναι χέβη
φέρνει νύστα, δεν φέρνει;
Θα ήθελα να είχα κάποιον σπίτι
να μου εκμυστηρευτεί τα άγχη του
Και εγώ θα έκανα “μμμμ” με το κεφάλι
δε συμβουλεύω αλλά ακούω.
Ποιος τις γαμεί τις συμβουλές.
Θα αγκάλιαζα, επίσης,
διότι οι αγκαλιές, φίλε, τα σπάνε.
Θα έλεγα για τη μοναξιά
και την πόρνη ετούτη πόλη
την κάργια, την γκρίζα.
Που μπορεί να σε κάνει βασιλιά
μπορεί και ζητιάνο
για ένα χαμόγελο.
Θέλουνε, λέει, να τα σπάμε
να είμαστε αυτόνομοι
δυναμικοί
και να χαμογελάμε
Να μην έχουμε τίποτα ανάγκη.
Σώπα ρε.
Πες με χαμένη, πες με καμμένη
Πες με αδύναμη κι εξαρτησιακή
Δεν στο κρύβω:
Εξαρτώμαι από τους ανθρώπους
Τους αγαπάω
Τους έχω ανάγκη.
Αυτά θα του έλεγα
Και θα με έκραζε
Και θα τον έκραζα
Και θα γελούσαμε
Και κάπου εκεί στο τέλος
πάντα αγγλιστί
(για να 'χει κύρος)
θα του 'λεγα:
“I love you, today, old friend.
I love you, with all my heart.”
Και θα ήταν αλήθεια.
18 Φεβ 2010
Θα 'ναι σαν να μπαίνει η άνοιξη
Χτες ήπια το πρώτο μου καφεδάκι σε τραπεζάκι-έξω mode και ήταν σκέτη απόλαυση. Έβλεπα στα πρόσωπα των ανθρώπων το κλασικό χαμόγελο ανυπονησίας, αυτό που σε πιάνει όταν ο Φλεβάρης αρχίζει και γλυκαίνει:
“ΑΝΤΕ ΑΝΤΕ ΠΟΤΕ ΘΑ ΦΤΑΣΕΙ;”
“ΚΟΥΡΑΓΙΟ, ΚΟΝΤΕΥΕΙ.”
“ΠΕΡΙΜΕΝΩ!”
Δεν αναφέρομαι ούτε στον Γκοντό, ούτε στο επόμενο επεισόδιο του Dr. Who (να δούμε και τι θα καταφέρει ο ενδέκατος δόκτωρ ο παλικαράκος). Αναφέρομαι στη Μεγαλειότητά της, την Άνοιξη. Και στο γνώριμο συναίσθημα που σε πιάνει όταν βλέπεις τις ανθισμένες αμυγδαλιές.
Εδώ, παρατάμε τον πρόλογο και παραθέτουμε έναν υπέροχο μύθο εκ Πορτογαλίας (να δείξουμε και τι μαθαίνουμε στο μάθημα, ντε) για τις ανθισμένες αμυγδαλιές.
Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου εκεί στο Μεσαίωνα, τότε που υπήρχε ακόμα πανούκλα, μαγεία και το μπάνιο ήταν πολυτέλεια, η Πορτογαλία είχε πήξει στους Μαυριτανούς. Σε μια περιοχή που λεγόταν Αλγάρβη βασίλευε ένας νεαρός Σαρακηνός πρίγκιπας, μελαχρινός και πολύ σένιος τέλος πάντων. Στο κάστρο του δούλευε υπηρετριάκι μια κοπέλα ξανθούλα και γαλανομάτα, από τα βόρεια (μέχρι εδώ θυμίζει “13ο Πολεμιστή”). Ο πρίγκηπας στάμπαρε την Βικινγκούλα, και, σαν άντρας που ξέρει να μιλάει και να λέει τι θέλει, ξημεροβραδιαζόταν στην κουζίνα όπου δούλευε η νεαρά, σπουδάζοντας τον έρωτα και ξεχνώντας τον πόλεμο. Λίγο από 'δω, λίγο από 'κει, δεν ήθελε και πολύ η μικρή, τσουπ τα φτιάξανε. Καθώς ο πρίγκηψ ήταν και ερωτευμένος, της έκανε και πρόταση γάμου, τσουπ βασίλισσα το υπηρετριάκι. Μια χαρά. Και τεκνό και βασιλιάς και να την έχει σαν τα μάτια του, ε τι άλλο ήθελε.
Έλα που ήθελε, όμως. Κάθε γυναίκα πάντα θέλει κάτι. Είναι νόμος, αλλιώς δε θα υπήρχε αυτό το θαυμαστό πράγμα, που αποτελεί πονοκέφαλο για τους άντρες και μέθοδο εκτόνωσης της έντασης για τις γυναίκες: Η κρεβατομουρμούρα.
“Αχ, καλέ μου, δεν είμαι καλά”, στέναζε η ξανθούλα.
“Τι έχεις αγάπη μου; Θέλεις μπουζούκια; Πάμε!” απαντούσε ο άντρας της ανήσυχος.
“Δε θέλω μπουζούκια, αγάπη μου, αλλά...”
Κι εκεί έβαζε τα κλάματα.
Μην τα πολυλογώ, η κλάψα της πριγκίπισσας τράβηξε καιρό. Πρώτα στέναζε, μετά έκλαιγε, μετά έβαλε Cure και κοιτούσε με απλανές βλέμμα το ταβάνι και τέλος αρρώστησε. Έπεσε στο κρεβάτι και δεν έτρωγε ούτε μιλούσε σε κανέναν.
Τρελαμένος από ανησυχία, ο πρίγκηψ, κουβαλάει άρον-άρον τον Χάουζ και την ομάδα του. “Γιατρέ μου η γυναίκα μου έγινε γκοθού”.
“Η γυναίκα σου έχει κατάθλιψη” απεφάνθη ο Χάουζ μετά τη διαφορική. “Μήπως έχεις μικρό πουλί;”
“Εεεε... δε νομίζω”, απαντά ο πρίγκηψ.
“Everybody lies” του λέει κι ο Χάουζ..
Κάπου εκεί ανοίγει για λίγο τα μάτια η ξανθούλα. “Το χέσατε. Αυτό που θέλω είναι χιόνι!”
ΧΙΟΝΙ.
Με άλλα λόγια, η ξανθούλα μας αρρώστησε από νοσταλγία. Τον πόνο για το σπίτι. Της έλειπαν τα μέρη της, εκεί ψηλά που φορούσαν κράνη από κέρατα και έπιναν υδρόμελι και έπεφταν σε μπερζέρκ στον πόλεμο και ήθελαν να πεθάνουν για να πάνε στη Βαλχάλα.
Ξύνει την κεφάλα του ο πρίγκηπας. “Και τι να κάνω για το χιόνι, εδώ κάτω, που σκάει ο τζίτζικας χειμώνα-καλοκαίρι;”
“Πλάκωσέ την στα Ζάναξ να τελειώνουμε”, απαντάει ο Χάουζ.
“Δεν θα κάνω τη γυναίκα μου τζάνκι”, απαντά ο πρίγκηψ. “Και μπορείς να φύγεις, νομίζω, ούτως ή άλλως εξυπηρέτησες το σκοπό σου στην ιστορία, οπότε beat it, αντιπαθητικέ τύπε.”
Φεύγει ο Χάουζ, ξαναξύνει κεφάλα ο πρίγκηψ, βρίσκει τη λύση.
Δίνει όρντινο να τρέξουν στις γειτονικές χώρες, να βρουν αμυγδαλιές και να τις φυτέψουν γύρω-γύρω από το παλάτι. Φωνάζει και τον αρχιμάγο, του λέει να ρίξει ένα spell, να μεγαλώσουν γρήγορα οι αμυγδαλιές, και σε μια μέρα είχαν φυτρώσει, είχαν πεταχτεί, είχαν βγάλει λουλούδια.
Παίρνει τη γυναίκα του, στράτα-στρατούλα στο παράθυρο, “Κοίτα, αγάπη μου. ΧΙΟΝΙ.”
Τής άρεσε η θέα της πριγκίπισσας, είχε κουραστεί να είναι και άρρωστη ούτως ή άλλως, κοιτάει τον καλό της με ματάκια δακρυσμένα, σκάει χαμόγελο.
Κι έτσι ήρθαν οι μυγδαλιές στην Πορτογαλία, και όταν βγάλανε καρπούς το βασιλικό ζεύγος έτρεχε από κάτω να τα μαζέψει και κάπως έτσι λένε ότι πρωτοειπώθηκε και η ατάκα “Στάσου, Άναμπελ, μύγδαλα.”, καθότι την ξανθούλα την λέγανε Άνναμπελ.
Και ζήσαν καλά γιατί έτρεχαν γύρω από τις αμυγδαλιές και κυλιόντουσαν στα χορτάρια και φτιάξαν τρία συκώτια από τους ερωτευμένους τους χαζογέλωτες, όπως θα έπρεπε να κάνουν όλοι οι ερωτευμένοι τελοσπάντων. Κι επειδή ο πρίγκηψ μόνο αυτά έκανε, ίσως για αυτό και η Πορτογαλία να είναι και τόσο μικρή χώρα. Ποιος ξέρει.
Και ζήσανε αυτοί καλά. Εμείς, από την άλλη, δεν ξέρω αν ζούμε καλύτερα με όλο αυτό το άγχος και τα καυσαέρια και τα τρεξίματα και τις γκρίνιες. Αλλά οι ανθισμένες αμυγδαλιές σού αλλάζουν την ψυχολογία. Αλλάζεις διάθεση, χαμογελάς πιο πολύ, ακούς πιο χαρούμενες μουσικές και αρχίζεις να παρατάς ηθελημένα τα winter blues και να μπαίνεις σε “Θα 'ναι σαν να μπαίνει η άνοιξη” mode.
Και είναι ωραία.
Τόσο ωραία, μάς έχει πιάσει τόσο ωραία, που δεν θα αντισταθούμε και θα σας παραθέσουμε soundtrack.
Paul Giovanni - Maypole
Τα παγάνια την Πρωτομαγιά την λένε “Beltane” και γυρίζουν το γαϊτανάκι. Αυτά μάς τα λέει η ανυπέρβλητη και ολίγον τι καλτ ταινία “The Wicker Man” (όχι η πατάτα με τον Κέητζ, ο προκάτοχός της με τον Κρίστοφερ Λη). Δείτε την κι ακούστε το χτες. Είναι αμφότερα υπέροχα.
Fleet Foxes – Quiet Houses
Το πιο ξέφρενα χαρούμενο κομμάτι των Fleet Foxes, όσο ξέφρενοι και χαρούμενοι μπορεί να είναι οι Fleet Foxes. Είναι όμως οι Fleet Foxes, μυρίζουν φύση, φανελένια πουκάμισα και Απαλάχια και θέλω να παντρευτώ τον τραγουδιστή τους κάτω από έναν καταρράκτη. Άρα δεν μπορούν να απουσιάζουν από το ανοιξιάτικο σάουντρακ. Αυτό το τραγούδι είναι ωραίο, είναι αυτό που πρέπει να τραγουδάμε στους μουρτζούφληδες φίλους μας όταν δεν την παλεύουν : “Ξεκόλλα και έλα μαζί μας. Άιντε.”
Mercury Rev – Blue Clouds
Έφαγες φρίκη και χτυπούσες επί ένα χειμώνα το κεφάλι σου στο ντουβάρι; Θέλεις να κάνεις κάτι επειγόντως να ανεβάσεις το constitution σου; Έβγα έξω, κοίτα το γαλάζιο ουρανό και γλείψε τις πληγές σου με αυτό το κομμάτι. Με τη συγκεκριμένη εκτέλεση όμως, όχι τη γνήσια του Johnston που παραείναι καλτ και βασανισμένος για να νιώσουμε ωραία.
Devendra Banhart – I Just Feel Like A Child
Ίσως το πιο feel good κομμάτι του αυτοαποκαλούμενου Βασιλιά των Ξωτικών (aka “Έχω καπνίσει τα πάντα, τα κοάλα, τα ρακούν και τα καγκουρώ). Ο τύπος παίρνει τα πρωτεία καμμενιάς, αλλά αυτό το τραγούδι δεν μπορεί να μη σου φτιάξει τη διάθεση και να βγάλει το ελαφρώς σκανταλιάρικο κωλοπαίδι από μέσα σου. Λίγη chaotic συμπεριφορά κάνει θαύματα ώρες ώρες.
Siouxsie and the Banshees – Peek-A-Boo
Είμαστε κρυφογκόθια, τι να κάνουμε. Έλα όμως που αυτό το τραγουδάκι δεν έχει καμμία σχέση με γκοθίλες, τουναντίον σε κάνει να θέλεις να κρυφτείς πίσω από τα δέντρα και να αρχίσεις φωνάζεις με φωνή πεντάχρονου “ΠΟΥΤΘΑ!”, βλεφαρίζοντας τα ματάκια σου σαν μικρό κοριτσάκι σε anime.
Animal Collective – Fireworks
Εδώ τρέχουμε και κυλιόμαστε στα χορτάρια και γελάμε σαν βλαμμένοι. Απλά.
Fleetwood Mac – The Chain
Απαραίτητο όταν είσαι με παλιούς φίλους εκδρομή, και συνειδητοποιείς ότι παρόλες τις σκατίλες που περάσατε, τους αγαπάς τους μπούστηδες, damn them, και τους το εκδηλώνεις τραγουδώντας τους αυτό, χορεύοντας με τον έναν και πειράζοντας τον άλλον. Η άνοιξη είναι το κλείσιμο των παλιών rites of passage, η εκκίνηση νέων και καλύτερη μετάβαση από αυτό εδώ το τραγούδι δεν υπάρχει. Θέλω την παρέα μου κι έναν καταρράχτη. Χτες.
Saturnalia – Dreaming
Κι εκεί που ξαναματασυμφιλιωθήκατε και ματαξανααγαπηθήκατε, θα ακούσετε αυτό και θα καταλήξετε να στριφογυρίζετε σαν δερβίσηδες στο δάσος βομβαρδίζοντας με χαμογελόνια ο ένας στον άλλον. Με την ευχή μου και να μου φέρετε και μύγδαλα.
John Cale & Terry Riley – Ides of March
Ένα ασυνάρτητο, πιανιστικό συνονθύλευμα που σε κάνει να θες να χοροπηδάς όλη την ώρα, σαν να έχεις βάλει εκείνα τα παπούτσια που χορεύεις non-stop.
Led Zeppelin – Whola Lotta Love
Άνοιξη=αγάπη. Δεν το λέω εγώ. Το λένε τα λουλουδάκια που επικονιάζονται, τα πουλάκια που πετάνε και οι μελισσούλες που κάνουν βουμ-βουμ.
Ήταν μια κοινωνική προσφορά του Πούκα.
12 Φεβ 2010
Code Red
Έχω νεύρα σήμερα. Αυτό είναι κάτι πρωτότυπο και αξιοθαύμαστο, διότι τις πιο πολλές φορές η αρνητικότητα μού βγαίνει είτε σε γκρίνια (όπου πρήζω τα γεννητικά όργανα των γύρω μου - με μη ερεθιστικό τρόπο), είτε σε θλίψη (όπου δεν πρήζω τα γεννητικά όργανα κανενός, αλλά όποιος με δει θα τρομάξει, το οποίο είναι ακόμα χειρότερο).
Αλλά σήμερα έχω νεύρα, από τη στιγμή που τα υπέροχα, επιβλητικά ματόκλαδά μου αποκάλυψαν στους οφθαλμούς μου την πρωινή συννεφιά της πόλης. Ειδικά με τις 2-3 πρώτες γουλιές καφέ, συνειδητοποίησα με άγρια χαρά ότι το berserk mode ήταν πολύ κοντά. Μετά ήρθε κι ο παππούς, ο οποίος, βλέποντας ότι διαβάζω για τη μετάφραση, μα απαιτώντας, παρόλα αυτά, 1. να του φτιάξω τραχανά 2. ψητό κατσαρόλας, για να έχει να τρώει όσο θα λείπω το τριήμερο, ενώ ήδη του έχω κάνει κοτόπουλο λεμονάτο και 3. να μαζέψω τις καινούριες αποδείξεις και 5. να του βάλω πάλι κάρτα, γιατί ξέχασε να κλείσει το τηλέφωνο και του την έφαγε όλη, αποκάλυψε το μαγικό κουμπί του CODE RED.
Το κουμπί δεν πατήθηκε ακόμα, γιατί έχω μεγαλο άνθρωπο στο σπίτι και δε θέλω να χάσω τα νιάτα μου στη φυλακή ή στα νοσοκομεία. Αν ήμουν μόνη μου, θα ήταν αλλιώς. Θα έσπαγα όλα τα ψηλά ποτήρια με καρδούλες που υπάρχουν από την εποχή που ζούσε ακόμα η γιαγιά μου (μεγάλη ιστορία αυτά τα ποτήρια, τα θυμάμαι από μικρή, κι όταν είχα πρωτοέρθει είχαν μείνει μόνο τρία από αυτά και είχα πέσει σε κατάθλιψη γιατί τα είχα συνδέσει τόσο με τη γιαγιά και τα μικράτα μου στην Αθήνα. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα, γιατί σε μια “ανασκαφή” στα ντουλάπια της γιαγιάς, ανακαλύψαμε ότι είχε καμιά δεκαριά εξάδες ακόμα, το οποίο σημαίνει ότι θα πίνω το νερό μου και το χυμό μου σε ποτήρια με καρδούλες για τουλάχιστον πέντε χρόνια ακόμα. Τότε η νοσταλγία μετατράπηκε σε μια διαρκή υπενθύμιση του ψυχαναγκασμού της καρδούλας. .Σκεφτείτε το λίγο: να είσαι συνεχώς άτυχος στα γκομενικά σου και να πίνεις νερό σε ΠΟΤΗΡΙΑ ΜΕ ΚΑΡΔΟΥΛΕΣ ΓΙΑ 5 ΧΡΟΝΙΑ) και θα χοροπηδούσα σαν τρελός ινδιάνος μάγος επικαλούμενος τον Μανιτού, ξεσπώντας στο πιο άναρχο laughter banishment. ΄Ισως να έβαζα να παίξει και thrash metal. Ίσως και να έβγαινα στο μπαλκόνι και να τσίριζα ΠΟΥΤΣΕΣ ΜΟΥΝΙΑ ΑΡΧΙΔΙΑ ΚΩΛΟΙ ΓΑΜΙΕΣΤΕ ΠΑΤΩΚΟΡΦΑ.
Αλλά το γεγονός ότι δεν πατήθηκε ακόμα το code red κουμπί μού επιβάλλει να επιβάλλω τη λογική μου και την καλή μου ανατροφή. Οπότε περιορίζομαι στο να γράψω εδώ, απολαμβάνοντας την εξαιρετική ελευθερία του να έχεις χώρο να εκφράζεσαι όσο θέλεις χωρίς να βλάπτεις κανέναν.
Κι επειδή ο θυμός με κάνει πολύ κακιά, κι όταν γίνομαι κακιά έχω πλάκα, θα απαριθμήσω τις αφορμές που θα μου πατούσαν το code red κουμπί και θα γινόταν τση πόρνης, όπως θα λέω στην Κρήτη, όταν θα μετακομίσω γύρω στα σαράντα μου, φτασμένη indie cult etc etc συγγραφέας πλέον, για να μεγαλώσω τα παιδιά μου στο πράσινο, στον καθαρό αέρα και στην αγνή τσικουδιά.
Έχουμε και λέμε, λοιπόν, τις αφορμές για το code red κουμπί:
4. Ο ΒΛΑΜΜΕΝΟΣ ΣΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΞΕΝΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ: Όπως όλες οι τάξεις του κόσμου, έχουμε κι εμείς τον βλαμμένο μας. Δεν είναι nerd, δεν είναι geek, κατηγορίες οι οποίες δείχνουν τρομερό μυαλό, όπως και να ΄χει. Είναι απλά βλαμμένος. Έρχεται στο μάθημα και αναλίσκει το χρόνο όλης της τάξης δικτατορικά και ηλίθια, κάνοντας μόνο 2 πράγματα: 1. ρωτώντας ό,τι εξήγησε η καθηγήτρια πριν από μόλις δύο λεπτά, κάνοντας μετά μια συγκριτική γλωσσολογική ανάλυση, η οποία κάνει όλη την τάξη να χασμουριέται και να ρίχνει συνομωτικά βλέμματα και 2. λέει απαίσια, τρομερά, θανάσιμα κρύα αστεία, μετά από τα οποία γελάει μόνος του σαν μπαμπουίνος, κάνοντας όλους μας να ρίχνουμε βλέμματα απελπισίας και συμπαράστασης ο ένας στον άλλον. Αυτός ο τύπος με κάνει και φαντάζομαι πώς θα ήταν αν του πετούσα το μηχανικό μολύβι μου στο μάτι, με περισσή χάρη κι επιδεξιότητα, το οποίο θα έβρισκε διάνα. Πώς θα πήγαινα μετά να το τραβήξω, σαν Ινδιάνος πολεμιστής που στέκεται θριαμβευτικά πάνω από το λευκό, ανήμπορο πολεμιστή που μόλις τραυμάτισε, για να του πάρει το σκαλπ. Και άλλα πολλά τέτοια ωραία. Είναι πολύ τυχερός που είμαι τόσο ήρεμος άνθρωπος και αρκούμαι στο αβυσσαλέο του θάψιμο εδώ. Αλλά αν είχαμε μάθημα σήμερα..
3. Ο ΓΛΟΙΩΔΗΣ ΤΥΠΟΣ ΣΤΟ ΜΠΑΡ: Βγαίνεις να περάσεις καλά με τις φίλες σου και τσαααακ, με ευλυγισία κι επιδεξιότητα που θα ζήλευε και ο level 8 ξωτικορέηντζερ του πάρτυ μας στο RPG, χώνεται ανάμεσά σας. Συνήθως είναι άσχημος αλλά νομίζει ότι είναι ωραίος, είναι πανηλίθιος αλλά νομίζει ότι είναι πανέξυπνος και είναι ό,τι πιο γλοιώδες υπάρχει μετά το βάτραχο και τα σαλιγκάρια, αλλά νομίζει ότι παίζει το φλερτ στα δάχτυλα. Θέλει να σε κεράσει ποτό και να σε γνωρίσει, ενώ εσύ θες να σε κεράσει ποτό για να μην τον λούσεις με το δικό σου και πάνε τσάμπα τα λεφτά. Την τρώει ή δεν την τρώει τη γονατιά; Ευτυχώς για σένα, φίλε γλοιώδη τύπε στο μπαρ, έχω RPG σήμερα και δε θα βγω.
1. ΤΟ ΥΦΑΚΙ: Οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: Αυτοί που σε ακούνε και σου συμπαραστέκονται (παράδειγμα: “Και έπρεπε να το περάσεις μόνος σου όλο αυτό;”) και αυτοί που το παίζουν ιστορία, γιατί είναι ψαγμένοι στη ζωή, στα πάντα και στα κοάλα και ΞΕΡΟΥΝ (παράδειγμα: “Τόσο καιρό μου το λες και δεν το κάνεις”, “Εγώ στα έλεγα”, κτλ κτλ.) Ε, λοιπόν. Στη δεύτερη κατηγορία ανέχομαι να βρίσκεται μόνο η μάνα μου, όχι μόνο γιατί αυτή είναι όντως ιστορία και γαμάτη και ψαγμένη στη ζωή, στα πάντα και στα κοάλα, αλλά και γιατί είναι η μάνα μου και είναι ο μοναδικός άνθρωπος που έχει το δικαίωμα να με πρήζει με τέτοιες χαζομάρες, γιατί κι εγώ έχω κάθε δικαίωμα να της πω “ώχου ρε μάνα” και να μην παρεξηγηθούμε. Με όλα τα άλλα υφάκια, όμως, ειδικά όταν είμαι σε pre-redcode mode, παίζει πρόβλημα. Κοινώς, άσε τη σοφία σου παράμερα, άμα βλέπεις ότι o άλλος δεν την παλεύει, κι ας του τα έλεγες, κι ας μην ήταν συνεπής κτλ κτλ, και, ειδικά αν τον θεωρείς φίλο σου, δώστου λίγη αληθινή συμπαράσταση. Κι αν δεν μπορείς, take him/her out. Το “θα βγω να τα σπάσω” κάνει θαύματα.
Αυτά ήταν. Το code-red κουμπί ξανακρύφτηκε πάλι με τόσο γράψιμο και τόσο γέλιο. Κρίμα, γιατί μπορεί και να είχε πλάκα...
11 Φεβ 2010
Lorem Ipsum
Μαζευτήκαμε μια παρέα τρελοκόριτσα και σκαρώνουμε φανζινάκι.
Θα γράφω για Μαργαρίτες.
Wish us to break a leg etc etc etc.
9 Φεβ 2010
Let them eat cake.
Στην προσπάθεια του να είμαι ζεν, αγνοώ επιδεικτικά πόνους, κακοδιαθεσία και την καλή, καταθλιπτική μου μουσική. Ως εκ τούτου, ο διάσημος δεξιός λοβός μου μού κρατάει μούτρα και μου σκάει στη μούρη όποτε του καπνίσει ασυνάρτητες εικόνες και παρομοιώσεις. Ο αριστερός προσπαθεί να πάρει τη ρεβάνς με πολύ αγώνα, λόγω του μουδιάσματος. Το κάτωθι post είναι το αποτέλεσμα, με δεξιόλοβες παρομοιώσεις και αριστερόλοβες λογικές αλληλουχίες. Αν έχετε κουράγιο και αρχιμήδια ή κοτσονάτες ωοθήκες, συνεχίστε. Αλλά μην πείτε ότι δεν σας προειδοποίησα:
Ξυπνάς. Δεν έχει σημασία αν πονάς ή όχι. Φτιάχνεις τον καφέ σου και χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ένας καλός σου φίλος που έχει φρικάρει, ξύπνησε στραβωμένος και αναρωτιέται γιατι κάνει ό,τι κάνει και γιατί ζει όπως ζει και γιατί έχει ξενερώσει έτσι και γιατί όλοι και όλα τού φαίνονται σαν το ίδιο χιλιοπαιγμένο εργάκι. Και κάθε Μαρία που γνωρίζει του φαίνεται σαν οποιαδήποτε άλλη Μαρία.
Με την ηρεμία ινδιάνου σαμάνου μετά από ταξίδι με πεγιότ, αφού έχει κόψει τους κώλους των κακών πνευμάτων και έχει συμμετάσχει στο τραγούδι του Κόσμου, του εξηγείς απλά και όμορφα (υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο, η συνταγή για την επιτυχία) ότι έχει κουραστεί, ότι είναι φυσιολογικό, ότι χρειάζεται λίγο χρόνο για τον εαυτό του. Μόνο για πάρτη του. Να κάνει λίγο ό,τι του καπνίσει, να μην πιεστεί σε ανούσιες σπατάλες χρόνου και ενέργειας. Να κλείσει, ας πούμε τον φούρνο του. Και να αφήσει τους άλλους να φάνε τα δικά τους, χαλασμένα κεήκ.
“Ε;” ρωτάει ο φίλος σου.
Οι ανθρώπινες σχέσεις είναι σαν κέηκ, λέει ο σαμάνος μέσα σου, που μάλλον πεινάει. Γνωρίζεις κάποιον και ρίχνετε αυτόματα κάποια συστατικά. Παντεσπάνια, αλεύρια, αυγά, σοκολάτες (μιαμ). Ζυμώνετε, το βάζετε στο φούρνο ( = χρόνος-καλή θέληση-υπομονή) και αυτό το συνονθύλευμα μετατρέπεται σε κέηκ. Έτσι πρέπει να γίνεται, δηλαδή. Έτσι θα έπρεπε τουλάχιστον.
Το θέμα είναι, του λες, ότι οι περισσότεροι από μας έχουμε ήδη προσπαθήσει να κάνουμε άπειρα κέηκ στο παρελθόν, με αποτέλεσμα να μας έχουν τελειώσει τα πιο πολλά υλικά. Ή, ακόμα χειρότερα, να έχουν χαλάσει. Τα αυγά, για παράδειγμα, χαλάνε εύκολα. Και μετά βρωμάει όλος ο τόπος.
“Ε;”
ΕΝΝΟΩ, ΚΑΜΑΡΙ ΜΟΥ (εδώ καμαρώνεις για τη στεντόρεια φωνή σου), ότι κάποια στιγμή 1. Απλά αδειάζεις και 2. 'Εχεις τόσα να δώσεις αλλά ο άλλος είναι τόσο απρόθυμος όχι μόνο να δώσει, αλλά και να πάρει κιόλας ( = το περιβόητο βούτημα του δαχτύλου στο χυλό του κέηκ πριν ψηθεί, μιαμ στο τετράγωνο), που σαπίζεις. Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, βαριέσαι και κουράζεσαι και δεν έχεις όρεξη ούτε τα παντεσπάνια να στρώσεις. Δηλαδή, να μπεις στον κόπο να γνωρίσεις κάποιον.
“Και τι να κάνω γι' αυτό;”
Ανασυγκρότηση κ υπομονή, απαντάει ο σαμάνος κοιτάζοντας τις τολύπες καπνού να ζωγραφίζουν πούμα και κογιότ στην πτήση τους προς το ταβάνι. Εκτός αν είσαι κανένας τρελαμένος ρομαντικός κι έχεις στη διάθεσή σου εφόδια πυρηνικού καταφυγίου. Κι εκεί, καμάρι μου, σου βγάζω το καπέλο.
Ο φίλος σου εκεί συνειδητοποιεί ΕΝΤΡΟΜΟΣ ότι είναι ρομαντικός. Εσύ το ήξερες ήδη, αλλά όπως και να 'χει δε λες τίποτα, μόνο γελάς κάτω από τα μουστάκια σου, αν είσαι ανήρ, ή πίσω από τις βλεφαρίδες σου, αν είσαι θήλυ.
Και γελάς, γιατί έκανες ένα καλό σήμερα για το φίλο σου, παραβλέποντας για ακόμη μια φορά, φυσικά, ότι ήρθε η ώρα να δεις τι σκατά θα κάνεις και για σένα. Το σαμάνισμα πάλι τσάμπα θα πάει, μέχρι να κλουβιάσουν τα αυγά σου.
5 Φεβ 2010
Procrastination is my bitch
Χμ....
Ε;
ΟΚ.
Ναι, εντάξει, προφανώς και δεν αναφέρομαι σε εσάς, καλοί μου αναγνώστες (18 φανεροί και αφανέρωτοι δεν ξέρω πόσοι, δεν πειράζει, υγεία), αλλά σε όλους τους φνορντιάρηδες που δε με
αφήνουν να αγιάσω.
Πάμε λίγο σε κάτι εννοιολογικό.
Ως "αγιάσω" ορίζεται η εξής σειρά πράξεων:
1. Το κάθισμα στον καναπέ (η πλάτη σε τέλεια ευθεία) .
2. η τοποθέτηση του Πωλ Ατρείδη, του ηρωικού φορητού υπολογιστή, ο οποίος υπομένει αγόγγυστα και υπομονετικά όλα τα βασανιστήρια στα oποία τον υποβάλλω καθημερινά επί 2 συναπτά έτη.
3. Η τοποθέτηση των γυαλιών μυωπίας έμπροσθεν των υπέροχων, αμυγδαλωτών οφθαλμών μου.
4. Το θεατρικό σήκωμα των μανικιών της μαύρης, μάλλινης ζακέτας που λειτουργεί και ως μίνι-κουβερτούλα (είμαι κρυουλιάρα, τι να κάνουμε) και
5. Η έναρξη της διαδικασίας της συγγραφής (ήτοι της αποτύπωσης στο εικονικό χαρτί του υπολογιστή μιας σειράς εικονικά γραπτών σκηνών, ιδεών και σκέψεων, οι οποίες καλούνται να δείξουν πόσο γαμάτη και μεγαλοφυής είμαι, καθώς επίσης και να προσφέρουν αργά ή γρήγορα, μάλλον το πρώτο, ένα μέσο για να μπορώ να βγαίνω για ποτό τρεις φορές τη βδομάδα, αντί για μία ή καμμία), η οποία συνοδεύεται προαιρετικά με τσιγάρο και πόση αλκοόλης (τις βραδινές ώρες, στη δεξιόλοβη παράθεση των σκέψεων υπό μορφή σημειώσεων) ή καφέ (όλες τις άλλες ώρες που προσπαθώ να εξασκηθώ στο ταλέντο του να είναι κανείς αριστερόλοβος και να μεταμορφώσω τις χαοτικές μου σημειώσεις σε κάτι πιο αξιοπρεπές με ΠΕΙΘΑΡΧΙΑ και ΑΝΑΛΥΤΙΚΟ ΤΡΟΠΟ ΣΚΕΨΗΣ).
Κι αυτό πρέπει να γίνεται σχεδόν κάθε πρωί, κάθε μεσημέρι και κάθε απόγευμα. Τα βράδια προαιρετικά, άνθρωποι είμαστε, θελουμε να βγουμε να πιουμε να χορεψουμε να δουμε τους δικους μας να γελασουμε να παιξουμε το αρπιτζακι μας να δουμε καμια ταινια να φλερταρουμε να κανουμε κανενα γουτσου κτλ κτλ. Να γουσταρουμε τη ζωη μας, εν γενει.
Περιέργως και παραδόξως, έχω αρχίσει να μπαίνω σε ένα πρόγραμμα. Το κακό της υπόθεσης είναι ότι δεν έχω από πού να πάρω ψωμί, γιατί γκρεμίστηκε ο φούρνος απέναντι. Το καλό της υπόθεσης είναι ότι δε με νοιάζει, αφενός γιατί δεν τρώω ψωμί, και αφετέρου... μάντεψε: Έχω αρχίσει να μπαίνω σε πρόγραμμα.
Τυπικά, τουλάχιστον. Ουσιαστικά, έχω ένα σωρό περισπασμούς που με βγάζουν από την παραγωγική διαδικασία. Θα τους παραθέσω σε αντίστροφη μέτρηση, γιατί αφενός τώρα τελευταία μου αρέσει να κάνω λίστες (ακόμα μια εκδήλωση της προσπάθειας μου να γίνω και λίγο αριστερόλοβη) και αφετέρου έχει πλάκα:
Ιδού, λοιπόν, αναγνώστες, οι 5 εχθροί της δημιουργικότητάς μου:
5. Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΜΟΥ: Ο παππούς μου στα νιάτα του ήταν ένα τυπάκι πολύ σένιο και μπαγαμπόντικο, όπως θα έγραφε ο Τσιφόρος. Το κακό είναι ότι έφτασε 85 χρονών και ακόμα νομίζει ότι είναι τυπάκι σένιο και μπαγαμπόντικο. Όντας ταξιδιάρα ψυχή, θεωρεί πολύ καλό για τον εαυτό του να έρχεται συχνά-πυκνά Αθήνα (έχει ένα point, εδώ που τα λέμε, το σπίτι που μένω δικό του είναι), για να κάνει dolce vita, δηλαδή να κάνει ό,τι κάνει και πάνω, με τη διαφορά ότι εδώ τρώει και πίνει ό,τι του έχει απαγορέψει ο γιατρός. Επειδή, όμως, είναι 85 χρονών, αρρωσταίνει. Τότε θα ανέβει ξανά στην πατρίδα, για να τον φροντίσουν τα τέκνα του. Βέβαια, ο παππούς είναι σκληρό καρύδι (στα αρπιτζίστικα: έχει το CON του στο Θεό), οπότε στα μεσοδιαστήματα κατσικώνεται εδώ. Ξυπνάει νωρίς το πρωί και σχεδόν αμέσως ξυπνάει και η έμφυτη περιέργεια του για το πώς λειτουργεί το Σύμπαν: ήτοι τι φαϊ θα φάμε, τι ώρα θα φάμε, αν θα πάω να ψωνίσω, αν θα μαγειρέψω ή να φάει έξω, πού είναι το ψαλίδι, σε ποιο κουτί κρατάω τις αποδείξεις για να τις πάρει η μάνα μου όταν θα κατέβει Αθήνα, που η μάνα μου δε θα κατέβει πριν το Μάρτη κτλ κτλ κτλ. Και όλα αυτά τα ρωτάει σε ΜΕΝΑ. ΟΤΑΝ ΓΡΑΦΩ.
Πολύ επικίνδυνος εχθρός της δημιουργικότητας μου ο παππούς, είναι στο νούμερο 5 μόνο και μόνο επειδή δεν είναι συνέχεια εδώ.
4. ΤΑ ΤΗΛΕΦΩΝΑ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΝΑ ΜΕ ΧΩΡΕΣΟΥΝ ΣΤΟ ΔΙΚΟ ΤΟΥΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ/ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΕΝ ΓΕΝΕΙ: Ντριν, ντριν, ντριν. ΝΤΡΡΡΡΙΝ. Και ξανά και ξανά και ξανά. Και να 'μαι να διαπραγματεύομαι με τους φίλους μου πότε θα πάμε για καφέ. Ναι, διαπραγμάτευση. Το να κανονίσεις καφέ στις μέρες μας στην Αθήνα θέλει διπλωματικές ικανότητες. Και χρόνο για να τις εξασκήσεις. Δέκα λεπτά "Μπορείς τότε; Α, όχι τότε, αλλά τότε άμα θες. Θα το κοιτάξουμε. Θα μιλήσουμε". Η βλακεία είναι ότι δε μιλάμε ξανά πριν κλείσει μήνας. Αυτός είναι ο ρυθμός των διαπραγματεύσεων σε αυτή την πόλη. Ηλίθιοι ρυθμοί, ηλίθιες υποχρεώσεις. Αλλά τι να κάνουμε. Αυτά τα σκατά πάνε πακέτο με τη ζωή στην πρωτεύουσα.
Το βάζω, όμως, στο 4, γιατί μου έλειψε, γαμώτο, να βγω να πάω κάπου σε ανυποψίαστη ώρα και να πετύχω κάποιο γνωστό. Μόνο αυτό μού έλειψε από τη ζωή στην επαρχία - και το φαϊ της μαμάς μου, φυσικά.
3. ΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ: Ξυπνάω. Μέχρι να ανοίξουν και τα δύο βλέφαρα, πίνω τον πρώτο καφέ και σερφάρω στο ίντερνετ, να δω τι γίνεται στον κόσμο, να κατασκοπεύσω τους φίλους μου στο Φάκμπουκ (δεν είμαι κουτσομπόλα, απλά παρατηρητική, γκουχ), να μιλήσω με την κολλητή, να δω το τελευταίο βίντεο των Arcade Fire κτλ κτλ, περνάει το δίωρο και εγώ ακόμα με τα αρνιά κουρεύομαι και με τα κατσίκια παίζω (α, ρε γιαγιά). Το Ίντερνετ είναι επικίνδυνο. Πολύ, μα πολύ, μα πολύ επικίνδυνο. Λες τελικά να δηλώσω για εκείνη την υποτροφία των νέων συγγραφέων, που σε στέλνουν να γράψεις σε πλήρη απομόνωση στην έρημο της Αριζόνα; Μπα, δε λέει. Ένα κλικ παραπέρα είναι το Κολοράντο, κι εκεί είναι το Ντένβερ, και εκεί όλη η alternative country σκηνή. Κοινώς, δε θα γυρίσω ποτέ.
Όπως και να 'χει, το ίντερνετ είναι πολύ σοβαρός εχθρός. Φανταστείτε ότι αντί να γράφω αυτή τη στιγμή αυτό που πρέπει να γράψω, κάθομαι και γράφω στο μπλογκ για τους εχθρούς της δημιουργικότητάς μου. Άνετα θα έμπαινε Νο1, αν οι άλλοι 2 εχθροί της δημιουργικότητάς μου δεν ήταν πιο σημαντικοί.
2. Η ΖΩΗ: Πάμε Εξάρχεια; Πάμε! Πάμε για ένα ποτάκι; Πάμε! Έρχεσαι να αράξουμε από δω; Έρχομαι!
Επίσης, μαθήματα στο Διδασκαλείο τρεις φορές τη βδομάδα, από τρεις ώρες έκαστο, βάλε και το διάβασμα μέσα. Βάλε και τις άλλες δραστηριότητες. Βάλε και τις μετακινήσεις. Βάλε και καμιά συναυλία, κανένα σινεμαδάκι, το RPG, τα μαθήματα πλεξίματος στις φίλες μου κτλ κτλ.
Α, ζωή, είσαι πολύπλοκη. Με θες να πετύχω, αλλά και μου βάζεις και χίλιους περισπασμούς στην πορεία. Damn you.
Μπαίνει Νο2, επειδή, όπως λένε και οι Offspring "There's more to living than only surviving." Ποια είμαι εγώ να αμφισβητήσω τους Offspring;
...και πάμε, επιτέλους, στο Νο1. Άντε να τελειώσω να πλύνω και κανένα πιάτο και να φτιάξω και κανένα φαϊ, γιατί ποιος ακούει τον Εχθρό Νο5 πάλι.
1. ΕΓΩ: Ω, μα ναι. Δηλαδή, τι, νομίζατε ότι αν έγραφα τους άλλους 4 εχθρούς της δημιουργικότητάς μου εκεί που δεν πιάνει μελάνι (σε αυτό το νάιλον που τυλίγαμε τα βιβλία στο Δημοτικό για να μη γίνουν σκατά), δε θα άλλαζαν τα πράγματα; Προφανώς και θα άλλαζαν. Έλα όμως που και καλή κι επιεικής είμαι με τους ανθρώπους και δεν μπορώ να ρίξω εμπάργκο στον παππού, και μ'αρέσει και να βλέπω τους φίλους μου, έστω και μετά από τρίμηνες διαπραγματεύσεις για το πότε θα πάμε για καφέ, και μ'αρέσει και στο Ιντερνετ να χαζομαρίζω, και μου αρέσει και γενικώς να ζω και να ευχαριστιέμαι τη ζωή μου. Τι να κάνουμε, δηλαδή. Άσχετα που βαράω διάλυση κάθε 20 μέρες και περνάω μια μέρα στο κρεβάτι σαν το ζόμπι, ανήμπορη ακόμη και να υπάρξω. "All work and all play, maketh Pooka a sleepless faerie".
Γι΄αυτό, όλοι εσείς που με αγαπάτε, κάντε μου δύο καλά: Καταρχάς, μη με ζορίζετε (πολύ). Και κατά δεύτερον, την επόμενη φορά που θα σας δω, προσφερθείτε να μου τρίψετε λίγο τις πατουσίτσες και τα χεράκια. Πονάνε πολύ αυτές τις μέρες.
15 Ιαν 2010
Aνόημα
Μού ήρθε πάλι, αποφασισμένη να καταργήσει τις λέξεις με το θράσος της νιότης και του οινοπνεύματος. ΘΕΛΩ, είπε. ΘΕΛΩ ΝΑ ΤΙΣ ΣΒΗΣΩ ΟΛΕΣ ΚΑΙ ΣΕΝΑ ΚΑΙ ΜΕΝΑ ΜΑΖΙ. Το δωμάτιο φωτίζεται μόνο από το φεγγάρι. Ξημερώματα Παρασκευής. Μεγάλο, στρογγυλό φεγγάρι. Τα νύχια της στην πλάτη μου. Γρατσουνίζει πληγώνει καίει. ΝΑ ΣΕ ΤΡΑΒΗΞΩ ΚΑΤΩ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΜΟΥ. Δαγκώνει σημαδεύει καταβροχθίζει. Αφήνει ένα λυγμό. Αλμύρα. ΛΥΚΕ. Κοιμάται. Η πλάτη της σημαδεμένη από τα νύχια μου. Κοιμάμαι κι εγώ.
Ανί γουνταμάτια, κύναιξα πλωμμένη σεναστρώ, μα τασεντώ νιαμουσκέναπτο. Νιδρότα, μικρυκαλλίβασεν αδάσωστο βουνό. Ή να πώ “'γέβμα”; Πάνεννα, γκαλιαστού! Νενακά, νουνέρωτα...
Φωνεία κούγαι, τεμακρά.
“ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΗΡΘΑ”.
Σηκώ, Νετετρέ- Μοντασί, Γκορ-Μόσιγια!
“Γεια” μου λέει, “Δεμπρέποινα σ' ευρύεδο! Νεμάγησα!”
κ ρ υ υ υ ψ ο υ
Ντύνω ντεγρή γορά, κι εκεί νυτρέχει...
Βγαι! Νι αποτιμπίσω, πορταυρίσκη! Τηννέξω τερικίτουα Λέτα, κεκρή, βετεκή..
“ΠΑΙΔΑΚΙ ΜΟΥ;”
Βήμα τασύρει στην Κάρ.
Οστά.
“ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΠΑΙΔΑΚΙ ΜΟΥ;”
Φωνή πλησεία,
ζει!
“ΕΚΑΝΕΣ ΑΤΑΞΙΕΣ Ε; ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΜΦΑΝΙΖΕΣΑΙ.”
Ειφωνεί άκρη βώσσα.
Παίξω αποτείν Ντούα-Λέτα
Ανεβάζητ 'από διατίστη,“λεκ” κάνει η καρδιά της, χτυπά ήδη..
Να'τα.
“ΠΑΙΔΑΚΙ ΜΟΥ ΒΡΗΚΑ ΕΝΑ ΑΔΕΣΠΟΤΟ ΣΤΟΝ ΑΠΟΠΑΤΟ.”
“Υπώρ!” τανύγει ένα μέγα λοχαίρι,“Μ' έναγαν ψωνύχη! Την άρπα!”
Ζει – απτογειακά.
“ΕΣΥ ΘΑ ΕΡΘΕΙΣ ΜΑΖΙ ΜΟΥ.”
Τιμπάϊσε: “Να, έργα. Στείργιωκέ την! Δεν είμαι σχοινί στο πόδι του Μέγα Λουτράπε-Ζίου!”
“ΘΑ ΠΑΤΑΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΟΥΜΠΙ.”
πατάει το κουμπί κι εκτυπώνεται η ταυτότητα της γριάς, το σαφρακιασμένο, μοχθηρό της πρόσωπο είναι παντού σε χαρτιά και σε σακούλες σε βάζα σε ποτήρια. ΜΠΑΜΠΑΓΙΑΓΚΑ ΕΤΩΝ ΕΞΙ ΕΞΗΚΟΝΤΑ ΕΞΑΚΟΣΙΑ. Το δωμάτιο έχει γεμίσει ταυτότητες κι η κοπέλα έχει γεράσει. Έχει περάσει όλη της τη ζωή για να φτιάξει την τέλεια ταυτότητα. Πάει να πεθάνει εξαφανίζεται
εμφανίζεται σε ένα σπίτι καθισμένη σε ένα παχύ χαλί, απέναντι τζάκι, αγκαλιά της εκείνος. Πονάει το αυτί μου λέει το αυτί του έχει γίνει σκυλίσιο και πετάει άρρωστα χνούδια. Θα σε γιατρέψω του λέει αυτή. Πάει να φυσήξει στο αυτί του αλλά μπαίνει μια άλλη γυναίκα μαυροντυμένη, με μαύρα μακριά μαλλιά και μικρά στρογγυλά μάτια, μαύρα κι αυτά. Πάει κατευθείαν σε εκείνον. ΕΛΑ ΚΑΙ ΘΑ ΣΟΥ ΤΑ ΠΩ ΟΛΑ του ψιθυρίζει. ΘΑ ΣΟΥ ΠΩ ΓΙΑΤΙ ΓΙΝΕΣΑΙ ΛΥΚΟΣ.
Εκείνος σηκώνεται, τον πιάνει από το χέρι, φεύγουνε, και λίγο πριν χαθούνε η μαυροντυμένη γυρνάει και την κοιτάει. Αυτάρεσκα, σατανικά, νικηφόρα.
ΞΕΡΩ ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ.
Εκείνη περιμένει μα δεν έρχονται. Περιμένει στριφογυρίζοντας μια τούφα από τα μαλλιά της. Στριφογυρίζει και περιμένει. Ώρα πολλή. Νιώθει κάτι να πέφτει στην παλάμη της – κοιτάει και βλέπει κόκκινες τρίχες. Είναι η τούφα από τα μαλλιά της.
Αναδεύεται στον ύπνο της. Ξυπνάω. Το μέτωπό της ιδρωμένο. Το χέρι μου γύρω από τη μέση της, είσαι καλά; ΒΛΕΠΩ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ μου λέει. Τι ονειρο ρωτάω. ΔΕ ΘΥΜΑΜΑΙ
20 Νοε 2009
Εμπνευσμένες απόπειρες μετάφρασης #1
SPINAL TAP – SEX FARM
Working on a sex farm
Trying to raise some hard love
Getting out my pitch fork
Poking your hay
Scratching in your hen house
Sniffing at your feedbag
Slipping out your back door
Leaving my spray
Sex farm woman, I'm gonna mow you down
Sex farm woman, I'll rake and hoe you down
Sex farm woman, don't you see my silo rising high?
Working on a sex farm
Hosing down your barn door
Bothering you livestock
They know what I need
Working up a hot sweat
Crouching in your pea patch
Plowing through your bean field
Planting my seed
ΣΕΞΟΚΤΗΜΑ
Δουλεύω στο σεξόκτημα
να θρέψω έρωτα σκληρό
Ζουλώντας με το δικράνι μου
Τ'άχυρό σου το ξανθό
Τηρώντας το κοτέτσι σου
σνιφάρω την ταϊστρα
ψεκάζω και κρυφογλιστρώ
απ' την πίσω πορτίτσα
Γυναίκα σεξαγρότισσα, θα σε θερίσω
Γυναίκα σεξαγρότισσα, θα σε σαρώσω και θα σε τσαπίσω
Γυναίκα σεξαγρότισσα, το σιλό μου έχει σηκωθεί
Δουλεύω στο σεξόκτημα
της αποθήκης σου την πόρτα βρέχω
Τσιγκλίζοντας τα ζωντανά
Που ξέρουν την ανάγκη που έχω
Μούσκεμα από τον ιδρώτα
τα μπιζέλια σου φροντίζω
και το σπόρο μου φυτεύω
στα φασόλια σου τριγύρω
21 Οκτ 2009
Temple of Love
Silence. Under the orange tree. The stars, far away.
I miss you and I miss myself. I'm tired.
The City. Big and vague, stretching Herself mercilessly until She reaches the four extremities of the horizon. Until she devours the stars.
Blind and old, She is. A filthy, old whore. Embracing us until suffocation. Breathing us till we drop dead. Glass-eyed.
The City. Hordes of undead creatures going up and down in Her veins. Her blood we are. Filling the streets with sweat, until the night guides us into the safety of our bed – or to the labyrinths of the Inner City.
Inner, sinner city.
My labyrinth is an island, surrounded by a sea of shit and dirt. Surrounded but not surrendered.
There are orange trees. And I can see the stars, far away.
My labyrinth is called Aghape. My name is Margarita. I am undead, another vessel carrying blood over the city streets.
Beyond the piss and dirt. From the sea of shit to the island of sin.
To the labyrinth.
Fearlessly. Ferociously.
Willingly and gladly.
To the eyes and the silence, the orange trees and the stars, far away.
My name is Margarita. I am human, and Aghape is my Temple of Love.
20 Οκτ 2009
3 Οκτ 2009
Αουτς!
“Πρωτο πρωινο ξυπνημα στην κομοτα/
δειλο ανοιγοκλεισμα ματιων σαν τη μαρμοτα/
κι εκει που εγευματιζα βουτυρο με μπομποτα
ενα αγριοπεριστερο μού εχεσε την μποτα”
(Τακης Πιτσικατος, κομοτηνεζος ποιητης του 17ου αιωνα,
Ξυπνησα σημερα το πρωι, σαν τον Τακη Πιτσικατο του 17ου αιωνα, και εκει που ειπα να συνθεσω το δικο μου επος για την Κομοτηνη, ενιωσα τον Πονο. Ναι, αυτον τον πονο που τρομαζει συγγραφεις, σκιτσογραφους, γραφιστες, πιανιστες και δεν ξερω-εγω-τι-αλλο, οταν κακοποιουν το δεξι τους χερι με ποντικι υπολογιστη ή μολυβι (ξερω οτι φανταστηκατε πιο προστυχα πραγματα, αλλα το θεμα ειναι σοβαρο και δεν εχω ορεξη).
Κοινως, φιλοι μου, προσευχηθειτε να μην παθω παλι τενοντιτιδα διοτι:
1. Δε θα μπορω να γραψω.
2. Θα πεσω σε καταθλιψη γιατι δε θα μπορω να γραψω.
3. Θα παρω το δικαννο (γιατι θα εχω πεσει σε καταθλιψη επειδη δε θα μπορω να γραψω) και θα αρχισω να καθαριζω κοσμο (το πώς θα μπορεσω να πατησω τη σκανδαλη με τενοντιτιδα, βεβαια, καθως και το γεγονος οτι δεν εχω δικαννο, δε μας αφορα).
Η Νι, βεβαια, η κολλητη μου και η μονη σταθερη αξια στη ζωη μου απο τα 15 μου, μού λεει οτι τον πονο τον προκαλει η υγρασια. Δεν εχει και αδικο: Η Κομοτηνη ειναι υγρη πολη, πιο υγρη κι απο γυναικα σε “I wanna make it wit' chu” mode.
Μακαρι.
΄
Προς το παρον, προσευχομαστε στο Μανιτου να περασει και εκλιπαρουμε την Ινκυ να μας φερει γρηγορα το powerball.