30 Μαΐ 2010

Watson. we've got a review!

Aniline Dancetheatre "Efect Dr. Pay"... λίγο μετά την πρεμιέραΚοινοποίηση
Παρασκευή στις 5:29 μ.μ.
Νύχτα με πανσέληνο και η θεατρική ομάδα Aniline Dancetheatre μας χάρισε μία εκπληκτική χοροθεατρική παράσταση. Στο θέατρο Ούγκα Κλάρα, οδός Καθολικών 4 στη Θεσσαλονίκη ανέβηκε από τους Aniline Dancetheatre το έργο "Efect Dr. Pay" ένα μαγικό ταξίδι μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Μία παράσταση η οποία εστιάζει σε αυτά από τα οποία ο καθένας προσπαθεί να ξεφύγει, από τα προσωπικά του "φαντάσματα"...

Ένας χαρακτήρας, έξι χορευτές / ηθοποιοί, ένα δίχρωμο σκηνικό, μουσικές του παρελθόντος και το όνειρο πήρε μορφή σε μία όχι και τόσο μοναδική πραγματικότητα. Από που τελικά προσπαθεί να ξεφύγει ο καθένας μας; Ποιες πόρτες είναι ερμητικά κλειστές και ποιος ευθύνεται τελικά για τα κουτιά στα οποία είμαστε κλεισμένοι, φυλακισμενοι, σχεδόν ακινητοποιημένοι να ψάχνουμε εκνευριστικά διέξοδο από τις ατομικές μας φοβίες;

Το "Efect Dr. Pay" ίσως θα μπορούσε να παρομοιαστεί με την Λερναία Ύδρα. Οι Αλέξανδρος Γκουντινάκης και Νατάσσα Αραμπατζή σκηνοθετούν σχεδόν τέλεια μία παράσταση η οποία τη στιγμή που σου λύνει απορίες σου δημιουργεί πλειάδα ερωτήσεων κατά τη διάρκειά της. Ανατρεπτικές χορογραφίες, μονόλογοι που προσπαθούν να απαντήσουν σε αναπάντητα ερωτήματα και πραγματικότητες τις οποίες μερικές φορές δεν θέλουμε να δεχτούμε. Τα συναισθήματα, συνταξιδιώτες, μας παρασέρνουν να τα αντικρύσουμε μέσα στις χορογραφίες, μας προκαλούν μεταξύ της κίνησης και της ακινησίας και τρεμοπαίζουν σε ένα πολύχρωμο και ταυτόχρονα θολό σκηνικό. Εναλλαγές αγάπης, έρωτα, μίσους, αγωνίας, φιλοδοξίας, ματαιοδοξίας, επιμονής, υπομονής, δύναμης, αδυναμίας, αδιαφορίας, φόβου.

Η απόλυτη αποτύπωση της προσπάθειας να ξεφύγει ο εαυτός μας από το σώμα μας. Να μπορέσουμε να νικήσουμε τις φοβίες μας, τους ατομικούς εχθρούς μας. Μα πως να νικήσεις κάτι που δεν γνωρίζεις; Οι Aniline Dancetheatre καταφέρνουν να μας δείξουν ακριβώς αυτό το μοναδικό παράδοξο, πως να γνωρίσεις του φόβους σου, πως να προσαρμόσεις τα όνειρα σου στην πραγματικότητα και πως να ζήσεις την πραγματικότητα σου μέσα στο όνειρο. Το θολό σκηνικό χρωματίζεται, τα συναισθήματα κυριαρχούν με πρωτοστάτη το φόβο να καλύπτεται και να αγκαλιάζεται από τη διαδοχή εκείνων των συναισθημάτων που ποτέ δεν θα καταλάβουμε γιατί και πως τα νιώθουμε.

Και όταν καταλήξεις να χάσεις τον εαυτό σου, να σε κατασπαράξουν οι φόβοι σου και να εξουσιάσουν την πραγματικότητά σου αυτό που μένει είναι... γλυκιά μουσική και χορός, χορός, χορός.

Καταπληκτικές χορογραφίες, υπέροχη μουσική, απρόσμενες εναλλαγές σε ένα σκηνικό που μόνο πραγματικό δεν είναι.



Ταυτότητα της παράστασης
Ιδέα: Αλέξανδρος Γκουντινάκης
Σκηνοθεσία/ χορογραφία: Αλέξανδρος Γκουντινάκης, Νατάσσα Αραμπατζή
Θεατρική επιμέλεια: Νατάσσα Αραμπατζή
Κείμενα: Δανάη Τάνη
Video art: Τάσος Χατζηπανάγος
Μουσική: Φένια Σκλάβου
Μουσική επιμέλεια: Αλέξανδρος Γκουντινάκης, Νατάσσα Αραμπατζή
Φωτογραφίες: Ελευθερία Καλπενίδου, Δημήτρης Μπαλάσκας
Promo trailer: Μάριος Σπύρογλου

Παρουσιάζουν: Αλέξανδρος Γκουντινάκης, Νατάσσα Αραμπατζή, Θάνος Πισανίδης, Στέλλα Χατζηεμμανουήλ, Αντώνης Δαλκηρανίδης, Γιάννης Κοτίδης

Θεσσαλονίκη, θέατρο 3ος Όροφος (Ούγκα Κλάρα), Καθολικών 4, 27/5 – 6/6/2010.

http://www.facebook.com/home.php#!/event.php?eid=117880648235386&ref=mf
http://www.facebook.com/home.php#!/group.php?gid=107153919325813&ref=ts



(Κριτική από εδώ)

27 Μαΐ 2010

Unresolved Milkweed, aka μια μελέτη στο φαινόμενο captcha

Όλοι τα έχουμε δει, όλοι έχουμε νιώσει σαν δυσλεξικοί στην προσπάθειά μας να τα γράψουμε σωστά, μπερδεύοντας το Α με το 4 και το F με το 7, όλοι έχουμε προσπαθήσει να τα γράψουμε σωστά, ξανά, ξανά και ξανά, όντας μεθυσμένοι, και φυσικά, αποτυγχάνουμε παταγωδώς.
Μιλάω για τα captcha, εκείνες τις ασυνάρτητες φρασούλες ή σειρές γραμμάτων-αριθμών, που πρέπει να γράψουμε κάπου για δημοσιεύσουμε ένα σχόλιο σε κάποιο blog, να ανεβάσουμε ένα βιντεάκι στο φέησμπουκ ή να περάσουμε στην πολυπόθητη σελίδα κατεβάσματος αρχείου σε διάφορα downloading sites.
Σκοπός των captcha είναι να εμποδίσουν τα spammerbots να πλημμυρίσουν κάθε ιστοσελίδα, μπλογκ ή προφίλ με σπαμ, άχρηστες πληροφορίες, δηλαδή. Και καλά να ξεχωρίσει το λογισμικό αν είσαι ρομποτάκι ή άνθρωπος, δηλαδή, γιατί μόνο οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να πλημμυρίζουν κάθε ιστοσελίδα ή προφίλ με άχρηστες πληροφορίες. Εδώ, έχω αντιρρήσεις, αφενός γιατί και τα ρομπότ έχουν ψυχή (το γράφει ο πατήρ της επιστημονικής φαντασίας Ισαάκ Ασίμωφ και ποτέ μα ποτέ μα ποτέ δεν πάμε κόντρα στην επιστημονική φαντασία), και αφετέρου, διότι στην εποχή μας άνθρωποι και bots μοιάζουμε αρκετά μεταξύ μας, αν το καλοσκεφτεί κανείς.
Άχρηστα ή μη, πάντως, τα captcha, έχουν υπερδυνάμεις. Ένα θα σας πω, σκεφτείτε ότι είναι προγράμματα, άρα έχουν και υπερδυνάμεις.
Κι επειδή είμαι ξύπνια από τις εφτάμιση το πρωί και έχω κέφια, γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς (είμαι κι εγώ bot, κι αν πάω εκτός προγράμματος θα κρασάρω), ας απαριθμήσουμε τις captchικές (σαν το “καμτσικιές”) υπερδυνάμεις:

1.Περιορίζουν το πρήξιμο: σκέψου ότι είσαι γαμάτος. Πολύ γαμάτος, όμως. Τόσο γαμάτος που ψάχνεσαι συνεχώς με πράγματα τη γνώση των οποίων θεωρείς ότι πρέπει να μεταλαμπαδεύσεις στην ανθρωπότητα αφειδώς, πράγμα το οποίο μεταφράζεται και ως ότι πρήζεις τον π..τσο των “ηλεκτρονικών γύρω” σου. Ανεβάζεις λινκ, γράφεις captcha, ανεβάζεις λινκ, γράφεις captcha, ανεβάζεις λινκ, γράφεις captcha... ε σε κάποια φάση βαριέσαι και δεν ανεβάζεις άλλο. Σκοπός επετεύχθη.

2.Ενισχύουν την ταπεινοφροσύνη: σκέψου ότι είσαι γαμάτος (ναι, κάνω copy-paste). Πολύ γαμάτος, όμως. Tόσο γαμάτος που κάνεις ό,τι θέλεις, εκτός από το να γράψεις σωστά εκείνο το captcha, και το άλλο captcha μετά, και το επόμενο, και το επόμενο, και όσα περισσότερα captcha αποτυγχάνεις να γράψεις, τόσο πιο ηλίθιος νιώθεις. Κατά συνέπεια λιγότερο γαμάτος. Το βασίλειο του awesomeness σού ρίχνει πόρτα και για λίγο νιώθεις κοινός θνητός. Σκοπός επετεύχθη.

3.Είναι καλοί συμβουλάτορες: έχεις πιει τα κέρατά σου, βράδυ Σαββάτου, θυμάσαι σεβντάδες και καημούς, και θεωρείς πολύ καλή ιδέα να ποστάρεις ένα καψούρικο τραγούδι στο προφίλ του/της πρώην, για το οποίο, την επόμενη μέρα και νηφάλιος πια, θα ντρέπεσαι αλλά δε θα μπορείς να σβήσεις. Ε, το combo captcha-αλκοόλ λειτουργεί προληπτικά, καθώς δε σου επιτρέπει να ανεβάσεις το εν λόγω καψουροτράγουδο, για το οποίο θα μετανιώσεις την επόμενη μέρα.

4.Περιέχουν subliminal messages: σκέψου πόσα captcha έγραψες στο φέσημπουκ που να γράφουν “texas gossling”, “koreans woodpile” κτλ κτλ. Κανείς δεν ξέρει τι σημαίνουν οι συνδυασμοί των λέξεων, αλλά όλοι ξέρουμε πού αναφέρονται. Είναι μυστικός κώδικας; Κρύβεται πίσω κάποια ηλεκτρονική συνομωσία; Εμφυτεύουν μυστικές εντολές στο μυαλό μας οι Ιλλουμινάτοι; Πολλά ακούγονται, αλλά δε θα το μάθουμε ποτέ.

5.Έχουν μαντικές ικανότητες: Πολλές φορές ένα captcha αποδεικνύεται τρομερά προφητικό. Χτες, για παράδειγμα, μού έβγαλε τη φράση “unresolved milkweed”, το οποίο συνοψίζει σε δύο μόλις λέξεις τη ζωή μου.

6.Ξέρουν ποιο είναι το νόημα της ζωής: Tα captcha είναι ένα λογισμικό χωρίς νόημα. Κι υποθέσουμε ότι το σύμπαν και κατ' ακολουθία και η ζωή λειτουργούν σαν ένα τεράστιο (κρασαρισμένο;) λογισμικό, κατ' αναλογίαν, ε, καταλαβαίνετε.



26 Μαΐ 2010

O πόλεμος των -όφσκυ


Άλλο ένα τριήμερο ήλθε και επήλθε, στο οποίο έδειξα σθένος, επιμονή και υπομονή και έφυγα για Πάτρα άνευ υπολογιστή. Αποτοξίνωση κι έτσι, η οποία πήγε καλά, παραδόξως, χωρίς να παρουσιάσω αλλεργικές αντιδράσεις, υπερβολική εφίδρωση, πυρετούς, σπασμούς και κραυγές τύπου “ΑΑΑΑΑΑΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ PC MOYOYOYOOYOYOY”. Ίσως επειδή με το βιβλίο, το blogging και τη σχεδόν πλήρη απουσία κοινωνικής ζωής, είχα αηδιάσει πια. Περίεργο. Νόμιζα ότι η μέρα που θα μισούσα τον υπολογιστή μου δε θα έφτανε ποτέ.

Γυρνώντας από την εξωτική Πάτρα (η οποία, παρεμπιπτόντως είναι ολάνθιστη αυτό τον καιρό, κάθε μπαλκόνι έχει και από μια θηριώδη βουκαμβίλια, και άνετα θα έκοβα κανένα κλαράκι αν δε μου το απαγόρευαν οι φίλοι μου, καθότι νομίζουν ότι θα ήτο βανδαλισμός, μάθετε καλέ για τα μοσχεύματα!), βρήκα μια κατάσταση ημιχαώδη στο σπίτι, και χάρηκα, γιατί την περίμενα χαώδη. Μόνο τα φυτά μου είχαν πάρει λίγο την κατιούσα, ειδικά οι μαργαρίτες ήταν ετοιμοθάνατες, οπότε όλο το χτεσινό απόγευμα πήγε σε πότισμα, καθάρισμα των φύλλων και ενδελεχές κλάδεμα (στην περίπτωση της μαργαρίτας, πετσόκομμα, αλλά δε βαριέσαι, πάλι με χρόνια και καιρούς κτλ κτλ).

Τέλος πάντων, για να μην πολυλογώ, όλο μου το απόγευμα ήταν στο μπαλκόνι και το βραδάκι, με βρώμικα από το χώμα νύχια (μην ανησυχείτε, τα έπλυνα), μια μπίρα και μια σοκολάτα, έκατσα στον καναπέ μου και είπα να δω μια ταινία ελαφριά, να περάσει η ώρα. Η ταινία ήταν το “Ivan's Childhood” του Αντρέι Ταρκόφσκι, κι εδώ τελειώνει ο αδιάφορος πρόλογος.


Εννοείται ότι κοιμήθηκα στο πρώτο μισάωρο της ταινίας. Αλλά χάρηκα, γιατί στο “Solyaris”, του ίδιου σκηνοθέτη, δεν είχα αντέξει παραπάνω από πεντάλεπτο.

Βάλε τις πέτρες στο σακί σου, αναγνώστη. Θυμήσου τα λόγια του μεγάλου χίπη διδασκάλου που έζησε κάποτε στη Γαλιλαία, και μη ρίξεις το λίθο αν δεν είσαι αναμάρτητος. Όπως κι εσύ, κι εγώ στενοχωριέμαι και ντρέπομαι που τέτοιες ταινίες μού φέρνουν υπνηλία, το έχω απομονώσει μάλιστα το φαινόμενο και το ονομάζω ως “Ο Πόλεμος των -όφσκυ”. Βέβαια, δεν πηγαίνει αυτό μόνο στους -όφσκυ, αλλά σε κάθε σκηνοθέτη που είναι...χμ... λίγο ιδιαίτερος. Επίσης, υπάρχουν και εξαιρέσεις στον κανόνα των -όφσκυ, καθότι άνετα βλέπω Αρονόφσκυ, και ο Γιοντορόφσκυ είναι από τις μεγαλύτερες κινηματογραφικές μου αγάπες, καθότι κρούει τα αρχετυπικά καμπανάκια του μυαλού μου με μανία, με όλες αυτές τις υπέροχα φρικιαστικές και φρικιαστικά υπέροχες εικόνες και τα νοήματά του. Άντε να κοιμηθείς μετά.

Στην ουσία, ο “Πόλεμος των -όφσκυ” δεν είναι τίποτα άλλο παρά το εξής: ως φοιτητές καιγόμαστε τόσο πολύ με ταινίες, που στα επόμενα χρόνια δεν μπορούμε να αντέξουμε τόσο, και αυτό μάς προκαλεί ντροπή. Γιατί, ξέρεις, ούτε εγώ ήμουν κάποτε έτσι. Κάποτε είχα τον Λυντς για πρωινό, και τον Παχαράνωφ για κολατσιό ψωμάκι-μερέντα. Ο Κρόνενμπεργκ ήταν μια σπιντάτη βόλτα και ο Κιούμπρικ λούνα-παρκ. Και τώρα, περασμένα μεγαλεία κτλ κτλ.

Δε φταίει που μεγαλώνουμε, νομίζω, ή ίσως φταίει κι αυτό. Ίσως φταίει η άποψη που έχουμε για κάποιες ταινίες ή το ότι μεγαλώνοντας, από τελετουργικό και ιερουργία η θέαση μια ταινίας γίνεται απλά για να διασκεδάσουμε, το οποίο επίσης δεν είναι κακό, καθότι μεγαλώνουμε και δεν υπάρχει επάγγελμα “βλέπω ταινίες για πάρτη μου”, εκτός αν είσαι κριτικός κινηματογράφου, αλλά κι εκεί, μετά τη θέαση της ταινίας, καλείσαι να γράψεις ένα κατεβατό για τεχνικές και βαρετές λεπτομέρειες, κοινώς στο βγάζουν απ' τη μύτη. Ίσως φταίνε και τα κακά προηγούμενα, όπως στην περίπτωσή μου με τον Ταρκόφσκυ, όπου το μυαλό μου μεταμορφώνεται σε σκυλί του Παβλώφ, λέγοντας “κοιμήθηκες κάποτε με Ταρκόφσκυ, ξανακοιμήσου με Ταρκόφσκυ”.

Και να 'σαι στα είκοσι πέντε σου, να γουστάρεις να βλέπεις μόνο μυστηρίου ή κωμωδίες (εντάξει, είναι ευρωπαϊκές, λες, οπότε συγχωρείσαι). Για κουλτούρα ούτε λόγος, όσο για καμμένες b-movies, που έβλεπες τρεις τη μέρα ως φοιτητής, κάνεις πως δεν ξέρεις τίποτα και διατείνεσαι ότι ποτέ δεν έχεις δει (χμμμ... λέτε να ψεύδεται η μάνα μου ότι δεν έχει δει το “Cannibal Holocaust”;)


Τρόπος αντιμετώπισης του “Πολέμου των -οφσκυ”, φυσικά και υπάρχει, και είναι ίδιος με κάθε τρόπο αντιμετώπισης ψυχολογικής διαταραχής: αναγνώριση του προβλήματος και θεραπεία, κοινώς να παραδεχτούμε ότι δεν έχουμε τις αντοχές που είχαμε κάποτε και να προσπαθήσουμε να βλέπουμε την ταινία όποτε και όπως αξίζει σε αυτήν, και όχι σε εμάς. Κι αν δεν μπορούμε, δεν πειράζει. Ένας καλός τρόπος είναι η διοργάνωση βραδιάς ταινιών, το οποίο θα ήταν καλό να ξεκινάει από νωρίς, μια που πλέον δεν είμαστε φοιτητές, αλλά αγχωμένα early birds. Εκεί δυσκολευόμαστε να κοιμηθούμε, γιατί βλέπουμε ότι οι άλλοι είναι ακόμα ξύπνιοι, και τα εγωιστικά μας ένστικτα απαγορεύουν το κλείσιμο των βλεφάρων (με αποτέλεσμα πολλές, φορές, να έχεις πέντε θεατές που είναι μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, αλλά ΟΧΙ, όλοι βλέπουν ταινία). Επίσης, να σταματήσουμε να βάζουμε να δούμε ταινία, ενώ είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, μόνοι ή με παρέα (με παρέα στο κρεβάτι επιτρέπεται, γιατί αν επακολουθήσει κάτι συγκεκριμένο, είναι πιο εποικοδομητικό και ψυχαγωγικό και από ταινία και από ύπνο, παρόλο που δεν καταπολεμά τον “Πόλεμο των -όφσκυ”).


Αυτά, για τον “Πόλεμο των -όφσκυ”. Κλείνοντας, θα παραθέσω χωρίς φόβο και πάθος, τις 2 ταινίες που με κάνουν να κοιμάμαι ΠΑΝΤΑ και σε ΟΡΙΣΜΕΝΟ ΣΗΜΕΙΟ. Και θα εκτιμούσα ιδιαιτέρως αν δε με λιθοβολούσατε, θυμηθείτε αυτά για τους αναμάρτητους κτλ κτλ.


    1. 2001 – Η Οδύσσεια του Διαστήματος: κοιμάμαι πάντα εκεί που εμφανίζεται ένα σαλόνι στο άσχετο, μέση-προς τέλος της ταινίας. Αυτό έγινε τρεις φορές ως τώρα, ώσπου έφτασα στο αμήν, και όποιος με ρωτάει για το “2001”, του λέω πόσο μου άρεσε ο υπολογιστής που είχε δική του θέληση, και η σκηνή με τα πιθήκια και το μονόλιθο. Η ανάγνωση του ομώνυμου βιβλίου του Κλαρκ, αν και αριστουργηματικής γραφής, δε με βοήθησε να καταλάβω Χριστό επίσης.

    2. Inland Empire: Εκεί που εμφανίζεται το μυστηριώδες δωμάτιο και ο φακός παίρνει ένα βρώμικο ροζ χρώμα. Ίσως κοιμάμαι επειδή μου φέρνει στο μυαλό αναμνήσεις από την κοιλιά της μάνας μου, τότε που ήταν όλα ροζ και ζεστά, ξέρω γω; Πάντως αυτό γίνεται αρχή-προς-μέση της ταινίας, οπότε ναι, ντροπή και όνειδος, αλλά δεν ξέρω πού πάνε τα τέσσερα όσον αφορά την ταινία αυτή. Όχι πως θα ήξερα, βέβαια, αν κατάφερνα να την δω, Λυντς είναι αυτός.


Υπάρχουν κι άλλες, αμέτρητες ταινίες στις οποίες έχω κοιμηθεί, αλλά έγινε μόνο μια φορά, ενώ οι δύο αυτές έχουν αρχίσει να γίνονται εθιμικό δίκαιο, ήτοι “η συνήθεια που έγινε ύπνος”, και αποτελούν τα δυο μεγάλα μου αγκάθια. Ξέρω ότι μάλλον δε θα τις δω ποτέ. Ποτέ. ΠΟΤΕ.

Πάντως, θα προσπαθήσω να καταπολεμήσω τον "Πόλεμο των -όφσκυ", σήμερα θα προσπαθήσω πάλι να δω το "Ivan's Childhood" (ίσως αφού γράψω ένα Wording Song, που είναι εμπνευσμένο από μια σκηνή της ταινίας, για να μη μου γαμηθεί η φαντασίωση), και μετά θα πιάσω Κισλόφσκυ και όσους άλλους βρω σε -οφσκυ. Fight fire with fire, όπως λένε και οι Άγγλοι.

20 Μαΐ 2010

An Invitation to Song-wording

Είχα σήμερα την ιδέα να γράψω μια ιστορία, με σάουντρακ δικό της ένα τραγούδι που με έχει πορώσει τώρα τελευταία.
Θα την ανέβαζα κι εδω, όπως και θα το κάνω, αλλά περαν αυτού, σκεφτόμουν το εξής. Γιατί να μη μαζευτούμε όλοι οι πανταχού τρελαμένοι μουσικόφιλοι επίδοξοι (και μη) γραφιάδες, και να φτιάξουμε ένα άλλο μπλογκάκι, ένα συλλογικό πρότζεκτ με ιστορίες τραγουδιών και τραγούδια ιστοριών;

Όσοι πιστοί, αναμένω να βγάλετε φωνή να το οργανώσουμε.

Άντε, ακόμα; Ξέρω ότι είστε αρκετοί =)



EDIT: Η φωτιά που μπήκε σαν θείο πυρ στον αναγεννησιακό μου πωπό, καθότι ψήθηκαν άτομα που γούσταρα από καιρό να συνεργαστώ μαζί τους, μου έβαλα φτερά στα πόδια και το έστησα σε χρόνο dt.

ΕΔΩ ΕΙΜΑΣΤΕ. Και σας περιμένουμε.

12 Μαΐ 2010

Τρεις βινιέτες

Ο κύριος που πουλάει χαρτομάντιλα

Ο κύριος που πουλάει χαρτομάντιλα στον πεζόδρομο της Μεσολογγίου, φοράει άσπρο μακό μπλουζάκι και γκρίζο υφασμάτινο παντελόνι. Σέρνει ένα καροτσάκι λαϊκής, υφασμάτινο κι αυτό.
Πουλάει τα χαρτομάντιλα 2 ευρώ τα τρία πακετάκια σε ενημερώνει η φωνή του, σιγανή και απαλή, όχι όμως παρακλητική. Ο κύριος που πουλάει χαρτομάντιλα δεν είναι ζητιάνος.
Μέχρι πριν λίγο καιρό, πουλούσε μισό ευρώ το ένα πακετάκι.
Η αιτία της ανατίμησης, σε ενημερώνει η σιγανή φωνή του, είναι ότι αυτά τα χαρτομάντιλα είναι καλύτερης ποιότητας. Είναι πολύ απαλά, σε ενημερώνει η απαλή φωνή του.
Δεν πληγιάζουν τη μύτη σου όταν έχεις συνάχι.

Ο κύριος στη Μεσολογγίου πουλάει χαρτομάντιλα που δεν πληγιάζουν τη μύτη σου όταν έχει συνάχι, Μάη μήνα.
Το Μάη κανείς δεν είναι κρυωμένος.
Πολλοί, όμως, υποφέρουν από τις αλλεργίες.



Τα βιβλία που διαβάζαμε παιδιά

Όταν ήμασταν παιδιά, σχεδόν όλοι είχαμε κι από ένα βιβλίο των εκδόσεων Σ. Όλα τα βιβλία των εκδόσεων Σ. είχαν χοντρό εξώφυλλο και πλούσια εικονογράφηση.
Οι εκδόσεις Σ. έβγαζαν αποκλειστικά παιδικά βιβλία. Είχαν κυκλοφορήσει και πολλές σειρές: μία για την ελληνική μυθολογία, μία για τους ήρωες του '21 και μία για διάφορες επιστήμες.
Όσα παιδιά διάβαζαν τα βιβλία τους, έμαθαν πολλά μικροί. Τώρα που μεγάλωσαν, θυμούνται τα βιβλία με νοσταλγία.

Οι εκδόσεις Σ. έχουν τα γραφεία τους στη Λόντου, σ' έναν πεζόδρομο κάθετο στη Μεσολογγίου.
Συχνά -πυκνά βγαίνει από το κτίριο ένας υπάλληλος και κάνει τσιγάρο.
Ο υπάλληλος αυτός δεν πήρε χαρτομάντιλα από τον κύριο που τα πουλάει 2 ευρώ τα τρία πακετάκια, παρόλο που έχει συνάχι.
Πήρε, όμως, ένα λαχείο από το λαχειοπώλη.




Οι φοιτητές

Πολλοί φοιτητές πίνουν τον καφέ τους στη Μεσολογγίου. Φορούν όλοι τους άνετα ρούχα, λίγο ιδιαίτερα, έχουν ιδιαίτερα κουρέματα και κάθονται άνετα στις άβολες καρέκλες, χαϊδεύοντας τα μαλλιά τους ή παίζοντας νωχελικά με τα γένια τους.
Σε πολλά τραπέζια κάθονται μόνο κορίτσι, αλλά δεν υπάρχει τραπέζι στο οποίο κάθονται μόνο αγόρια.
Όλοι δείχνουν πολύ απορροφημένοι από τις συζητήσεις τους, αν και κάθε φορά που περνάει κάποιος, τον κοιτάζουν.
Συχνά κοιτάζουν και όσους κάθονται στα άλλα τραπέζια, αλλά μόλις τους ανταποδώσουν το βλέμμα, γυρνάνε τη ματιά τους αλλού.

Κάποια στιγμή, ένας φοιτητής με όχι τόσο ιδιαίτερο ντύσιμο και κούρεμα, σηκώνεται από το τραπέζι και πλησιάζει τον υπάλληλο των εκδόσεων Σ., ο οποίος αγοράζει ένα λαχείο από ένα γέρο λαχειοπώλη.
Ο φοιτητής κρατάει ένα φύλλο χαρτί, αλλά δεν το δείχνει στον υπάλληλο των εκδόσεων Σ. Ούτε αγοράζει λαχείο από το λαχειοπώλη. Μόνο μιλάει για δύο δευτερόλεπτα με τον υπάλληλο, ο οποίος του σχεδιάζει νοερά μια διαδρομή.

Ο φοιτητής φεύγει.

7 Μαΐ 2010

Άλμπατρος και κρασοφαντάσματα

God save thee, ancient Mariner
From the fiends, that plague thee thus
Why look'st thou so ? - With my cross-bow
I shot the ALBATROSS.
...
Ah. well a-day. what evil looks
Had I from old and young
Instead of the cross, the Albatross
About my neck was hung.


(Samuel Taylor Coleridge,
“The rime of the ancient mariner")




Βγαίνω έξω, και στο δρόμο σέρνεται θυμός και στενοχώρια. Βήματα βαριά, σαν να έχει χυθεί μολύβι στις σόλες. Σαν να φοράμε όλοι μπότες αντί για πέδιλα. Μάη μήνα. Στο δρόμο που καίει.
Το κεφάλι σκυφτό, δεμένο σακί στο λαιμό, ένα ψόφιο άλμπατρος μέσα. Οι δυσκολίες. Μεγάλα φτερά – τέσσερα μέτρα το γαμίδι, όλο μέσα, κι εσύ το κουβαλάς.
Γυρνάω στο σπίτι γρήγορα, πόνος στην κοιλιά, όχι άλλο αίμα στο δρόμο, σπίτι.

Εκεί άλλος, διαφορετικός μικρόκοσμος, άλλα άλμπατρος. Τι θα φάμε σήμερα και τι θα φάμε αύριο, τι θα πάρεις απο το μάρκετ και τι θα κάνεις. Εδώ ο κόσμος χάνεται και ο χρυσός λωτός κουνάει τα κουδούνια της ζώνης του.

Παρένθεση, ξέχασα πως δεν είσαι στο μυαλό μου. Ξεχνάω πολλά τώρα τελευταία. Στην “Ιστορία του σεξ”, που λες, λοιπόν, που υποτιτλίζω για εξάσκηση και για να δουλεύω το μυαλό μου, ή για να το ξεκουράζω όταν το βιβλίο αρχίζει να πονάει, λέει για τους ταοϊστές ότι είχαν πολλές σεξουαλικές μεταφορές. Χρυσοί λωτοί και κορμοί από νεφρίτη κάνουν ό,τι κάνουν ταμουνιάκιοιπούτσοι. Όταν η γυναίκα η χρυσολωτεμένη κουνάει τα κουδούνια στη ζώνη της, είναι από πάνω. Κάουγκερλ κι έτσι, όπως λέμε εμείς. Ποίηση της ποιήσεως για την παλαιότερη πράξη του κόσμου. Ωραία ήταν. Και οι καουμπόηδες καλοί είναι.

Μεταφράζω την ιστορία του σεξ και το σεξ έχει γίνει ιστορία. Καλύτερα έτσι. Θα προτιμήσω την ποίηση μια φορά στη ζωή μου. Ξέρεις, κάποτε δεν ήμασταν έτσι. Είχαμε ξεπεράσει την ποίηση, είχαμε φτάσει σχεδόν στη θεουργία. Ήμασταν η Ιστάρ και ο Τούθμωσις, ταξίδι στη Μεσοτοπαμία σε κρεβάτια που μυρίζουν μέλι. Κάποτε αγαπούσαμε. Μετά πληγωθήκαμε και είπαμε να μην το ξαναπροσπαθήσουμε, γιατί κλάψαμε. Στο λαιμό μας είχε γεννηθεί το πρώτο μας άλμπατρος, και πάλευε για το πρώτο του σκουλήκι.

Όχι πως και στις Μεσοποταμίες και τις αρχαίες Ινδίες το έπαιζαν ιππότες. Ήταν κάτι τυπάδες, οι nagaraka, κοσμικοί νέοι της καλής κοινωνίας, που φλέρταραν τις κοπελίτσες με ψεύτικα λόγια αγάπης, τα οποία τους τα έλεγαν ειδικά εκπαιδευμένοι παπαγάλοι. Μεγάλη επιτυχία οι nagaraka. Από εκεί ίσως να έβγαλαν οι κοπελίτσες το “μακριά απο nagaraka, γιατί θα σου βγει malaka”.

Αστειάκια. Όπως και 'χει, αρκετά με τους παπαγάλους, πολύ φανταχτερό πούπουλο για το τίποτα. Άσε που ήδη έχουμε άλμπατρος, πτηνοτροφείο θα ανοίξουμε;

Κρασί. Και ο Lynch να με λυντσάρει με βρώμικο industrial blues. Φαντάσματα ξεπροβάλλουν, που παρά την άϋλη υπόστασή τους είναι στην πίσσα και στα πούπουλα. Φαντάσματα που κανείς ghost-buster δε θα παγιδεύσει, γιατί θα του κοπανήσω το άλμπατρός μου στο κεφάλι.

Άντε γαμήσου, Τούθμωσι. Δεν ήσουν ποτέ παπαγάλος, αλλά πέταξες κι εσύ μακριά μόλις με είχες κάνει θεά. Σήμερα σου γκρινιάζω, γιατί άφησες το άλμπατρός σου να κρώξει κάποτε τόσο δυνατά, που ήρθαν κι άλλα άλμπατρος και πέταξαν μαζί, τραβώντας σε από πίσω τους. Και πετάς και ταξιδεύεις μόνος σου, χαμένος μέσα σε ένα σμήνος θαλασσοπούλια.

Άντε γαμήσου, Τούθμωσι. Σήμερα σου γκρινιάζω, μη φοβάσαι, αν τυχόν φοβάσαι, μόνο λίγο είναι και μόνο σήμερα. Θα μου περάσει αύριο. Σε θυμάμαι συχνά αυτές τις μέρες γιατί ξύνω και ξαναξύνω πράγματα, για να θυμηθώ ότι, παρά τα γαμημένα άλμπατρος και λοιπά θαλασσοπούλια και παραδεισοπούλια, υπάρχουν και όμορφα πράγματα στη ζωή.
Σε θυμάμαι γιατί σε τρεις μέρες κλείνω ένα τέταρτο του αιώνα (πώς λέμε ένα τέταρτο του κιλού κιμά), και ψάχνω να βρω έναν τρόπο να μη γίνω κιμάς από τις κουτσουλιές.
Σε θυμάμαι γιατί πολύ θα ήθελα να ακούσω το χνούδι της φωνής σου, που με γρατζουνάει σαν νύχι άλμπατρος, ακόμα κι αν μου 'λεγες “ώχου ρε παιδάκι μου”.

Αλλά εσύ πετάς με τα δικά σου πουλιά και δε θα το μάθεις, κι ίσως είναι καλύτερα. Τα κουτσουλημένα αγάλματα ξεχασμένων θεαινών δεν είναι και το καλύτερο θέαμα.

Παρόλα αυτά, άντε γαμήσου Τούθμωσι. Γιατί, αν και θα μου έχουν περάσει όλα αυτά αύριο, γιατί πρέπει να είμαι δυνατή με τις κουτσουλιές και τα άλμπατρος, τις μπότες καλοκαιριάτικα και τους ματωμένους δρόμους, και το hangover που θα 'χω κονομήσει, παρόλα αυτά λοιπόν, σήμερα μου λείπεις.

3 Μαΐ 2010

Always look on the bright side of crisis

Την αφορμή για αυτό το κειμενάκι την έδωσε η κυρία Μέρκελ, κάτι αριθμοί (ή, μάλλον η έλλειψή τους) και οι πανικοβλημένοι συγγενείς που με πήραν πρωί πρωί, πριν πιω καφέ και κάνω τσιγάρο, για να μου πουν: ΚΥΡΙΟΙ, ΤΗΝ ΠΟΥΤΣΙΣΑΜΕ.


Ξέρεις τι γίνεται. Όταν μαθαίνεις δυσάρεστα νέα πριν τον καφέ και το τσιγάρο, σε επηρεάζουν ακόμα πιο πολύ. Σε ρουφάνε σε εκείνο το σκοτεινό μάελστρομ δίχως γυρισμό που λέγεται “ξεκίνησε η μέρα μου στραβά”. Πλήθος άπειρων γεγονότων άλλαξε την πορεία της ιστορίας επειδή ξύπνησαν στραβά κάποιοι. Λένε, για παράδειγμα, ότι ο Πόντιος Πιλάτος είχε ξυπνήσει με πονοκέφαλο τη μέρα που του φέρανε κάποιον Γεσούα. Ότι ο Μάρκος Αντώνιος και η Κλεοπάτρα είχαν ερωτικό καυγαδάκι το πρωί της μέρας της μάχης στο Άκτιο. Ότι ο Τσαρλς Μάνσον είχε δει εφιάλτη ότι κυνηγούσε να τον ξεκοιλιάσει η Σάρον Τέητ. Τέτοια πράγματα.


Ωστόσο, εμείς εδώ στο μπλογκάκι δε χαμπαριάζουμε από τέτοια. Έχουμε αποκτήσει ανοσία στα δυσάρεστα νέα, ακόμα κι αν δεν έχουμε καφέ και τσιγάρα. Αντ΄αυτού, αντιδρούμε ως εξής: φτιάχνουμε καφέ και στρίβουμε τσιγάρο.


Ωραία, την πουτσίσαμε. Ωραία, θα είμαστε φτωχοί και καταφρονεμένοι. Ωραία, δε θα έχουμε στον ήλιο μοίρα.


Και θα είναι γαμάτα.


Μη με παρεξηγείς, αναγνώστη. Δεν είμαι στην κοσμάρα μου. Η μάλλον, είμαι. Αλλά αυτό το απαιτεί η δουλειά που διάλεξα. Να γράφω. Ούτε βολεμένη είμαι. Οι γραφιάδες πεινάνε, ξέρεις, με ή χωρίς οικονομική κρίση. Κι αυτό γινόταν ανέκαθεν.


Στο θέμα μας όμως. Ναι, θα είναι γαμάτα, κι όσο πιο φτωχοί γίνουμε, τόσο πιο γαμάτα θα είναι. Γιατί κακομάθαμε. Γιατί συνδυάσαμε, όπως έχω ξαναγράψει, την ευτυχία με την οικονομική ευημερία. Προσπαθήσαμε για τα πολλά, χωρίς να έχουμε εξασφαλίσει καν τα λίγα. Γεμίσαμε με νεόπλουτους, και μετράμε εδώ και χρόνια το πόσο γαμάτος είναι κάποιος με βάση τα ρούχα που φοράει, τα σπίτια που έχει και το αμάξι που οδηγεί. Πήγαμε όλοι να γίνουμε επιστήμονες, ενώ δεν έχουμε καν εργάτες. Αλλά όχι, το δικό μου το παιδί δε θα δουλέψει οικοδομή. Το δικό μου το παιδί θα γίνει δικηγόρος και γιατρός. Θα γεμίσουμε τη χώρα με άχρηστα πτυχία που δε θα απορροφηθούν ποτέ και που η μόνη τους χρησιμότητα είναι να γίνουν κωλόχαρτα.

Σταματάω να κράζω. Σας υποσχέθηκα χιούμορ και χαμόγελο.

Να, λοιπόν, καλέ μου αναγνώστη, γιατί θα είναι γαμάτα με την κρίση:


    1. Θα αδυνατίσουμε: Παχαίνεις επειδή δεν μπορείς να αντισταθείς στις σοκολατίτσες και στα σκατολοϊδια. Ε, με την κρίση, δε θα μπορείς να έχεις αυτές τις πολυτέλειες. Θα αγοράζεις μόνο τα απολύτως απαραίτητα, κοινώς τέρμα οι σοκολατίτσες και τα σκατολοϊδια. Σιγά σιγά θα γίνουμε όλοι στυλάκια.

    2. Θα κόψουμε τις καταχρήσεις: Έτερη πολυτέλεια, είπαμε, μόνο τα απολύτως απαραίτητα.

    3. Θα γίνουμε eco-friendly (άθελά μας, φυσικά): Με τόσο που έχει πάει η βενζίνη, σιγά-σιγά θα αφήσουμε το αυτοκίνητο και θα πιάσουμε το παλιό μας ποδήλατο ή τα ποδαράκια μας. Και θα σταματήσουμε να βασανίζουμε το περιβάλλον και θα αποκτήσουμε κορμάρα.

    4. Θα αδειάσουν οι πόλεις: Αφού στις πόλεις δε θα βρίσκουμε δουλειά, θα τραβήξουμε όλοι σιγά-σιγά για τα πατρικά μας. Ποια πατρικά; Το σπιτάκι του παππού στο χωριό, το κτήμα της θείας έξω από την πόλη, το σπίτι των γονιών στην επαρχία. Θα αξιοποιηθεί κάθε ταράτσα, κάθε σοφίτα, κάθε δώμα. Οι πιο γενναίοι θα φτιάξουν δικά τους χωριά με cob, τα οποία έχουν πολύ χαμηλό κόστος. Οι ακόμα πιο γενναίοι (έχω 2-3 παραδείγματα), θα το ρίξουν στην αγροτιά. Όλη η Ελλάδα θα αποκτήσει ζωή, και δε θα παστώνονται όλοι στα αστικά κέντρα σαν σαρδέλες. Και όλοι ξέρουμε τα καλά της εξοχής: καθαρός αέρας, δέντρα, συμφιλίωση με τα έντομα και την άγρια φύση κτλ κτλ. Άσε που θα νομιμοποιηθεί και το ελεύθερο κάμπινγκ, γιατί κανείς δε θα έχει λεφτά να πληρώνει ξενοδοχεία.

    5. Θα ανοίξουν νέες δουλειές: Όσοι πάρουμε απόφαση ότι το πτυχίο μας χρησιμεύει για σκούπισμα μετά την αφόδευση, θα κάνουμε κάτι άλλο. Θα γίνουμε μοδίστρες, γιατί δεν θα υπάρχουν χρήματα για καινούρια ρούχα, και θα μπαλώνουμε και θα γαζώνουμε. Θα γίνουμε τσαγκάρηδες, γιατί δε θα υπάρχουνε χρήματα για παπούτσια. Θα γίνουμε οινοπαραγωγοί, καστανάδες και σαλεπάδες, γιατί δε θα υπάρχουν χρήματα για johnny black label και ντελικατέσσεν. Θα γίνουμε παραμυθάδες, από χωριό σε χωριό, γιατί δε θα υπάρχουν εκδοτικοί.

    6. Θα γράψουμε το νόμισμα στα υποδήματά μας (αυτά που μας διόρθωσε ο κολλητός μας που έγινε τσαγκάρης): Αφού δε θα έχουμε στον ήλιο μοίρα, το νόμισμα θα χάσει σιγά-σιγά τη δύναμή του. Θα αρχίσουμε ξανά να ανταλλάσσουμε αγαθά ή υπηρεσίες. Π.χ., θα σου κάνω αγγλικά μια ώρα, αν μου μαγειρέψεις, θα σου κρατήσω το παιδί αν μου καθαρίσεις το σπίτι κτλ κτλ.

    7. Θα αρχίσουμε να γνωριζόμαστε: Επειδή δε θα βγαίνουμε οικονομικά να πηγαίνουμε στο τάδε κλαμπάκι ή μπαράκι, θα αρχίσουμε όλοι να αράζουμε σε πλατείες, με ένα μπουκάλι κρασί από τον κολλητό που το έριξε στα αμπέλια. Στην αρχή όλοι θα γκρινιάζουμε. Μετά για να ξεχάσουμε τον πόνο μας, θα το ρίξουμε στο αλκοόλ. Θα πούμε ένα αστείο με τη διπλανή παρέα. Ε, μετά θα γελάμε όλοι μαζί.

    8. Θα αναθεωρήσουμε αξίες και αρχές: Αφού καθετί κουλ και γαμάτο, ήτοι ακριβό και ποζεράδικο, θα έχει πέσει σε αχρησία, δε θα ζηλεύουμε το διπλανό μας για το αμάξι του, αλλά επειδή γελάει τόσο ή είναι με τον τάδε άνθρωπο. Θα ζηλεύουμε πάλι, μεν, για πιο ουσιώδεις λόγους δε. Σιγά-σιγά, επειδή θα ανακτάμε την ανθρωπιά μας, ίσως (ίσως λέω), να σταματήσουμε να ζηλεύουμε επιτέλους.

    9. Θα σταματήσουμε να νιώθουμε μόνοι: Αφού θα μαζευόμαστε όλοι σε πλατείες και όχι πίσω από την οθόνη ενός υπολογιστή, καθώς στην εξοχή δεν έχει wireless (δεν το ήξερες αυτό, καλέ;) θα κάνουμε πραγματικές συζητήσεις και όχι chat στο facebook. Αντί να παίζουμε WOW, θα παίζουμε RPG. Αντί να γράφουμε σε blogs, θα λέμε ιστορίες. Αντί να περνάμε τα βράδυα μπροστά από την τηλεόραση, θα κάνουμε σεξ.

    10. Θα σταματήσουμε να είμαστε ΜΙΖΕΡΟΙ, διότι, μάτια μου, η φτώχεια θέλει καλοπέραση.

28 Απρ 2010

Όταν έρχονται τα σύννεφα (μια ονειροφαντασία)




Νύχτα. Έξω το φεγγάρι ολόγιομο. Η φθινοπωρινή δροσιά των Απαλαχίων γεμίζει με δροσοσταλίδες τα μεγάλα, καφετιά φύλλα της σφενταμιάς. Ένα νεαρό κορίτσι στέκεται στην πέργκολα έξω ένα το μικρό, ξύλινο σπίτι. Δίπλα της κάθεται μια ηλικιωμένη γυναίκα, τυλιγμένη σε μια καρό μάλλινη κουβέρτα. Ένα ραδιοφωνάκι, στο τραπεζάκι δίπλα, ακριβώς πλάι από ένα μπουκάλι τζιν, παίζει μια μουσική από αλλοτινούς καιρούς.
Το κορίτσι ανάβει τσιγάρο.

“Δώσε λίγο και στη γιαγιά σου, ντε.”.
“Ο γιατρός είπε ότι δεν κάνει.”
“Ο γιατρός να πάει να πνιγεί. Εξήντα χρόνια καπνίζω και είμαι υγιής σαν κοριτσάκι.”
“Γιαγιά!”
“Έεεεέλα, χιόνα μου. Στρίψε μου εσύ ένα τσιγαράκι και εγω θα σου πω μια ιστορία.”
“Από αυτές που μ' αρέσουν;”
“Από αυτές που σ'αρέσουν.”

Λίγα δευτερόλεπτα μετά, η κοπελίτσα κάθεται δίπλα στη γριά, τυλίγεται κι αυτή με την κουβέρτα, της δίνει το τσιγάρο και πίνει μια μεγάλη γουλιά από το τζιν. Με τη σειρά της, η γιαγιά παίρνει μια μεγάλη τζούρα από το στριφτό. Συνοφρυώνεται. Κοιτάει το τσιγάρο.

“Τι είναι αυτό, παιδάκι μου;”
“Με γεύση λεμόνι.”
“Αηδία είναι! Στην εποχή μου είχαμε αληθινά τσιγάρα. Κι αληθινά λεμόνια. Αλλά όχι και τα δυο μαζί.”
“Την ιστορία, γιαγιά”, κάνει η μικρή.

“Την ιστορία, καλή μου, βεβαίως. Ήταν κάποτε, που λες, πολύ πολύ παλιά, όταν ήταν ο κόσμος νιογέννητος και δεν υπήρχαν ακόμα τα τσιγάρα λεμόνι, μια χώρα πολύ μακριά από δω, στη Νότια Ευρώπη. Εκεί ζούσε μια κοπελίτσα, καληώρα σαν κι εσένα, όμορφη και ζωηρή. Θα 'ταν δε θα 'ταν είκοσι χρονών όταν αγάπησε για πρώτη φορά ένα παλικαράκι, όμορφο και ζωηρό κι αυτό. Από εκείνες τις αγάπες τις πρώτες, που είσαι σίγουρος ότι θα κρατήσουν για πάντα, γιατί είσαι ακόμα αθώος, ονειροπόλος και φτιάχνεις κόσμους με ένα σου φύσημα.

Ωστόσο, αυτές οι αγάπες υπάρχουν μόνο στα παραμύθια. Ακόμα κι εκεί δε μας λένε τι έγινε μετά το “αυτοί καλά κι εσείς καλύτερα”. Γιατί εκεί είναι που αρχίζουν τα δύσκολα.
Στην πραγματική ζωή, τα πιο όμορφα πράγματα τελειώνουν γρήγορα.
Κι αυτό, φυσικά, τελείωσε. Κι ούτε κι αυτός ούτε η κοπέλα μπορέσανε να γλιτώσουνε τον κοινό τους κόσμο, απεναντίας, βρεθήκανε με τρεις κόσμους διαλυμένους. Κι αυτό, πονούσε πολύ στην αρχή. Μετά, μουδιάσανε, και πιάσανε ο καθένας να μαζεύει ό,τι μπορούσε να σώσει.
Ήταν πολλές οι φορές που τον έφερνε στο μυαλό της, πάντα τις πιο χαρούμενες ή πιο θλιμμένες στιγμές. Όταν, π.χ., τελείωσε τη σχολή, ή όταν μεθούσε τα βράδι με αλκόολ, όταν έβλεπε μια πραγματικά ωραία ταινία, ή όταν τον έβλεπε στον ύπνο της. Όταν καθόταν με φίλους κι ακούγανε μουσικές κουλουριασμένοι, με το στόμα τους μουσκεμένο από το αψέντι, εκείνη τη βραδιά του καλοκαιριού που η κοπέλα της ιστορίας μας θα είχε τρελαθεί αν ένας άσχετος, μα τόσο καλόκαρδος στην ασχετοσύνη του, γνωστός της δεν έλεγε με αφέλεια παιδιού: “Εντάξει, καλή κιθάρα παίζουνε αυτοί οι Floyd”, κι εκεί που έξι άτομα χανόντουσαν στην θλίψη μιας απώλειας που δεν έπρεπε να υπάρχει, γιατί ήταν ακόμα νέοι και είχανε όλη τη ζωή μπροστά τους, αυτοί οι έξι, λοιπόν, ανασηκωθήκανε, τον κοιτάξανε καλά-καλά, πρώτα θυμωμένοι για κάτι που τους φαινόταν ιεροσυλία, μα αμέσως μετά λυθήκανε σε ένα γέλιο με τόση λύσσα, που καθάρισε η ψυχή τους.

“Και το αγόρι ήταν κι αυτό λυπημένο, γιαγιά;”
“Φυσικά κι ήταν.”
“Και καθάρισε κι αυτουνού η ψυχή;”
“Ολωνών καθαρίζουν, μάτια μου”.
“Και ξαναβρέθηκαν;”
“Ξαναβρέθηκαν. Αλλά δεν ήταν όπως πριν. Τα χρόνια είχαν κυλήσει, αυτή ήταν πια γυναίκα, κι εκείνος άντρας. Κι είχαν τραβήξει άλλους δρόμους. Και δεν μπορούσαν να φέρουν κοντά τους δρόμους αυτούς, γιατί αυτό που αγαπούσαν ο ένας στον άλλον τόσο χρόνια ήταν μονάχα μια ιδέα, ένα σύμβολο, το μεγαλείο του πρώτου έρωτα.”
“Κι αυτό η κοπέλα αποφάσισε να μην το χάσει ποτέ, να το διαλαλήσει, να θυμηθεί όλος ο κόσμος τι πάει να πει αυτή η ακατέργαστη αγάπη της πρώτης αθωότητας. Γιατί, βαθιά μέσα της, τον ευχαριστούσε που την βοήθησε να ζήσει κάτι τόσο θαυμάσιο.”

“Και τι έκανε για αυτό η κοπέλα;”
“Άρχισε να λέει ιστορίες.”
“Και το αγόρι;”
“'Εκανε τα δικά του, εξίσου όμορφα πράγματα.”

Για λίγο έπεσε σιωπή. Κοιτούσαν κι οι δυο μακριά τον ορίζοντα. Τα αστέρια φάνταζαν ολόλευκα, σχεδόν από χιόνι, και μια μουντάδα διαιφαινόταν στο βάθος. Έρχονταν σύννεφα.
Η κοπελίτσα τράβηξε ακόμα μια τζούρα.

“Ωραία μουσική αυτή που ακούμε, γιαγιά. Ποιο συγκρότημα είναι;”
Η ηλικιωμένη χασκογελάει.
“Δεν είναι συγκρότημα, καρδούλα μου. Είναι ένας συνθέτης από την πατρίδα μου. Λέγεται Μάνος Χατζηδάκις.”

Η μικρή κοιτάει κάτω. Κλωτσάει ένα χαλίκι. Και αγχωμένα, σχεδόν τρεμάμενα, ρωτάει:


“Και η ιστορία πώς τελειώνει;”
“Εεεεεχ, κι εσύ, πώς τελειώνει. Λες και όλες οι ιστορίες κρίνονται από το τέλος”, λέει η γιαγιά και πίνει μια γουλιά τζιν. Ρουφάει ακόμη μια τζούρα. “Να πώς τελειώνει η ιστορία: έγινα συγγραφέας, πήρα την υποτροφία, ήρθα στην Αμερική, γνώρισα τους Fleet Foxes και παντρεύτηκα τον παππού σου τον Ρόμπιν.”

Efect Dr. Pay

Και να, λοιπόν, που γίναμε συνομώτες, σύντροφοι, συνένοχοι.

Και να το αποτέλεσμα.

Όσοι μπορείτε, σπεύσατε. Όσοι μένετε μακριά, υπομονή, από Οκτώβρη και στην Αθήνα.

And wish us to break a leg!

27 Απρ 2010

Post-punk psychedelic lemons



Τρίτη σήμερα, καμμιά υποχρέωση να σηκώσω τον αναγεννησιακό μου πωπό και να τραβήξω προς κέντρο. Σηκώνομαι στις δέκα, καφές, τσιγάρο, τα κλασικά κάθε-μέρα-τηλέφωνο, είδε ο κος Τάδε αυτό που του άφησα; Είναι εκεί ο κος Δείνα για την τάδε δουλειά; Όχι, δεν το είχε δει και όχι δεν είναι εκεί.

Ακόμα ένα κλασικό πρωινό.

Αλλά όχι, αυτό το πρωινό δεν είναι κλασικό. Έρχεται πάλι ο άντρας της ζωής μου, ο πάππος. Αυτός ο άνθρωπος έχει σκουλήκια στον πωπό του (ευτυχώς, δεν είναι αναγεννησιακός, ο πωπός, όχι ο πάππος), αυτή τη φορά πάλι καλα που έρχεται με αεροπλάνο και όχι με το αγαπημένο του νυχτερινό τρένο.

Αυτό σημαίνει τρία πράγματα: 1. Ασκήσεις ηρεμίας για όταν θα χτυπάει την πόρτα ενώ γράφω (το κακό της υπόθεσης). 2. Τσιπουράκια (το καλό της υπόθεσης). 3. Ότι σήμερα θα φτιάξω grandpa-friendly φαϊ.

Ο παππούς μου είναι 85 χρονών έφηβος, κι όσο και να θέλει το εφηβικό του τσαγανό να πειραματίζεται, αλλά τόσο δε θέλω να πειραματίζομαι εγώ με τα 85 του χρόνια. Ήτοι, από δω και στο εξής παίζει πάλι προσαρμογή στο διαιτολόγιο. Σούπες, κοτόπουλα, σούπες, κοτόπουλα. Και ρύζι.

Ας είναι, κοτόπουλο λεμονάτο σήμερα. Με ρύζι.

Το κοτόπουλο, για να είναι grandpa-friendly, πρέπει να βράσει αργά και βασανιστικά στο ζουμάκι του. Κοινώς, δεν έχει βόλτα σήμερα, διότι των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν κάνουν βόλτες, και μαγειρεύουν όταν πεινάσουν, αυτά ή ο παππούς. Άρα, μέσα σήμερα το πρωί.

Άντε να δει η κυρία Πούκα τι θα κάνει έγκλειστη σε μια τόσο ωραία ημέρα.


Αυτό σκεφτόμουν όταν νούνιζα (αυτό το έλεγε η Παρθένα στο “Εμείς κι Εμείς” και, ΘΕΕ ΜΟΥ ΣΕ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΜΗ ΜΕ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΤΟ ΕΜΕΙΣ&ΕΜΕΙΣ, ΗΤΑΝ Η ΠΙΟ FAIL ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΕΙΡΑ, ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΤΟ SEVENTH HEAVEN, Ω ΘΕΕ ΜΗ ΜΟΥ ΘΥΜΙΖΕΙΣ ΤΟ SEVENTH HEAVEN!) πάνω από το φαϊ. Νούνιζα κι άλλα πράγματα, γιατί άκουγα το “Brian Eno” από MGMT, το οποίο είναι ένα πολύ όμορφο πάντρεμα ποστ-πανκ και ψυχεδέλειας, και ο νους μου έτρεχε σε κάτι πολύ ποστ-πανκ ψυχεδελικά σκηνικά σχεδόν ένα χρόνο πριν, και αποφάσισα να γράψω μια ιστορία για εκείνη τη βραδιά. Αλλά αυτό δε μας ενδιαφέρει τώρα, σωστά; Πάνως να ξέρετε, έτσι συλλαμβάνονται όλες οι ιδέες. Όταν νουνίζεις στις πιο άκυρες στιγμές.

Και νούνιζα, τελοσπάντων, ποστ-πανκ και ψυχεδελικά, και να ανακάτεμα το φαϊ και να στύψιμο τα λεμόνια. Λυσσαλέο στύψιμο. Στο τέλος έμεινα με τα κουκούτσια στο χέρι.


ΚΟΥΚΟΥΤΣΙΑ ε? Χα! Στο χέρι, ε; Χα! Σκάει χαμόγελο. Πιάνω τάπερ, μπαμπάκια, ρίχνω κουκούτσια, νάιλον, τρύπες στο ναϊλον, έξω. Pooka-friendly θερμοκηπιάκι. Λεμονιές. Μυρίζουν υπέροχα οι σκασμένες, και ζηλεύω που η μαμά που απέκτησε δεύτερη καταλάθος, επειδή της έπεσε κουκούτσι στο χώμα από την πρώτη λεμονιά.

Οπότε να 'μαι πολύτεκνη για ακόμα μια φορά. Πλάκα έχει. Θα έχω το ταπερόνι να λιάζεται όλη τη μέρα, και το βράδυ θα το παίρνω δίπλα μου, θα τους βάζω ποστ-πανκ ψυχεδέλειες και θα του λέω λόγια αγάπης. Θα αποκτήσω τις πιο γαμάτες ποστ-πανκ ψυχεδελικές λεμονιές.


Κι ενώ σκεφτόμουν όλα αυτά, έγινε κ το φαϊ. Το σβήνω με μπίρα.

Στην υγειά σου, παππού.

Στην υγειά σας κι εσάς που με διαβάζετε (εννοείται πήρα την υπόλοιπη μπίρα να την πιω).


Σε λίγα χρονάκια θα πίνουμε corona με ποστ-πανκ ψυχεδελικό λεμονάκι μέσα!


Ορίστε κι ένα τραγούδι, μπορεί να μην είναι ποστ-πανκ ψυχεδέλεια, αλλά ταιριάζει γάντι στο ποστ.



25 Απρ 2010

Πώς λάτρεψα (ξανά) τους MGMT



Άκουσα το δεύτερο άλμπουμ των MGMT λίγο πριν ανέβω στην πόλη μου για Πάσχα. Κάτι δεν έστεκε καλά με αυτό το άλμπουμ, ήθελα να μου αρέσει και δε μου άρεσε ή ήθελα να μη μου αρέσει και μου άρεσε. Δεν είχα επιλύσει το θέμα μέσα μου και με ενοχλούσε, γιατί είναι σπαστικό να μην ξέρεις αν σου αρέσει κάτι σε βιβλίομουσικήταινία. Αν δεν μιλάει εκεί το gut σου, πού θα μιλήσει; Πάνω, στην μικρή πόλη της Υπερβορέας, έπιασα τα γνωστά μούτρα που ακούνε αυτά πανωκάτω που ακούω και εγώ να μου πουν τη γνώμη τους. Δεν το είχαν ακούσει ακόμα.

Ξεχάστηκα κι έκανα το Πάσχα μου ήσυχα κι ωραία, χωρίς να με απασχολήσουν άλλο οι MGMT. Το Πάσχα πέρασε και κατέβηκα κάτω, όπου βούλιαξα για άλλη μια φορά στην ήσυχη ρουτίνα που κατάφερα να φτιάξω τον τελευταίο ενάμιση μήνα, ήτοι έρευνα-μαθήματα-λίγο γράψιμο-μουσικές και καμιά βόλτα ή άραγμα με φίλους σπίτι, τις πρώτες βραδινές ώρες, με καμιά ταινιούλα/μπιρίτσα/στρούντελ πορτοκάλι.

Σήμερα η μέρα ξεκίνησε κατά τας Γραφάς: έρευνα-λίγο γράψιμο-διάβασμα. Πήρα προχτές, σε μια θυελλώδη εξόρμηση στα βιβλιοπωλεία, το “The Crying of Lot 49” του Pynchon, όπου και ξεκίνησα να το διαβάζω. Μέσα στην ακόμα πιο θυελλώδη μεταμοντέρνα γραφή του μπαρμπα-Τόμας, με μια τύπισσα που τη λένε Οιδίπα (τζίζαζ), γραμματόσημα και συνομωσίες, ψάχτηκα στην παιδεία της Βίκυς για το βιβλίο, και μετά για τα άλλα του βιβλία, και για ταινίες που έγιναν, αν έγιναν, με βάση τα βιβλία του.

Έγιναν ταινίες. Μία, πιο συγκεκριμένα. Γερμανική, για την ακρίβεια.

Ρίγησε η ψυχούλα μου, και πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την τριχοτόμηση του Πλάτωνα, τον οποίον και δε χωνεύω, αν και θα έπρεπε να χωνεύω, γιατί έγραφε φαντασίες κι αυτός (κάτι ανάλογο με αυτά που νιώθω για το δεύτερο άλμπουμ των MGMT τελοσπάντων), το πνευματικό κομμάτι, στο μυαλό, θεώρησε ότι θα ήταν καλό να την δω, το δεύτερο, το θυμοειδές, στο στήθος, χάρηκε και γούσταρε που υπάρχει τέτοια ταινία, και το τρίτο, το επιθυμητικό, στο συκώτι, τσίριξε, ούρλιαξε και το έβαλε σκοπό ντε και σώνει να την αποκτήσει. Το θυμοειδές, το ευγενικό συναίσθημα, συμβιβάστηκε και το πνευματικό, το εγκεφαλικό, έβγαλε το σκασμό, καθώς είδε ότι τα δυο άλλα είχαν κάνει κόμμα εναντίον του και όσες αντιρρήσεις “συγκεντρώσου στην έρευνά σου, κορίτσι μου” κι αν έφερνε, δε θα έβγαινε αποτέλεσμα.

Δεξιός λόβος πάλι, δηλαδή, ο απεργοσπάστης της λογικής.

Πλατειάζω και λέω άσχετα πράγματα, αλλά θα με συγχωρέσεις, γιατί είναι η ώρα περασμένη και είμαι δεξιόλοβη όλη τη μέρα. Δικαιούμαι να γράψω και καμιά ψυχεδέλεια, εδώ που τα λέμε. Εδώ έγραψαν κοτζάμ MGMT, μετά το ποπ ντεμπούτο τους.

Συνεχίζω: το λαγωνικό μέσα μου αρχίζει και πληκτρολογεί τις συνήθεις ύποπτες διευθύνσεις στο ίντερνετ μπας και την βρει. Νάδα. Λύσσαξα, δε-γίνεται-να-μην-υπάρχει-πουθενά. Πήρε έτσι Holy Grail status, το οποίο σημαίνει ότι δε θα ησυχάσω άμα δεν την βρω. Τελικά, για να καταπολεμήσω τη ζωχάδα μου, ξεβράστηκα σε γνώριμο σάητ με ευρωπαϊκές ταινίες και κυριεύτηκα από ιερή μανία του ράπιντσερ. Μισή ώρα και καμιά δεκαριά αυστηρά γερμανικές ταινίες αργότερα, η δίψα μου κορέστηκε, ησύχασα και συνέχισα την έρευνά μου.

Διαβάζω Λεκατσά αυτό τον καιρό, ένα βιβλίο που καβάτζωσα από τη μάνα μου, για την ψυχή, την ιδέα της ψυχής και της αθανασίας και τα έθιμα του θανάτου. Υπέροχος ο Λεκατσάς, με την απλή γραφή των παλιών αριστερών, και είναι μεγάλη μαγκιά για έναν αριστερό να καταπιάνεται με τέτοια θέματα, τα οποία οι σηκωφρύδηδες αριστεροί του πενήντα έγραφαν στα υποδήματα τους. Άσε που παράτησε και τη Νομική. Άσε που μνημονεύει κι αυτός το “Χρυσό Κλωνάρι” (έτερο Holy Grail της γραφούσης, όχι επειδή δεν μπορώ να το βρω, αλλά επειδή είναι ούμπερ μπελαλίδικο να το διαβάσω, οπότε θα ασχοληθώ μαζί του αφού ψηθώ στο Λεκατσά πρώτα.).

Φαντάζομαι το Λεκατσά παππού, δίπλα στο τζάκι, να σπάει κάστανα με τα αργασμένα αριστερά του χέρια και να λέει στα εγγόνια του ιστορίες από τους πολύ πολύ πολύ παλιούς καιρούς, για ψυχές, μητριαρχίες και ιερούς γάμους. Και όχι, αυτή τη φορά δε θα ψάξω τα τι και πώς και τα γιατί, όπως με τα φωσφοροσκούληκα του Ντύλαν Τόμας. Αρκούμαι στην εικόνα.

Σήμερα, που λες, (αν ακόμα είσαι εδώ, δηλαδή), το κεφάλαιο που καταπιάστηκα έγραφε για την ψυχή, στα μάτια. Πώς, δηλαδή, οι αρχαίοι πίστευαν ότι η ψυχή μπορεί να πάρει τη μορφή μικροσκοπικού ανθρώπου, και πώς κάποιος, κοιτάζοντας μέσα στα μάτια κάποιου άλλου, έβλεπε το μικροσκοπικό του είδωλο, δηλαδή, την ψυχή του. Και το σεβόντουσαν. Κι έλεγαν αυτή την ψυχή, την κρυμμένη στα μάτια , επειδή ήταν μικρή, κι ως μικρή ενέπνεε τρυφερότητα, “παιδί”, “κόρη”, “κορούλα”. Κι από εκεί βγήκε η φράση “φύλα το σαν κόρη οφθαλμού”, δηλαδή σαν την ψυχή σου.

Η ώρα πέρασε και είχα παγανιστεί με αυτά που διάβαζα, ταξίδευα κι εγώ σε ψυχές και μάτια απαλά και λάτρευα, πόσο λάτρευα, τη μουσική που ξεχυνόταν εκείνη τη στιγμή από τον υπολογιστή ίσα μέσα στα αυτιά μου. Αναρωτήθηκα τι ήταν αυτό, δεν το θυμόμουν.

Ήταν το καινούριο άλμπουμ των MGMT.

Γι' αυτό και είμαι ακόμα εδώ, κι ας πέρασε η ώρα, αποκαμωμένη και δεξιόλοβη μα τόσο, τόσο βυθισμένη σε γλυκιά μελαγχολία (παρόλο που δε συμπαθάω αυτή τη φράση, θα σου πω, αν είσαι ακόμα εδώ, κάποια στιγμή γιατί, δεν το ξεχνάω σκόπιμα, απλά πρέπει να ψάξω τα τεφτέρια μου) και να γράφω για άλλη μια φορά ασυναρτησίες, σε χρόνο κάτι-παραπάνω-από-τη-διάρκεια-του-Siberian-Breaks.

Κι ας παρέβην το καθημερινό μου τελετουργικό και δεν είδα ταινία με μπιρίτσα και στρούντελ πορτοκάλι σήμερα, κι ας μην είδα άνθρωπο, παρόλο που θα ήθελα πολύ πολύ πολύ να με κράξει κάποιος αγαπημένος, λέγοντας “βγες λίγο, γριά μου”, απαλά, σαν παιδί, κόρη, κορούλα.



22 Απρ 2010

Πόοοοολεμος; Πόλεμος!

Ακόμη ένα πρωινό στο υπέροχο, λουλουδιασμένο μπαλκόνι μου, στην υπέροχη, λουλουδιασμένη Νεραϊδοχώρα, με μια κουπάρα νες εξ αριστερών και το δεύτερο τσιγάρο να αργοσβήνει στο τασάκι εκ δεξιών, κι εκεί που ετοιμαζόμουν να εξιστορήσω τα τι-και-πού-και-πώς που σας είχα τάξει στην πρηγούμενη καταχώρηση, χτύπησε το κουδούνι.

Ήταν ο ταχυδρόμος.
Έφερνε περιχαρής τους καινούριους λογαριασμούς. 'Η, έτσι, φαντάζομαι, αλλά, ξέρετε τι γίνεται; Όταν φέρνει κάτι απρόσμενο κι υπέροχο, πχ. γράμμα από κάποιον φίλο ή ραβασάκι από ανώνυμο θαυμαστή, ΔΕ θα χτυπήσει το κουδούνι. Θα βρει έναν μαγικό τρόπο να μπει μόνος του μέσα, και να το καταχωνιάσει στο γραμματοκιβώτιο, κι άντε μετά να το βρεις, αν το περιμένεις. Αλλιώς όλα αυτά τα ωραία χάνονται. Δεν εξηγείται αλλιώς το γιατί δεν λαμβάνω γράμματα θαυμασμού ή ερωτικά ραβασάκια, όχι. Αλλά όταν είναι να φέρει λογαριασμούς, αυτό το ποταπό ανθρωπίδιο που λέγεται ταχυδρόμος, τότε αρχίζει γκράνγκα-γκράνγκα τα κουδούνια, σαν να λέει, με χαρά που κυμαίνεται επικίνδυνα ανάμεσα σε οξύμωρη ηλιθιότητα χόμπιτ και τη δηλητηριώδη κακοβουλία του Σάουρον "χαχααχαχαχαχ, κοιτα φίλε μου, όσο οικονόμος και/ή δουλευταράς να είσαι, πάλι θα πληρώσεις τα μαλλιοκέφαλά σου, δεν σου φτιάχνει αυτό τη μέρα;" Και ανοίγεις, μαζόχα, και κατεβαίνεις, και να οι δεές και οι οτέδες. Τα νερά δεν πιάνονται, ακόμα και στην Αθήνα είναι φτηνά. Εκτός αν είσαι γοργόνα και δεν μπορείς να ζήσεις εκτός μπανιέρας, οπότε την πούτσισες.

Φυσικά, αυτά σε μένα δεν περνάνε. Είμαι άριστη και γενναία μαχήτρια. Πόλεμο ήθελε, πόλεμο θα είχε. Έβγαλα περήφανη το εικοσάπλευρό μου, έριξα το will power check, και... Άσσος. Άνοιξα. Κάτω δεν κατέβηκα, αφήνω την ξενέρα για αργότερα. Αλλά ο άσσος ήταν αρκετός στο να συνειδητοποιήσω ότι δεν βρίσκομαι στην υπέροχη, λουλουδιασμένη νεραϊδοχώρα, αλλά στην όχι-τόσο-υπέροχη, λουλουδιασμένη-παρά-ταύτα-και-όλως-περιέργως Αθήνα. Και αυτό με αποτρέπει από το να γράψω για το πώς παραλίγο να γίνω...(δε σας λέω ακόμα, υπομονή). Too much banality.

Όχι, καλοί μου φίλοι. Εμείς εδώ στο μπλογκ (δηλαδή η γράφουσα, οι κάλτσες της, ο Ναθαναήλ ο Τηλεγραφος και ο Κύριλλος ο Ιππόκαμπος) αντιστεκόμαστε σθεναρά στις απόπειρες των πανταχού γκριζοπρόσωπων να μας καταπιούνε. Αντ' αυτού, θα σας πω άλλα πράγματα. Θα σας προτείνω μικρά και όχι-τόσο-μικρά πραγματάκια για να πολεμήσουμε την γκριζοπροσωπάδα της πόλης. Προσοχή: όχι μεγάλα πολιτικά οράματα, μην ξερογλείφεσαι νεαρέ που φλερτάρεις με κάθε λογής -ισμό. Όταν μεγαλώσεις λίγο θα καταλάβεις πως κάθε -ισμός έχει κάτι ύπουλο μέσα σε αυτήν την παυλίτσα και τα τέσσερα γράμματα. Βέβαια, αν καταφέρεις και πιστέψεις σε κάτι που να μην τελειώνει σε -ισμό, θα σου βγάλω το καουμπόικο καπέλο μου.

Έχουμε και λέμε, λοιπόν:

1. Σαμποτάρουμε τα ΛΕΦΤΑ.
Πώς γίνεται αυτό; Απλούστατα. Γίνεσαι θρασύτατος τζαμπατζής. Δε λέω να πρήξεις τους φίλους σου στις τράκες, το τζάμπα πολλοί αγαπήσαμε, τα παράσιτα ουδείς. Εξάλλου και οι φίλοι σου στην ίδια μοίρα με σένα είναι. Επίσης οι φίλοι είναι φίλοι γιατί ενσωματώνουν μια πληθώρα από "συν": σύμμαχοι, σύντροφοι, συνένοχοι. Αν δεν έχουν αυτά τα "συν", τότε δεν είναι φίλοι, οπότε έχεις το ελέυθερο να τους αρμέξεις κανονικά.
...Στο θέμα μας όμως. Σε τι συνίσταται το τζαμπατζιλίκι; Υπάρχουν πολλά μέρη όπου μπορείς να δεις πόσα πράγματα μπορείς να κάνεις τζάμπα ή με πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ πολύ λίγα χρήματα. Second-hand βιβλιοπωλεία και ρουχάδικα, προβολές ταινιών, βραδιες στο σπίτι με επιτραπέζια, δωρεάν μαθήματα, λαθρανάγνωση στο λεωφορείο... Όλα αυτά βέβαια απαιτούν εξαιρετικές ανιχνευτικές ή stealthy ικανότητες.
Επίσης, μπορείς να ΑΝΤΑΛΛΑΞΕΙΣ. Όχι μόνο αγαθά, αλλά και υπηρεσίες, τύπου "Σου μαθαίνω ελληνικά, μάθε μου δική σου γλώσσα στην οποία είσαι σαϊνι", ή "Σου μαγειρεύω, βάλε μου μια σκούπα" (στο σπίτι, πονηρά μυαλά).
Αλλά αν, τελικά, πρέπει να υπάρχει κάποιο νόμισμα, το μπλογκ προτείνει τις ΑΓΚΑΛΙΕΣ. Θα λέγαμε το φιλί, αλλά, καλώς ή κακώς, αν πας στον εβδομηντάχρονο μπακάλη απέναντι να πάρεις πατάτες, ε, θα αμφισβητήσεις το νομισματικό σύστημα, δε θα το αμφισβητήσεις;

2. Σαμποτάρουμε τα ΜΥΑΛΑ των γύρω:
Οι γύρω, καλώς-κακώς-μαγκιά-τους, μπορεί να μην έχουν τα δικά μας τα σκαλώματα. Ωστόσο όλοι μα όλοι μα όλοι υποφέρουμε από την γκριζοπροσωπάδα. Δεν είναι τυχαίο που όλοι σχεδόν εμφανίζουμε μια φορά στη ζωή μας συμπτώματα κατάθλιψης τα οποία ΔΕΝ οφείλονται σε πραγματικά μπελαλίδικους λόγους, όπως π.χ. η απώλεια αγαπημένου προσώπου. Όχι. Οι άνθρωποι γύρω μας, όπως κι εμείς, είναι λυπημένοι γιατί η οικονομία πάει κατά διαόλου, γιατί κλείνουνε δουλειές, γιατί δεν ανοίγουνε δουλειές, γιατί στραγγίζουν το σκατό τους να πληρώσουν λογαριασμούς κτλ κτλ κτλ.
Είναι φανερό πως ο εγκέφαλος τους, όπως κι ο δικός μας, εξάλλου, έχει βραχυκυκλώσει σε ένα κρίσιμο σημείο όπου αντί να λέει ΕΥΤΥΧΙΑ=ΖΩΗ, λέει ΕΥΤΥΧΙΑ=ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΥΗΜΕΡΙΑ. Ε, καιρός να το αλλάξουμε. Πώς; Φτιάχνοντάς τους τη μέρα με μικρά, σχεδόν ασήμαντα σε μέγεθος αλλά καθοριστική σημασίας πράγματα.
Πώς γίνεται αυτό; Απλά, γίνεσαι ο καλικάντζαρος της παράδοσης φέρνοντας τον τακτοποιημένο κόσμο τους ανάποδα. Προσοχή: όχι τρομοκράτης, κανείς δε θέλει έναν κουβά σκατά στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου ή τηλεφωνικές φάρσες στις τρεις τα ξημερώματα.
Όχι. Το σαμποτάζ του μυαλού θέλει όμορφα πράγματα, με τρόπο απαλό. Φύτεψε μια γλάστρα στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ρίξε κάρτες "ανώνυμου αποστολέα" στο γραμματοκιβώτιο, όπου θα εύχεσαι καλό απόγευμα. Πες μια καλημέρα, ειλικρινά και με χαμόγελο, γιατί είναι άλλη μια καλή, όμορφη μέρα. Δείξε ότι δε νοιάζεσαι μόνο για το ευ ζην του κώλου σου, τέλος πάντων. Δεν θα τους κάνεις να προσληφθούν, δε θα εμποδίσεις να απολυθούν, αλλά θα το κάνεις πιο υποφερτό. Και σε τέτοιους καιρούς μετράει.
Να ξέρεις, όμως: Για να το κάνεις αυτό πρέπει να γίνεις κλόουν κατά μερικούς, φλώρος για κάποιους άλλους. Ίσως και ηλίθιος, αλαφροϊσκιωτος, ονειροπαρμένος. Μπορείς;

3. Ανακαλύπτουμε το δικό μας ΚΟΣΜΟ
Για να μπορέσουμε να τα κάνουμε όλα αυτά, πρέπει να έχουμε ένα δυνατό εσωτερικό κόσμο. Αυτό δε σημαίνει (απαραίτητα) ψάξιμο σε ταινίες-βιβλία-μουσικές, τα οποία ναι μεν ανοίγουν το μυαλό σου, αφετέρου δε σε απομονώνουν και υλικά (κάθομαι σπίτι μου και αναλύω μόνος μου το νόημα της ζωής) αλλά και ηθικά (είμαι τόσο ψαγμένος και γαμάτος που ούτε εγώ δε με καταλαβαίνω). Αυτό σημαίνει να βρεις εκείνα τα δυο-τρία πράγματα που θα θεραπεύσουν τις καμμένες σου συνάψεις σε εκείνους τους χαλεπούς καιρούς του και-τώρα-σκατά-αγαπητέ-Γουώτσον. Γιατί, φυσικά, είσαι κι εσύ άνθρωπος, άρα ευπρόσβλητος στην ασθένεια της γκριζοπροσωπάδας. Την οποία και πρέπει να πολεμάς σταθερά και σθεναρά κάθε γαμημένη μέρα.
Πώς γίνεται αυτό; Απλούστατα. Θα βρεις τα φάρμακά σου: μια σελίδα στο ίντερνετ, ένα τραγούδι, ένα-δυο αγαπημένα σημεία της πόλης. Σίγουρα τα έχεις βρει ήδη. Απλά κάνε την καθημερινή σου μέθεξη σε αυτά ένα είδος τελετουργικού. Ανάγαγέ το σε επιστήμη.

4. Δε ΓΑΜΑΜΕ τους άλλους
Η σύγχρονη ζωή είναι μια παλαίστρα όπου θα επικρατήσει ο δυνατότερος. Γιατί; Διότι έτσι είναι, και είναι καλύτερο να σε γαμήσω παρά να με γαμήσεις. Ωστόσο, δεν υπάρχει μεγαλύτερο γαμήσι από την επίγνωση του ότι μόλις γάμησες κάποιον ψυχολογικά (αν έχεις έστω και ένα στοιχειώδες ψήγμα συνείδησης). Και, φυσικά, πέρα από αυτό, υπάρχει πάντα η πιθανότητα αυτού του περίεργου φαινομένου που λέγεται κάρμα, ήτοι, αν ρίξεις μια ροχάλα, θα σου έρθουν τρεις, μεγαλύτερες και παχύτερες, κατακέφαλα.
Σταματώ τις αηδίες.
Σταμάτα να γαμάς τους άλλους, τέλος πάντων. Σταμάτα να κάνεις πράγματα για τα οποία δεν είσαι έστω και 80% σίγουρος ότι θα βγουν σε κάτι καλό, είτε για σένα, είτε για τους άλλους, είτε για όλους. Από τη στιγμή που έχεις δυναμώσει τον εσωτερικό σου κόσμο, δεν έχεις καμία ανάγκη να επικρατήσεις, να επιβεβαιωθείς, να εκδικηθείς, ή να αποδείξεις κάτι. Οπότε χαλάρωσε, κάνε ένα τσιγάρο και μην πρήζεις τον κόσμο με αχρείαστη κατανάλωση ενέργειας. Οπότε κάνεις κάτι να είσαι σίγουρος ότι το θέλεις, κι ακόμα πιο σίγουρος για τις πιθανές συνέπειες, όσο, τουλάχιστον, είναι στο χέρι σου.
Το πανάρχαιο ρητό, "μην κάνεις αυτό που δε θέλεις να σου κάνουν", είναι ένας απλούστατος τρόπος να το θυμάσαι. Καλά. Μη σε πυροβολήσω.

5. δεν ΑΥΤΟΓΑΜΙΟΜΑΣΤΕ
"Ωραία, ρε συ Πούκα, εγώ είμαι καλό παιδί και δεν έκανα ποτέ κακό σε κανέναν, αλλά ο Τάδε, ο Δείνας κτλ κτλ μου έκαναν αυτά κι αυτά κι αυτά.", θα πεις. Με το δίκιο σου και θα συμφωνήσω. Και σε μένα έχουν κάνει. Και σε όλους μας. Ακόμα και στον Τάδε, και στο Δείνα, και στον Κτλ Κτλ Κτλ.
Ε και; Θα κάτσεις στους τέσσερις τοίχους να αναλογίζεσαι τι σου έκαναν ο Τάδε, ο Δείνας και ο Κτλ Κτλ, ή θα πάρεις μια ανάσα, θα στείλεις το περιστατικό στο διάολο και θα συνεχίσεις; Κακό του κεφαλιού τους, και το κάρμα θα τους στείλει τις τρεις ροχάλες που λέγαμε. Εσύ σταμάτα να αναλώνεις ενέργεια για τον Τάδε και το Δείνα και τους Κτλ, και χρησιμοποίησέ την θετικά και όμορφα για να κάνεις όλα αυτά τα παραπάνω τα φανταστικά πράγματα. Εκτός αν προορίζεσαι για οσιομάρτυρας, φυσικά. Αλλά αυτή την εποχή ο χριστιανισμός περνάει δύσκολες μέρες, δεν ανοίγουν νέες δουλειές, οπότε δε σου εγγυώμαι ότι θα αγιοποιηθείς. Ο Άγιος Νικόλαος μού έλεγε τις προάλλες ότι έχουν να του κάνουν τάματα από το 2006, και είναι και high-positioned.

Αυτά ως εδώ. Αναμένω νέες ιδέες, σχόλια, αντιρρήσεις (οι οποίες και θα παραβλεφθούν με ταχύτητα οπλοπολυβόλου).
Επίσης, μπορείς κάλλιστα να γράψεις ό,τι διάβασες εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Μαγκιά σου. Αλλά δε στο συνιστώ. Είμαστε, βλέπεις, η πιο γαμάτη γενιά, γιατί μεγαλώσαμε από γονείς που έκαναν αλλαγές, οι οποίοι μεγαλώσανε από γονείς που κάνανε ακόμα μεγαλύτερες αλλαγές. Η δική μας αλλαγή ποια θα είναι;




***** Mιαπουτ'αναφέραμε κι αρχήδιαλόγουκάναμε: Το μπλογκάκι απέκτησε δική του σελίδα στον ηλεκτρονικό ρουφιάνο. Όσοι πιστοί, τα θέλατε και τα πάθατε.

19 Απρ 2010

Morning ramblings of a crazy woman

Ώρα όγδοη πρωινή, πανωκάτω. Κάθομαι στον καναπέ οκλαδόν, με μια απίστευτη ηρεμία στη μούρη, δικαιολογώντας το παρατσούκλι που μου είχαν βγάλει οι δικοί μου όταν ήμουν μικρή, επειδή βαριόμουν να περπατάω, να τσιρίζω και να τους πρήζω υπέρμετρα σαν τα φυσιολογικά παιδάκια: Βούδας. Οι σαολίν καλόγεροι θα ήταν περήφανοι για μένα σήμερα. Ειδικά αν δεν έβλεπαν τα δύο τσιγάρα που έχω ήδη καπνίσει και την κουπάρα του νες από δίπλα. Oh well.

Σηκώθηκα αξημέρωτα μετά από πολύ καιρό, διότι έχω δεύτερη συνέντευξη για δουλειά, για την οποία θα μιλήσω όταν δεν την πάρω. Θα την πιστόλιαζα άνετα, με την ηρεμία που η τύπισσα πουλάει τον πρωταγωνιστή του τραγουδιού “The Ballad of Cable Hogue” των Calexico, αν δεν επέμεναν οι γονείς με το ανίκητο επιχείρημα ότι δεν έχω τίποτα να χάσω και ότι θα δω νέους ανθρώπους και νέες καταστάσεις στη συνέντευξη. Στο πρώτο σκέλος του επιχειρήματος έχω να αντιτείνω ότι έχασα ήδη δυο ώρες ύπνου και ότι πρέπει να κάνω ανασκαφή στην ντουλάπα για να βρω αξιοπρεπή ρούχα για να μεταμφιεστώ σε απελπισμένη για αυτή τη δουλειά μεν, αξιοπρεπώς ενδεδυμένη, ευπαρουσίαστη, ευέλικτη και δυναμική νέα γυναίκα δε (να βγάλω τον καφέ τώρα ή μετά;). Στο δεύτερο όμως, δεν έχω να αντιτείνω τίποτα.

Καταραμένη περιέργεια.


Να 'μαι, λοιπόν, ξύπνια, να βλέπω τη συννεφιά απέξω, η οποία δεν ξέρω αν οφείλεται σε 1. κακό καιρό, 2. στο σύνηθες νέφος μια συνήθους αθηναϊκής μέρας ή 3. στην ηφαιστειακή τέφρα. Θα διαλέξω αυθαίρετα το 3., γιατί σήμερα μου αρέσει η ιδέα της μουντίλας εδώ λόγω των τσαλιμιών ενός ηφαιστείου χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Είναι κάτι μεγαλειώδες, σχεδόν αρχέγονο, σχεδόν παγανιστικό. Από αυτά που σου θυμίζουν ότι όσο ξεχωριστός και γαμάτος νομίζεις πως είσαι, στην πραγματικότητα αποτελείς ένα ψήγμα κουτσουλιάς στα μέτρα και σταθμά του σύμπαντος. Με όσους μιλήσω σήμερα θα τους πω ότι ναι, η συννεφιά είναι από την τέφρα, το είδα στις ειδήσεις. Παραπληροφόρηση rules.

Πάντως αλήθεια βλέπω ειδήσεις. Ή μάλλον κάτι σαν ειδήσεις, ένα προ-πρωινάδικο, που λέει, δηλαδή, πάλι χαζομάρες, χωρίς όμως ξανθιές παρουσιάστριες και ψυχαναγκαστικά χαμόγελα. Στο προ-πρωινάδικο που βλέπω, έχει μια μεγαλοδικηγόρο-βουλευτίνα-τιβιπερσόνα για ακαθόριστους λόγους να λέει ότι όλα είναι επιτρεπτά για να δείχνει κάποιος υγιής και νέος, αρκεί να μην αλλοιώνονται τα φυσικά του χαρακτηριστικά (εντάξει, τώρα που το είπες εσύ δε θα πάω να κάνω μπότοξ), ότι δε βλέπει συχνά τον άντρα της επειδή αμφότεροι ταξιδεύουν συνέχεια και δεν έχουν χρόνο να τσακωθούν (ανακαλύψατε το νόημα των σχέσεων ζωής, μπράβο), ότι παρόλα αυτά θα ήθελε πολύ παιδιά και λυπάται που δεν έχει, γιατί θα γινόταν τρυφερότατη μητέρα (τα φαντάζομαι μόνα τους σε ένα τεράστιο, άδειο σπίτι να τα μεγαλώνουν υπηρέτριες, αφού οι γονείς τους ταξιδεύουν συνέχεια για να μην τσακώνονται, εκτός αν τα παίρνουν μαζί τους στις burberry βαλίτσες τους).


Αλλάζω κανάλι και μαθαίνω ότι ο Ricky Martin είναι ομοφυλόφιλος. Κλείνω την τηλεόραση.


Αισίως οχτώμιση. Έχω ακόμη ένα μισάωρο που ξέρω πως θα κυλήσει βασανιστικά. Μπαίνω φέησμπουκ και αρχίζω να διαβάζω στάτους φίλων. Μου αρέσει να διαβάζω στάτους: Τα αγόρια γράφουν για αθλητικά ή ασυναρτησίες, και τα κορίτσια γράφουν για έρωτες ή ασυναρτησίες. Τα σχόλια στα στάτους των αγοριών συνήθως εξελίσσονται σε trolling sessions, ενώ των κοριτσιών έχουν πολλά like, και αλλάζουν μετά από λίγο όταν τις πάρει τηλέφωνο το γκομενάκι. Τι να πεις, έτσι είμαστε εμείς οι γυναίκες. Τρίλιες. Έχουμε τόση πολλή φεγγαρίσια ενέργεια μέσα μας, που δεν έχουμε πού να την διοχετεύσουμε και...


Άστο, Δανάη. Είναι πρωί ακόμα.


Αφήνω και το φέησμπουκ. Βάζω να παίζει το soundtrack από το Rocky Horror Picture Show. Φαντάζομαι να πηγαίνω στη συνέντευξη, και ο κοστουμάτος executive να σκίζει το Armani του και να φοράει κορσέ και ζαρτιέρες από μέσα. Η γραμματέας με τα γυαλάκια να εμφανίζεται με στολή καμαριέρας και να χορεύουμε όλοι μαζί το Time Warp, ενώ γύρω μας πέφτει απαλά η ηφαιστειακή τέφρα σαν χιόνι και εμφανίζονται δισκομπάλες πάνω από τα κεφάλια μας. Πλάκα θα είχε.


Έχω ξυπνήσει όμως και δε θα έχει πλάκα και ήδη βαριέμαι. Τι να πεις! Μετά όμως, μετά, που θα έχω γελάσει τόσο πολύ μέσα μου με το γρήγορο λόγο τους και τα τόσα αγγλικά, α, μετά, θα πάρω την εκδίκησή μου. Επειδή μπορώ.


Καλημέρα!

11 Απρ 2010

Κι εγώ σ'αγαπώ, Μαρία Αλιφέρη

Έχω πάνω από μήνα να γράψω, λόγω της έλλειψης ίντερνετ, διάθεσης, και χρόνου, αλλά σήμερα θα σας αποζημιώσω. Δεν το κάνω βέβαια από την καλή μου την καρδιά, αλλά επειδή 1. γύρισα σήμερα Αθήνα και ήταν κλειστά τα σουπερμάρκετ, ως εκ τούτου δεν έχω τίποτα στο ψυγείο και πρέπει να ξεχάσω την πείνα μου κάπως, 2. θα έπρεπε τώρα να ΕΡΓΑΖΟΜΑΙ οργανώνοντας το PORTFOLIO μου γιατί έχω τρεξιματάκια την βδομάδα που έρχεται, αλλά δε βαριέσαι; Πρώτη μέρα στο πουκόσπιτο είναι αυτή και με το γυρισμό αρχίζει το τριγύρισμα των εμπειριών και των σκέψεων από τις μέρες που πέρασαν και, γκρούνγκου-γκρούνγκου τα γρανάζια του μυαλού, άντε να συγκεντρωθείς.

Επίσης, είχα σημειώσει αρκετές σκέψεις για διάφορα πράγματα, αλλά έχω καιρό να γράψω αφενός, βαριέμαι να τα περνάω στον υπολογιστή αφετέρου, οπότε θα σας πω για πολύ πιο light πραγματάκια σήμερα, να αποφύγουμε μεγάλες απώλειες θερμίδων στις εγκεφαλικές συνάψεις λόγω επεξεργασίας δεδομένων.
Και θα τα πω σε μορφή λίστας, επειδή αυτό τον καιρό έχω καεί με διάφορα sites με λίστες:

ΛΙΣΤΑ 1: ΜΕ ΤΙ ΕΧΩ ΚΑΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ
1. Sites με λίστες: ο καλύτερος τρόπος να μαθαίνεις ό,τι πιο συναρπαστικό, περίεργο και άχρηστο υπάρχει, να ξεκινάς ωραία τη μέρα σου σκιζόμενος στα γέλια, με καφέ και τσιγαράκι, και να κάνεις φιγούρα/σπαμμάρεις/τρολλάρεις τους φίλους σου για/με αυτά που έμαθες. Ο παράδεισος του σπασίκλα που σέβεται τον εαυτό του και τον τίτλο που φέρει, διότι έχουμε κι ένα όνομα στην πιάτσα.
2. Με τη μουσική των Yeasayer και τα πιο-παλιά-από-το-χάρο μπλουζ-με-μπάντζο (πολλές παύλες, ρε παιδί μου) του Dock Boggs, και τα πιο νέα, αλκοολοποτισμένα και σκοτοβουτηγμένα νεότερα μπλουζ των Lyman Family. Επίσης με την ζαχαρένια παράνοια των DVAR (thanks, Αναστασία!).
3. Με το tvtropes.org (thanks, Hartoman!) , όπου απαριθμούνται, αναλύονται και καυτηριάζονται ασύστολα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα μα όλα τα κλισέ σε ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, βιβλία και κόμικς.


ΛΙΣΤΑ 2: ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
1. Σύσσωμη η οικογένεια πάνω από ένα παζλ 1000 κομματιών. Το φτιάξαμε σε 24 ώρες. Και θέλαμε κι άλλο.
2. Η πρόβα των παιδιών της ομάδας Aniline, όπου πρώτη φορά είδα πώς στέκονταν τα κείμενά μου στην παράσταση. Κι ένιωσα περίεργα, σαν να γεννάω ένα παιδί κι αυτό να μεγαλώνει και να σκίζει στο σχολείο ενώ είναι παράλληλα κούκλος, με ανησυχίες και περήφανος μεταλλάς.
3. Οι 2000 σελίδες συνολικά από βιβλία που διάβασα στο πλαίσιο της έρευνας για το βιβλίο μου. Κι έπεται συνέχεια, ουφ (κουράζομαι) και αχ (μ' αρέσει).
4. Το ότι πέτυχα ένα πολύ καλό μου φίλο από τα χρόνια της σχολής, 2 φορές, σε 2 διαφορετικές πόλεις, τελείως τυχαία. Το κακό θα τριτώσει εσκεμμένα τώρα που θα κατέβει, θα ανέβει και ο αδερφός, θα μαζευτούμε όλοι οι παλιοί και θα καούμε δίχως αύριο.
5. Το μπλουζοτζαμάρισμα με τον αδερφούλη, λίγο πριν τις διακοπές.
6. Βραδιά παιχνιδιών και αλκοόλης με φίλους και τους γονείς στο σπίτι. Και ναι, οι γονείς αποδείχτηκαν πιο κάφροι από μας.
7. Η συναυλία των Universe217, Down & Out και Small Hours Society στην Κομοτηνή.
8. Ο καφές στη Θεσσαλονίκη με τους Ανιλινίτες μου, όπου κάτσαμε 4 άτομα σε μια κούνια και κουνιόμασταν σαν κολασμένοι. Πάλι καλά που δεν τη σπάσαμε, αλλά αναστατώσαμε ένα ολόκληρο μαγαζί με το σκουριασμένο της κρίτσι-κρίτσι. Και είχε πλάκα.
9. Τα κλασικά κασεράκια στη “Διαδρομή”, απαραίτητη συνοδεία της Paulaner. Ή η Paulaner τελικά συνοδεύει τα κασεράκια;

Μα πάνω από όλα (για αυτό και μπαίνει εκτός λίστας), το ότι είδα τους φίλους μου ξανά, και είδα ότι μεγαλώνουμε, και όχι μόνο αυτό, αλλά μεγαλώνουμε ΩΡΑΙΑ. Σαν καλά κρασιά.

ΚΑΙ ΤΩΡΑ...
1. Περισσότερη έρευνα, περισσότερο γράψιμο, ουφ και αχ!
2. Ανεβοκατεβάσματα Θεσσαλονίκη για τις παραστάσεις. Περισσότερα εν καιρώ.
3. Θα πήξω το μπαλκόνι μου στα φυτά – όσο έλειπα η φύση έκανε το θαύμα της. Η Σολεδάδ το Σολάνουμ απέκτησε παιδιά (βλάστησαν τα κουκουτσάκια από τους σπόρους της), ο βασιλικός Billy The Kid μυρίζει υπέροχα και μου υπόσχεται πεντανόστιμα pesto και ο Ναθαναήλ, ο all-time-classic τηλέγραφος, έφτασε αισίως το ένα μέτρο και θα αρχίζει να ανθίζει σύντομα. Ωστόσο, εξακολουθεί να είναι πράσινος και δεν τον συγχωρώ. Στην οικογένεια θα προστεθούν μια μικρή λεμονιά, μια πορτοκαλιά και από Μάη βουκαμβίλια. Και θα τα βλέπω και θα χαζοχαίρομαι, θα γράφω βλακείες και δε θα με αντέχει κανείς.
4. Θα λιώσω με παλιές, πολύ παλιές, και καλτ, πολύ καλτ, ταινίες τρόμου. (Thanks, Γιωργή!)
5. Παζλ παζλ παζλ. Παζλ, παζλ. Γλυκάθηκα. Όποιος ψήνεται να μαζοχιστεί/βασανιστεί μαζί μου, από όσους με ξέρετε, ας βγάλει φωνή.

1 Μαρ 2010

And now a bit of BDSM

Μη χαίρεστε, φίλτατοι. Το εν λόγω ποστ δε θα κάνει λόγο για bondage shows και γυμνές γκοθούδες με το σώμα τους γραβιέρα από τα piercing που κρέμονται από γάντζους. Θα μιλήσουμε για ένα άλλο, πιο αρχέγονο bdsm: Το μήνα Μάρτιο.

Ο Μάρτιος, λοιπόν, σηματοδοτεί τον ερχομό της Άνοιξης, εκείνης της υπέροχης εποχής που όλα είναι ολάνθιστα, μοσχομυριστά και ζευγαρώνουν. Μόνο που ο Μάρτης αποτελεί λίγο απατηλό ξεκίνημα, καθώς ο καιρός είναι ακόμα απρόβλεπτος, κι εκεί που πίνεις αμέριμνος το φραπέ σου σε τραπεζάκι-έξω mode στα Εξάρχεια, φορώντας μόνο το ζακετάκι σου, ΤΣΑΑΑΑΚ, πέφτει ένας αέρας, μια βροχή, μια συννεφιά, και κονομάς μια φανταστική ιωσούλα να έχεις να πορεύεσαι. Κι αυτό είναι η πιο ανάλαφρη περίπτωση. Φανταστείτε τη ζοχάδα των αγροτών όταν παγώνουν οι καλλιέργειές τους από τους απρόβλεπτους, μαρτιάτικους χιονιάδες.

“Μάρτ'ς γδάρτ'ς και κακός παλουκοκάφτ'ς”, λέει η ελληνική παράδοση, κι άντε να μη φανταστεί κανείς έναν dominator να δέρνει ανυποψίαστες κορασίδες, κρατώντας δαυλούς αναμμένους, μόνο για το εφέ ελπίζω.

Και δεν είναι μόνο ο μήνας σαδιστικός, λέει η παράδοση, σέρνει μαζί του κι ένα τσούρμο από θηλυκές ψυχοβγάλτρες ντομινάτριξ, νεράιδες υπό την ευρεία έννοια (δηλαδή, πλάσματα του υπερφυσικού κόσμου, δηλαδή μπορεί να είναι γριές, άσχημες και σακαφιόρες, σε αντίθεση με τις νεράιδες με τη στενή έννοια του όρου, οι οποίες είναι οι κλασικές γκομενάρες πλανεύτρες που χορεύουν σε λίμνες και ποτάμια και αποπλανούν τους περαστικούς. Τυχεράκηδες άντρες, για μας τις γυναίκες δεν έχει τέτοια ωραία συναπαντήματα η ελληνική παράδοση και πρέπει να βολευτούμε με τον Ιρλανδό Τάμλιν ή τον Βραζιλιάνο Μπότου.): τις Δρίμες.

Ο Ν. Πολίτης γράφει:

“Εις πλείστα μέρη της Ελλάδος κατά την παλαιάν παράδοσιν και κατά τας εξ πρώτας ημέρας του Αυγούστου επιμελώς αποφεύγονται ωρισμέναι εργασίαι, διότι η τυχόν εκτέλεσις αυτών συνεπάγεται ζημίας και ανεπανορθώτους φθοράς. Ούτω δεν πρέπει να πλύνουν αι γυναίκες, διότι τα πλυθέντα υφάσματα "δριμιάζουν" ή "δριμοκόβονται", δηλαδή εκτεθιμένα εις τον ήλιον κόπτονται και γεμίζουν από μικράς οπάς' δεν πρέπει να αρδεύωνται ποτιστικά (ιδίως εις Νάξον δεν αρδεύεται ποτιστικόν φετευμένον με φυτόν ή σκορδίλλαν, δηλαδή φυτώριον κρομμύων) διότι ξεραίνονται' δεν πρέπει να κολυνβά κανείς διότι το σώμα του θα γεμίσει από εξανθήματα, όπως είναι επίσης επικίνδυνον να λούζεται διότι θα καταστρέψει την κόμην του. Οι δε θεωρούντες δρίμας τας πρώτα ημέρας του Μαρτίου δεν κόπτουν κατ'αυτάς ξύλα, διότι αυτά σαπίζουν ή "σαρακιάζουν", δηλάδή καταστρέφονται υπό σκωλήκων. Περί των δριμών Αυγούστου και Μαρτίου λέγεται η παροιμία: "Τ'Αυγούστου οι δρίμες στα πανιά και του Μαρτιού στα ξύλα.”

Ούτε ξύλα κόβεις, λοιπόν, ούτε τα σκουτιά σου πλένεις, ούτε μπάνιο κάνεις. Αλλιώς αυτές οι τύπισσες θα σε μετατρέψουν σε έναν παγωμένο και πεινασμένο χτικιάρη, και δε θα ακούσει κανείς το δριμύ σου κατηγορώ στις Δρίμες, διότι, ε, ας πρόσεχες.
Αλλά η παθολογία αυτού του άτιμου μήνα δε σταματάει εδώ. Πέρα από τις δρίμες και τα δεινά που προκαλούν, μπορεί και να κονομήσεις και κανένα ωραίο εγκαυματάκι στη μούρη από το Μάρτη, αν βγεις με ντάλα λιακάδα έξω χωρίς να φοράς το μαρτιάτικο βραχιολάκι, ναι, εκείνο που φτιάχναμε μικρά στα σχολεία στρίβοντας ασπροκόκκινη κλωστούλα.



Αυτό υποτίθεται ότι το φοράμε για να μη μας κάψει ο Μάρτης στο πρόσωπο. Το βγάζουμε με το που μπαίνει ο Απρίλης, ή όταν δούμε το πρώτο χελιδόνι, το παρασύνθημα, δηλαδή, για τον ερχομό της Άνοιξης.

Εδώ, στην Αθήνα, βέβαια, πού να δεις χελιδόνι, οπότε φόρα το όλο το μήνα να είσαι σίγουρος...

Οπότε πάρτε τα απαραίτητα μέτρα, κλωστούλα και μια ζακέτα παραπάνω, και βγείτε να γιορτάσετε το (ανεπίσημο, για 20 μέρες ακόμα) ξεκίνημα της Άνοιξης. Η γράφουσα, δε, αποφάσισε φέτος το Μάρτη να γίνει δρίμα, αφενός γιατί θέλει άλλοθι για να κάνει μπάνιο και αφετέρου γιατί έτσι, να παιδέψουμε λίγο τον κόσμο γιατί έχουμε τσαντιστεί λίγο τελευταία και μας βγαίνουν τα σαδιστικά μας.


(το απόσπασμα του Ν. Πολίτη το τζουρνέψαμαν από εδώ)

27 Φεβ 2010

Translation Attempt #3

Nikos Kazantzakis's
"The Last Temptation of Christ"
excerpt from Chapter X

Far out yonder, in the town of Nazareth, Maria, the wife of Joseph-the-Carpenter, had the oil lamp lit and her door open in her humble home, and was spinning the yarn she had woven; she was spinning, in a hurry; she had made up her mind to get up, roam around the villages and look for her son. She was spinning; yet her mind was wandering elsewhere, passing by Magdala and Capharnaum, wandering, all alone and desperate, all around the shore of Gennesaret lake, looking for her son. He had run away again, whipped by the cane of God, no mercy for him, no mercy for me, what have we done? Are these the joys and the glories we were promised? What for the blooming of Joseph's staff, what for my marriage to that old man, what for the lightning, the seeding of this moon-stricken son in my womb? An almond I was, in full bloom, when I held him in my bosom, all blossomed I was, head-to-toe; the neighbours passing by, proud of me, they would say: “Thou, Maria, art blessed of all women!”. Caravans passing by, they would halt. “Who is this almond, all flower?”, they would say and step off their camels with offerings at my feet. And suddenly, a wind blew and I withered. I cross arms over weary breasts: “Lord, thy will has been done; Thou bloomed me, thou blew me, I withered; Is not there any hope to blossom again, Lord?

Is not there any hope for peace of mind?” the son also wondered, when, early in the morrow, wandering around the lake, he saw the monastery, stuck on the green-red rocks. “The nearer I walk to the monastery, the more my heart shivers; why? Is not this the right way, Lord? Do Thou not force my step towards this holy hermitage? What for do Thou refuse to give a hand and soothe my heart?”


25 Φεβ 2010

Nαι

Πίνουμε σήμερα.
Πίνουμε και γράφουμε βλακείες.
Ακούμε και γκοθίλες
σάουθερν, καμπαρέ και ντάρκγουεηβ
μεταξά και καλέσε γιορτέσε.

Είναι που φύγαν όλοι μωρέ.
Και δεν έχω άνθρωπο να βγούμε
Να πάμε κάπου έξω να τα σπάσουμε
Να χορέψουμε αργά μέσα στην κάπνα
μισοκλαίγοντας μισογελώντας.

Οι άνθρωποί μου σήμερα είναι όλοι μακριά.
Δεν πειράζει.

Αν και πολύ θα ήθελα να είχα κάποιον σπίτι
Να γείρουμε ώμο με ώμο μέσα στο αλκοόλ
να ακούμε μουσική.
Να μισοκοιμηθούμε με ταινίες.
Ωραία η κουλτούρα μα είναι χέβη
φέρνει νύστα, δεν φέρνει;

Θα ήθελα να είχα κάποιον σπίτι
να μου εκμυστηρευτεί τα άγχη του
Και εγώ θα έκανα “μμμμ” με το κεφάλι
δε συμβουλεύω αλλά ακούω.
Ποιος τις γαμεί τις συμβουλές.
Θα αγκάλιαζα, επίσης,
διότι οι αγκαλιές, φίλε, τα σπάνε.

Θα έλεγα για τη μοναξιά
και την πόρνη ετούτη πόλη
την κάργια, την γκρίζα.
Που μπορεί να σε κάνει βασιλιά
μπορεί και ζητιάνο
για ένα χαμόγελο.

Θέλουνε, λέει, να τα σπάμε
να είμαστε αυτόνομοι
δυναμικοί
και να χαμογελάμε
Να μην έχουμε τίποτα ανάγκη.
Σώπα ρε.

Πες με χαμένη, πες με καμμένη
Πες με αδύναμη κι εξαρτησιακή
Δεν στο κρύβω:
Εξαρτώμαι από τους ανθρώπους
Τους αγαπάω
Τους έχω ανάγκη.

Αυτά θα του έλεγα
Και θα με έκραζε
Και θα τον έκραζα
Και θα γελούσαμε
Και κάπου εκεί στο τέλος
πάντα αγγλιστί
(για να 'χει κύρος)
θα του 'λεγα:

“I love you, today, old friend.
I love you, with all my heart.”

Και θα ήταν αλήθεια.

18 Φεβ 2010

Θα 'ναι σαν να μπαίνει η άνοιξη

Τέλειωσε το τριήμερον και ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του, που έλεγε και η γιαγιά μου. Έλα που δεν μπορούμε, όμως. Χτες και σήμερα έχει μια λιακάδα ΝΑ (με το συμπάθειο), και τρωγόμαστε όλοι να πετάξουμε βιβλία, να παρατήξουμε δουλειές και τα τοιαύτα και να βγούμε έξω να φωτοσυνθέσουμε.

Χτες ήπια το πρώτο μου καφεδάκι σε τραπεζάκι-έξω mode και ήταν σκέτη απόλαυση. Έβλεπα στα πρόσωπα των ανθρώπων το κλασικό χαμόγελο ανυπονησίας, αυτό που σε πιάνει όταν ο Φλεβάρης αρχίζει και γλυκαίνει:

“ΑΝΤΕ ΑΝΤΕ ΠΟΤΕ ΘΑ ΦΤΑΣΕΙ;”
“ΚΟΥΡΑΓΙΟ, ΚΟΝΤΕΥΕΙ.”
“ΠΕΡΙΜΕΝΩ!”

Δεν αναφέρομαι ούτε στον Γκοντό, ούτε στο επόμενο επεισόδιο του Dr. Who (να δούμε και τι θα καταφέρει ο ενδέκατος δόκτωρ ο παλικαράκος). Αναφέρομαι στη Μεγαλειότητά της, την Άνοιξη. Και στο γνώριμο συναίσθημα που σε πιάνει όταν βλέπεις τις ανθισμένες αμυγδαλιές.

Εδώ, παρατάμε τον πρόλογο και παραθέτουμε έναν υπέροχο μύθο εκ Πορτογαλίας (να δείξουμε και τι μαθαίνουμε στο μάθημα, ντε) για τις ανθισμένες αμυγδαλιές.

Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου εκεί στο Μεσαίωνα, τότε που υπήρχε ακόμα πανούκλα, μαγεία και το μπάνιο ήταν πολυτέλεια, η Πορτογαλία είχε πήξει στους Μαυριτανούς. Σε μια περιοχή που λεγόταν Αλγάρβη βασίλευε ένας νεαρός Σαρακηνός πρίγκιπας, μελαχρινός και πολύ σένιος τέλος πάντων. Στο κάστρο του δούλευε υπηρετριάκι μια κοπέλα ξανθούλα και γαλανομάτα, από τα βόρεια (μέχρι εδώ θυμίζει “13ο Πολεμιστή”). Ο πρίγκηπας στάμπαρε την Βικινγκούλα, και, σαν άντρας που ξέρει να μιλάει και να λέει τι θέλει, ξημεροβραδιαζόταν στην κουζίνα όπου δούλευε η νεαρά, σπουδάζοντας τον έρωτα και ξεχνώντας τον πόλεμο. Λίγο από 'δω, λίγο από 'κει, δεν ήθελε και πολύ η μικρή, τσουπ τα φτιάξανε. Καθώς ο πρίγκηψ ήταν και ερωτευμένος, της έκανε και πρόταση γάμου, τσουπ βασίλισσα το υπηρετριάκι. Μια χαρά. Και τεκνό και βασιλιάς και να την έχει σαν τα μάτια του, ε τι άλλο ήθελε.

Έλα που ήθελε, όμως. Κάθε γυναίκα πάντα θέλει κάτι. Είναι νόμος, αλλιώς δε θα υπήρχε αυτό το θαυμαστό πράγμα, που αποτελεί πονοκέφαλο για τους άντρες και μέθοδο εκτόνωσης της έντασης για τις γυναίκες: Η κρεβατομουρμούρα.

“Αχ, καλέ μου, δεν είμαι καλά”, στέναζε η ξανθούλα.
“Τι έχεις αγάπη μου; Θέλεις μπουζούκια; Πάμε!” απαντούσε ο άντρας της ανήσυχος.
“Δε θέλω μπουζούκια, αγάπη μου, αλλά...”
Κι εκεί έβαζε τα κλάματα.

Μην τα πολυλογώ, η κλάψα της πριγκίπισσας τράβηξε καιρό. Πρώτα στέναζε, μετά έκλαιγε, μετά έβαλε Cure και κοιτούσε με απλανές βλέμμα το ταβάνι και τέλος αρρώστησε. Έπεσε στο κρεβάτι και δεν έτρωγε ούτε μιλούσε σε κανέναν.

Τρελαμένος από ανησυχία, ο πρίγκηψ, κουβαλάει άρον-άρον τον Χάουζ και την ομάδα του. “Γιατρέ μου η γυναίκα μου έγινε γκοθού”.
“Η γυναίκα σου έχει κατάθλιψη” απεφάνθη ο Χάουζ μετά τη διαφορική. “Μήπως έχεις μικρό πουλί;”
“Εεεε... δε νομίζω”, απαντά ο πρίγκηψ.
“Everybody lies” του λέει κι ο Χάουζ..

Κάπου εκεί ανοίγει για λίγο τα μάτια η ξανθούλα. “Το χέσατε. Αυτό που θέλω είναι χιόνι!”

ΧΙΟΝΙ.

Με άλλα λόγια, η ξανθούλα μας αρρώστησε από νοσταλγία. Τον πόνο για το σπίτι. Της έλειπαν τα μέρη της, εκεί ψηλά που φορούσαν κράνη από κέρατα και έπιναν υδρόμελι και έπεφταν σε μπερζέρκ στον πόλεμο και ήθελαν να πεθάνουν για να πάνε στη Βαλχάλα.

Ξύνει την κεφάλα του ο πρίγκηπας. “Και τι να κάνω για το χιόνι, εδώ κάτω, που σκάει ο τζίτζικας χειμώνα-καλοκαίρι;”
“Πλάκωσέ την στα Ζάναξ να τελειώνουμε”, απαντάει ο Χάουζ.
“Δεν θα κάνω τη γυναίκα μου τζάνκι”, απαντά ο πρίγκηψ. “Και μπορείς να φύγεις, νομίζω, ούτως ή άλλως εξυπηρέτησες το σκοπό σου στην ιστορία, οπότε beat it, αντιπαθητικέ τύπε.”

Φεύγει ο Χάουζ, ξαναξύνει κεφάλα ο πρίγκηψ, βρίσκει τη λύση.

Δίνει όρντινο να τρέξουν στις γειτονικές χώρες, να βρουν αμυγδαλιές και να τις φυτέψουν γύρω-γύρω από το παλάτι. Φωνάζει και τον αρχιμάγο, του λέει να ρίξει ένα spell, να μεγαλώσουν γρήγορα οι αμυγδαλιές, και σε μια μέρα είχαν φυτρώσει, είχαν πεταχτεί, είχαν βγάλει λουλούδια.

Παίρνει τη γυναίκα του, στράτα-στρατούλα στο παράθυρο, “Κοίτα, αγάπη μου. ΧΙΟΝΙ.”
Τής άρεσε η θέα της πριγκίπισσας, είχε κουραστεί να είναι και άρρωστη ούτως ή άλλως, κοιτάει τον καλό της με ματάκια δακρυσμένα, σκάει χαμόγελο.

Κι έτσι ήρθαν οι μυγδαλιές στην Πορτογαλία, και όταν βγάλανε καρπούς το βασιλικό ζεύγος έτρεχε από κάτω να τα μαζέψει και κάπως έτσι λένε ότι πρωτοειπώθηκε και η ατάκα “Στάσου, Άναμπελ, μύγδαλα.”, καθότι την ξανθούλα την λέγανε Άνναμπελ.

Και ζήσαν καλά γιατί έτρεχαν γύρω από τις αμυγδαλιές και κυλιόντουσαν στα χορτάρια και φτιάξαν τρία συκώτια από τους ερωτευμένους τους χαζογέλωτες, όπως θα έπρεπε να κάνουν όλοι οι ερωτευμένοι τελοσπάντων. Κι επειδή ο πρίγκηψ μόνο αυτά έκανε, ίσως για αυτό και η Πορτογαλία να είναι και τόσο μικρή χώρα. Ποιος ξέρει.

Και ζήσανε αυτοί καλά. Εμείς, από την άλλη, δεν ξέρω αν ζούμε καλύτερα με όλο αυτό το άγχος και τα καυσαέρια και τα τρεξίματα και τις γκρίνιες. Αλλά οι ανθισμένες αμυγδαλιές σού αλλάζουν την ψυχολογία. Αλλάζεις διάθεση, χαμογελάς πιο πολύ, ακούς πιο χαρούμενες μουσικές και αρχίζεις να παρατάς ηθελημένα τα winter blues και να μπαίνεις σε “Θα 'ναι σαν να μπαίνει η άνοιξη” mode.

Και είναι ωραία.



Τόσο ωραία, μάς έχει πιάσει τόσο ωραία, που δεν θα αντισταθούμε και θα σας παραθέσουμε soundtrack.


Paul Giovanni - Maypole
Τα παγάνια την Πρωτομαγιά την λένε “Beltane” και γυρίζουν το γαϊτανάκι. Αυτά μάς τα λέει η ανυπέρβλητη και ολίγον τι καλτ ταινία “The Wicker Man” (όχι η πατάτα με τον Κέητζ, ο προκάτοχός της με τον Κρίστοφερ Λη). Δείτε την κι ακούστε το χτες. Είναι αμφότερα υπέροχα.


Fleet Foxes – Quiet Houses
Το πιο ξέφρενα χαρούμενο κομμάτι των Fleet Foxes, όσο ξέφρενοι και χαρούμενοι μπορεί να είναι οι Fleet Foxes. Είναι όμως οι Fleet Foxes, μυρίζουν φύση, φανελένια πουκάμισα και Απαλάχια και θέλω να παντρευτώ τον τραγουδιστή τους κάτω από έναν καταρράκτη. Άρα δεν μπορούν να απουσιάζουν από το ανοιξιάτικο σάουντρακ. Αυτό το τραγούδι είναι ωραίο, είναι αυτό που πρέπει να τραγουδάμε στους μουρτζούφληδες φίλους μας όταν δεν την παλεύουν : “Ξεκόλλα και έλα μαζί μας. Άιντε.”


Mercury Rev – Blue Clouds
Έφαγες φρίκη και χτυπούσες επί ένα χειμώνα το κεφάλι σου στο ντουβάρι; Θέλεις να κάνεις κάτι επειγόντως να ανεβάσεις το constitution σου; Έβγα έξω, κοίτα το γαλάζιο ουρανό και γλείψε τις πληγές σου με αυτό το κομμάτι. Με τη συγκεκριμένη εκτέλεση όμως, όχι τη γνήσια του Johnston που παραείναι καλτ και βασανισμένος για να νιώσουμε ωραία.


Devendra Banhart – I Just Feel Like A Child
Ίσως το πιο feel good κομμάτι του αυτοαποκαλούμενου Βασιλιά των Ξωτικών (aka “Έχω καπνίσει τα πάντα, τα κοάλα, τα ρακούν και τα καγκουρώ). Ο τύπος παίρνει τα πρωτεία καμμενιάς, αλλά αυτό το τραγούδι δεν μπορεί να μη σου φτιάξει τη διάθεση και να βγάλει το ελαφρώς σκανταλιάρικο κωλοπαίδι από μέσα σου. Λίγη chaotic συμπεριφορά κάνει θαύματα ώρες ώρες.

Siouxsie and the Banshees – Peek-A-Boo
Είμαστε κρυφογκόθια, τι να κάνουμε. Έλα όμως που αυτό το τραγουδάκι δεν έχει καμμία σχέση με γκοθίλες, τουναντίον σε κάνει να θέλεις να κρυφτείς πίσω από τα δέντρα και να αρχίσεις φωνάζεις με φωνή πεντάχρονου “ΠΟΥΤΘΑ!”, βλεφαρίζοντας τα ματάκια σου σαν μικρό κοριτσάκι σε anime.

Animal Collective – Fireworks
Εδώ τρέχουμε και κυλιόμαστε στα χορτάρια και γελάμε σαν βλαμμένοι. Απλά.

Fleetwood Mac – The Chain
Απαραίτητο όταν είσαι με παλιούς φίλους εκδρομή, και συνειδητοποιείς ότι παρόλες τις σκατίλες που περάσατε, τους αγαπάς τους μπούστηδες, damn them, και τους το εκδηλώνεις τραγουδώντας τους αυτό, χορεύοντας με τον έναν και πειράζοντας τον άλλον. Η άνοιξη είναι το κλείσιμο των παλιών rites of passage, η εκκίνηση νέων και καλύτερη μετάβαση από αυτό εδώ το τραγούδι δεν υπάρχει. Θέλω την παρέα μου κι έναν καταρράχτη. Χτες.

Saturnalia – Dreaming
Κι εκεί που ξαναματασυμφιλιωθήκατε και ματαξανααγαπηθήκατε, θα ακούσετε αυτό και θα καταλήξετε να στριφογυρίζετε σαν δερβίσηδες στο δάσος βομβαρδίζοντας με χαμογελόνια ο ένας στον άλλον. Με την ευχή μου και να μου φέρετε και μύγδαλα.



John Cale & Terry Riley – Ides of March
Ένα ασυνάρτητο, πιανιστικό συνονθύλευμα που σε κάνει να θες να χοροπηδάς όλη την ώρα, σαν να έχεις βάλει εκείνα τα παπούτσια που χορεύεις non-stop.

Led Zeppelin – Whola Lotta Love
Άνοιξη=αγάπη. Δεν το λέω εγώ. Το λένε τα λουλουδάκια που επικονιάζονται, τα πουλάκια που πετάνε και οι μελισσούλες που κάνουν βουμ-βουμ.





Ήταν μια κοινωνική προσφορά του Πούκα.

12 Φεβ 2010

Code Red

Έχω νεύρα σήμερα. Αυτό είναι κάτι πρωτότυπο και αξιοθαύμαστο, διότι τις πιο πολλές φορές η αρνητικότητα μού βγαίνει είτε σε γκρίνια (όπου πρήζω τα γεννητικά όργανα των γύρω μου - με μη ερεθιστικό τρόπο), είτε σε θλίψη (όπου δεν πρήζω τα γεννητικά όργανα κανενός, αλλά όποιος με δει θα τρομάξει, το οποίο είναι ακόμα χειρότερο).

Αλλά σήμερα έχω νεύρα, από τη στιγμή που τα υπέροχα, επιβλητικά ματόκλαδά μου αποκάλυψαν στους οφθαλμούς μου την πρωινή συννεφιά της πόλης. Ειδικά με τις 2-3 πρώτες γουλιές καφέ, συνειδητοποίησα με άγρια χαρά ότι το berserk mode ήταν πολύ κοντά. Μετά ήρθε κι ο παππούς, ο οποίος, βλέποντας ότι διαβάζω για τη μετάφραση, μα απαιτώντας, παρόλα αυτά, 1. να του φτιάξω τραχανά 2. ψητό κατσαρόλας, για να έχει να τρώει όσο θα λείπω το τριήμερο, ενώ ήδη του έχω κάνει κοτόπουλο λεμονάτο και 3. να μαζέψω τις καινούριες αποδείξεις και 5. να του βάλω πάλι κάρτα, γιατί ξέχασε να κλείσει το τηλέφωνο και του την έφαγε όλη, αποκάλυψε το μαγικό κουμπί του CODE RED.

Το κουμπί δεν πατήθηκε ακόμα, γιατί έχω μεγαλο άνθρωπο στο σπίτι και δε θέλω να χάσω τα νιάτα μου στη φυλακή ή στα νοσοκομεία. Αν ήμουν μόνη μου, θα ήταν αλλιώς. Θα έσπαγα όλα τα ψηλά ποτήρια με καρδούλες που υπάρχουν από την εποχή που ζούσε ακόμα η γιαγιά μου (μεγάλη ιστορία αυτά τα ποτήρια, τα θυμάμαι από μικρή, κι όταν είχα πρωτοέρθει είχαν μείνει μόνο τρία από αυτά και είχα πέσει σε κατάθλιψη γιατί τα είχα συνδέσει τόσο με τη γιαγιά και τα μικράτα μου στην Αθήνα. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα, γιατί σε μια “ανασκαφή” στα ντουλάπια της γιαγιάς, ανακαλύψαμε ότι είχε καμιά δεκαριά εξάδες ακόμα, το οποίο σημαίνει ότι θα πίνω το νερό μου και το χυμό μου σε ποτήρια με καρδούλες για τουλάχιστον πέντε χρόνια ακόμα. Τότε η νοσταλγία μετατράπηκε σε μια διαρκή υπενθύμιση του ψυχαναγκασμού της καρδούλας. .Σκεφτείτε το λίγο: να είσαι συνεχώς άτυχος στα γκομενικά σου και να πίνεις νερό σε ΠΟΤΗΡΙΑ ΜΕ ΚΑΡΔΟΥΛΕΣ ΓΙΑ 5 ΧΡΟΝΙΑ) και θα χοροπηδούσα σαν τρελός ινδιάνος μάγος επικαλούμενος τον Μανιτού, ξεσπώντας στο πιο άναρχο laughter banishment. ΄Ισως να έβαζα να παίξει και thrash metal. Ίσως και να έβγαινα στο μπαλκόνι και να τσίριζα ΠΟΥΤΣΕΣ ΜΟΥΝΙΑ ΑΡΧΙΔΙΑ ΚΩΛΟΙ ΓΑΜΙΕΣΤΕ ΠΑΤΩΚΟΡΦΑ.

Αλλά το γεγονός ότι δεν πατήθηκε ακόμα το code red κουμπί μού επιβάλλει να επιβάλλω τη λογική μου και την καλή μου ανατροφή. Οπότε περιορίζομαι στο να γράψω εδώ, απολαμβάνοντας την εξαιρετική ελευθερία του να έχεις χώρο να εκφράζεσαι όσο θέλεις χωρίς να βλάπτεις κανέναν.

Κι επειδή ο θυμός με κάνει πολύ κακιά, κι όταν γίνομαι κακιά έχω πλάκα, θα απαριθμήσω τις αφορμές που θα μου πατούσαν το code red κουμπί και θα γινόταν τση πόρνης, όπως θα λέω στην Κρήτη, όταν θα μετακομίσω γύρω στα σαράντα μου, φτασμένη indie cult etc etc συγγραφέας πλέον, για να μεγαλώσω τα παιδιά μου στο πράσινο, στον καθαρό αέρα και στην αγνή τσικουδιά.

Έχουμε και λέμε, λοιπόν, τις αφορμές για το code red κουμπί:


5. ΟΙ ΓΚΡΙΝΙΑΡΗΔΕΣ ΣΤΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ: Πας να κάνεις τη δουλειά σου, βιάζεσαι και θες να τελειώνεις. Έχει ουρά και στην ουρά περιμένουν άνθρωποι που έχουν έρθει να κάνουν τη δουλειά τους, βιάζονται και θέλουν να τελειώνουν. Εκεί πάντα θα είναι 2-3 γκρινιάρηδες μέχρι αηδίας, που θα αναστενάζουν σαν να έπεσε ο ουράνιος θόλος στην πλάτη τους σαν άλλοι Άτλαντες και θα κάνουν δηκτικά σχόλια. Ειδικά αν γίνει λάθος και κάποιος πάρει τη σειρά κάποιου άλλου, γίνεται πανδαιμόνιο, το οποίο μού θυμίζει λυντσάρισμα των έγχρωμων στην Αμερική. Ηρεμήστε λίγο. Όχι, ε; Ε τότε, χαίρομαι που δεν θα πάω σε δημόσιες υπηρεσίες σήμερα. Χαίρομαι που δε θα πάω σε δημόσιες υπηρεσίες σήμερα. Χαίρομαι που δε θα πάω σε δημόσιες υπηρεσίες σήμερα.

4. Ο ΒΛΑΜΜΕΝΟΣ ΣΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΞΕΝΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ: Όπως όλες οι τάξεις του κόσμου, έχουμε κι εμείς τον βλαμμένο μας. Δεν είναι nerd, δεν είναι geek, κατηγορίες οι οποίες δείχνουν τρομερό μυαλό, όπως και να ΄χει. Είναι απλά βλαμμένος. Έρχεται στο μάθημα και αναλίσκει το χρόνο όλης της τάξης δικτατορικά και ηλίθια, κάνοντας μόνο 2 πράγματα: 1. ρωτώντας ό,τι εξήγησε η καθηγήτρια πριν από μόλις δύο λεπτά, κάνοντας μετά μια συγκριτική γλωσσολογική ανάλυση, η οποία κάνει όλη την τάξη να χασμουριέται και να ρίχνει συνομωτικά βλέμματα και 2. λέει απαίσια, τρομερά, θανάσιμα κρύα αστεία, μετά από τα οποία γελάει μόνος του σαν μπαμπουίνος, κάνοντας όλους μας να ρίχνουμε βλέμματα απελπισίας και συμπαράστασης ο ένας στον άλλον. Αυτός ο τύπος με κάνει και φαντάζομαι πώς θα ήταν αν του πετούσα το μηχανικό μολύβι μου στο μάτι, με περισσή χάρη κι επιδεξιότητα, το οποίο θα έβρισκε διάνα. Πώς θα πήγαινα μετά να το τραβήξω, σαν Ινδιάνος πολεμιστής που στέκεται θριαμβευτικά πάνω από το λευκό, ανήμπορο πολεμιστή που μόλις τραυμάτισε, για να του πάρει το σκαλπ. Και άλλα πολλά τέτοια ωραία. Είναι πολύ τυχερός που είμαι τόσο ήρεμος άνθρωπος και αρκούμαι στο αβυσσαλέο του θάψιμο εδώ. Αλλά αν είχαμε μάθημα σήμερα..

3. Ο ΓΛΟΙΩΔΗΣ ΤΥΠΟΣ ΣΤΟ ΜΠΑΡ: Βγαίνεις να περάσεις καλά με τις φίλες σου και τσαααακ, με ευλυγισία κι επιδεξιότητα που θα ζήλευε και ο level 8 ξωτικορέηντζερ του πάρτυ μας στο RPG, χώνεται ανάμεσά σας. Συνήθως είναι άσχημος αλλά νομίζει ότι είναι ωραίος, είναι πανηλίθιος αλλά νομίζει ότι είναι πανέξυπνος και είναι ό,τι πιο γλοιώδες υπάρχει μετά το βάτραχο και τα σαλιγκάρια, αλλά νομίζει ότι παίζει το φλερτ στα δάχτυλα. Θέλει να σε κεράσει ποτό και να σε γνωρίσει, ενώ εσύ θες να σε κεράσει ποτό για να μην τον λούσεις με το δικό σου και πάνε τσάμπα τα λεφτά. Την τρώει ή δεν την τρώει τη γονατιά; Ευτυχώς για σένα, φίλε γλοιώδη τύπε στο μπαρ, έχω RPG σήμερα και δε θα βγω.

2. ΤΑ “ΨΑΓΜΕΝΑ” ΑΓΟΡΑΚΙΑ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΜΗ-ΣΧΕΣΗ: Η μη-σχέση είναι το καινούριο trend στους ψαγμένους κύκλους (μπλιαχ). Είναι χειρότεροι από την παραπάνω κατηγορία, όχι μόνο γιατί δεν κερνάνε (πού λεφτά για τέτοια), αλλά γιατί θα σου πουλήσουν ρομάντζο κι ευαισθησία και μετά θα το παίξουν ότι δεν είναι σε φάση, δεν έχουν χρόνο κτλ κτλ οπότε να βλέπεστε χαλαρά και σιγά-σιγά και δεν-ξερω-γω-τι-άλλο. Οπότε καταλήγεις να τραβιέσαι σε μια απροσδιόριστη φάση, και άμα τυ΄χει να είσαι λίγο ευαίσθητος και σε τελική επειδή είναι φυσιολογικό οι άνθρωποι να δένονται όταν περνούν χρόνο μαζί, αρχίζεις να δίνεις πράγματα χωρίς να παίρνεις τίποτα. Η τελευταία πρόταση συνοψίζει τέλεια τον ορισμό της μη-σχέσης (άσχετα αν είναι ξεκαθαρισμένο ή όχι απο την αρχή, χέστηκα ρε φίλε τι μου είπες στην αρχή, αν μετά από 4-5 μήνες συνεχίζεις να με βλέπεις δεν είναι λογικό να νομίζω ότι αλλάζουν τα πράγματα;) και όποιο εναλλακτικό βλαμμένο έρθει και μου πει τέτοιες μπαρούφες έφυγε με ευνουχισμό, ανασκολοπισμό και με το σκαλπ του να λείπει.

1. ΤΟ ΥΦΑΚΙ: Οι άνθρωποι χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: Αυτοί που σε ακούνε και σου συμπαραστέκονται (παράδειγμα: “Και έπρεπε να το περάσεις μόνος σου όλο αυτό;”) και αυτοί που το παίζουν ιστορία, γιατί είναι ψαγμένοι στη ζωή, στα πάντα και στα κοάλα και ΞΕΡΟΥΝ (παράδειγμα: “Τόσο καιρό μου το λες και δεν το κάνεις”, “Εγώ στα έλεγα”, κτλ κτλ.) Ε, λοιπόν. Στη δεύτερη κατηγορία ανέχομαι να βρίσκεται μόνο η μάνα μου, όχι μόνο γιατί αυτή είναι όντως ιστορία και γαμάτη και ψαγμένη στη ζωή, στα πάντα και στα κοάλα, αλλά και γιατί είναι η μάνα μου και είναι ο μοναδικός άνθρωπος που έχει το δικαίωμα να με πρήζει με τέτοιες χαζομάρες, γιατί κι εγώ έχω κάθε δικαίωμα να της πω “ώχου ρε μάνα” και να μην παρεξηγηθούμε. Με όλα τα άλλα υφάκια, όμως, ειδικά όταν είμαι σε pre-redcode mode, παίζει πρόβλημα. Κοινώς, άσε τη σοφία σου παράμερα, άμα βλέπεις ότι o άλλος δεν την παλεύει, κι ας του τα έλεγες, κι ας μην ήταν συνεπής κτλ κτλ, και, ειδικά αν τον θεωρείς φίλο σου, δώστου λίγη αληθινή συμπαράσταση. Κι αν δεν μπορείς, take him/her out. Το “θα βγω να τα σπάσω” κάνει θαύματα.

Αυτά ήταν. Το code-red κουμπί ξανακρύφτηκε πάλι με τόσο γράψιμο και τόσο γέλιο. Κρίμα, γιατί μπορεί και να είχε πλάκα...



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...