6 Ιουν 2008

Nocturne

Nocturne


Καπνίζεις και κοιτάς το ταβάνι, τα μάτια σου γεμάτα από κάτι που δεν μπορείς να περιγράψεις, δεν ξέρεις καν αν υπάρχει τελικά ή όχι, τόση κενότητα και τόση πληρότητα μαζί, ένα συν ένα ίσον δύο ίσον τίποτα ίσον τα πάντα και χάνεσαι, μικρή μου, θες πάντα να ξέρεις τι σου γίνεται και να που τώρα χάνεσαι σ' ένα ξέφρενο χορό από σκιές, αυτές που ήρθαν κι αυτές που θα 'ρθουν, θολές, να σ' αγγίζουν σ' όλο σου το κορμί, να τσιτώνεσαι και να τρέμεις, φοβάσαι, φταίει αυτό το κωλοτράγουδο, αργό και μεθυστικό σαν τη στιγμή που ακολουθεί έναν οργασμό, δε σου αρέσει να φοβάσαι, φοβάσαι ακόμη και να φοβηθείς, κλείνεις τα μάτια μα οι σκιές δε φεύγουν, εκεί είναι ακόμα και σε πειράζουν.

Προδοτικές στάλες ιδρώτα μαζεύονται στ' ακρόχειλο, τα μάτια σου αρνούνται ν' ανοίξουν πια, οι βλεφαρίδες μπλέχτηκαν μεταξύ τους απ' τη λαχτάρα, το χέρι σου κατεβαίνει χαμηλά και βρίσκει το γνώριμο εκείνο μέρος που έχει πάει τόσες φορές, εκείνη τη ζεστή, νοτισμένη, φουσκωμένη ρώγα σταφυλιού, μια στροφή με τ' ακροδάχτυλα, δυο, κι έπειτα κατεβαίνεις μια ανάσα πιο κάτω, μπαίνεις μέσα, όμορφα, ζεστά, υγρά, σαν να 'χεις πυρετό, καμπυλώνει το κορμί σου κι εκρήγνυσαι σαν αστέρι με μια κραυγή ηδονής – ή μήπως απώλειας;

Φέρνεις το χέρι σου στο στόμα, η γλώσσα ίσα που αγγίζει τ' ακροδάχτυλα, προσπαθείς να θυμηθείς πώς ήσουν κάποτε, πριν σε ραφινάρουν με ντροπές κι αξιοπρέπειες, ναι, αυτός είναι ο πραγματικός σου εαυτός, ατόφιος και πρωτόγονος σαν αυτό που γεύεσαι τώρα, με κάτι από μέλι και λεμόνι, κι εκείνη την περίεργη αψάδα στο τέλος, εκείνη που μένει να δροσίσει το στόμα με φωτιά, μήπως τελικά όλα τα άναρχα πράγματα αυτή τη γεύση έχουν;

Σηκώνεσαι κι ανοίγεις την κουρτίνα, το φεγγάρι χτυπά αναιδώς το παράθυρό σου, η γυμνή σου μορφή διαγράφεται θολή στο τζάμι, έχεις γίνει μια σκιά κι εσύ, θα ήθελες ν' αρπάξεις μια από αυτές που σε τυραννούσαν πριν λίγο και να ανταποδώσεις, να δαγκώσεις και να γδάρεις και να σφίξεις, να ουρλιάξεις και ν' ανακατευτείς, να χωθείς κάτω από το δέρμα της, τα φαντάσματα όμως δεν είναι από ύλη και το μόνο υλικό σώμα τώρα είναι το φεγγάρι, ξεδιάντροπα στρογγυλό και ασημένιο, σου φέρνει στο νου εκείνο το ποίημα του Ρίτσου που κάνατε στο σχολείο και καταριέσαι, δε θες να γίνεις σαν εκείνη, όχι, καλύτερα άσχημος άνθρωπος παρά όμορφο ποίημα.

Το φεγγάρι μάλλον άκουσε τις σκέψεις σου γιατί σε εκδικείται, αντιφεγγίζει στο τζάμι το κλειδί, το Κλειδί, εκείνο που κρέμεται απ' τ' αυτί σου, το φόρεσες όταν ράγισε η καρδιά σου για να μην ξεχάσεις, να μάθεις, να κλειδωθείς, να μην το βγάλεις μέχρι να έρθει εκείνος που δε θα σε ρωτήσει γιατί το φοράς, αλλά θα απαιτήσει απλώς να του το δώσεις, όμως αυτό είναι ακόμη εκεί, πάνω στ' αυτί σου ζει και βασιλεύει, γιατί Εκείνος δεν ήρθε κι ούτε θα 'ρθει, δεν υπάρχει ή εσύ δε θέλεις να υπάρχει.

Σεληνιάζεσαι, δαιμονίζεσαι, σκιάζεσαι, σπας το παράθυρο και πετάς με όση δύναμη έχεις τα γυαλιά στο φεγγάρι, να ματώσει, δε θα φτάσουν ποτέ ως εκεί - ποια είσαι μικρή μου που θα τα βάλεις με το φεγγάρι – ουρλιάζεις, κλαις, τραβάς το κλειδί δυνατά, βαρέθηκες κλειδιά και κλειδοκράτορες, Πανδώρες και χαοτικές σφραγίδες, τα δάκρυα λιώνουν το πρόσωπό σου σαν οξύ, τραβάς μια τελευταία φορά με λύσσα, το κλειδί εκτοξεύεται στο Άπειρο παίρνοντας μαζί του και το αυτί σου, πετάνε να βρούνε το φεγγάρι κι εσύ μένεις να τα κοιτάς ζαλισμένη, μια μάζα από αίμα, δάκρυα και κολπικά υγρά, ο πόνος σε σκίζει στα δύο, ουρλιάζεις ξανά και -

τότε ξυπνάς πάνω απ' το τετράδιο , το κλειδί είχε πατήσει στο λαιμό σου κι έχει κάνει μια λακκουβίτσα κόκκινη που τσούζει μα δε σε νοιάζει γιατί έχει ξημερώσει πια, ήταν μόνο ένα όνειρο, το τζάμι είναι στη θέση του και μπορεί να σε δείχνει ακόμα θολή, αλλά τουλάχιστον έχεις πρόσωπο κι αυτί, γελάς και βήχεις, πολλά τσιγάρα χτες, το χέρι σου μυρίζει ακόμα σαν εσένα και το τραγούδι συνεχίζει να παίζει στο repeat, αλλάζεις λίστα και παίρνεις το τετράδιο, αναρωτιέσαι τι μαλακίες έγραφες χτες και τι σκεφτόσουν πάλι, ναι, εκείνη τη σκιά, δε βαριέσαι, τη μέρα οι σκιές είναι Κάτω, δεν τις φοβάσαι και δεν τις ποθείς.

Ντύνεσαι... Πριν φύγεις, τραβάς τις κουρτίνες.
Για καλό και για κακό.


6/2/2008

9 σχόλια:

ClouD είπε...

Μη μου πεις ότι ξέχασες τη βαρύτητα!

:-)

The Pooka είπε...

Tα κλειδιά πετούν ιδανικά, καλώς ή κακώς. :P

ClouD είπε...



Ναι. Ωραία εικόνα η συγκεκριμένη. Αλλά διάβασε το κείμενο σου ανάποδα, δεν αναφερόμουν στα κλειδιά. Βασικά, δεν κατάλαβα ακόμα που ακριβώς αναφερόμουν.

Ανάθεμά σε, με έκανες να καπνίσω πάλι!

Και ξέρεις τι γίνεται, η μία ανάποδη συνήθεια φέρνει την άλλη. Το επόμενο βήμα είναι να κάνω -πάλι- κατάχρηση του χώρου των σχολίων.

Θέλω; Όσο θέλω τα συμπτώματα της βαρύτητας.

ClouD είπε...

Για να μη καταλήξω να κάνω πάλι κατάληψη εδώ, μετέφερα την παράνοια εδώ.

Νομίζω πως αυτό θα σε βοηθήσει να καταλάβεις [αν φυσικά θέλεις] το σχόλιο που έκανα.

Διαφωνώ με το ότι οι σκιές την ημέρα δεν είναι επίφοβες. Σίγουρα δεν είναι θέμα πόθου. Δεν ξέρω τι γίνεται με το πάθος [διαχωρισμός στο γεγονός ότι το δεύτερο δεν το διαλέγεις...].

Ωραία αφορμή για ένα ωραίο μπάχαλο στο μυαλό μου.

Όπως και να 'χει, ξέμεινα και από τσιγάρα.

Αρκετά.

/Στείλτε τους κλόουν.

The Pooka είπε...

Σας δώσαμε food for thought, λοιπόν...

Για τις σκιές: και τη μέρα είναι επίφοβες, φυσικά, αλλά μπορείς να το ελέγξεις κομματάκι περισσότερο, in my humble opinion.

Αρκετά, όμως, αφού η συζήτηση μεταφέρθηκε αλλού, στρίβω τσιγαράκι (ζήλεια-ψώρα) και σας επισκέπτομαι.

ClouD είπε...

Άμα η φυγή είναι το θέμα...

Όπως και να 'χει, εγώ πάω να ρουφήξω κανένα τζιν γιατί έχω καιρό να βγω από τη σπηλιά μου και επιστρέφω.

Νομίζω σύντομα.

Και θα πάρω ΚΑΙ τσιγάρα [adsf].

Γουστάρω πληθυντικούς. Έτσι.

Επιστρέφω.

The Pooka είπε...

Φυσικά και είναι η φυγή το θέμα, της ιστορία τουλάχιστον. Να φύγεις για να μη βουλιάξεις, να μη φτάσεις πάτο (άσχετα αν γίνεται τελικά η κάθοδος με το μικρό θάνατο, όπως λέτε ---> εδώ όμως θα παραθέσω κι ένα κομμάτι από τη "Λιτανεία εναντίον του Φόβου" των Bene Gesserit στο Dune, ¨οπου εκεί λένε ότι "φόβος είναι ένας μικρός θάνατος")

Τελικά τι είναι ο θάνατος; Γιατί τον φοβόμαστε; Πρέπει να τον φοβόμαστε; Και τι θα πει "πρέπει";

Σκόρπια ερωτήματα που με μπριζώνουν παραπάνω και τελικά εκείνο το τζιν μάλλον θα το πιω κι εγώ.

Bombay στυμμένο λεμόνι, 2 παγάκια.

ClouD είπε...

Ένα δύο τρία : Γαμιέται η αστυνομία!

Συγνώμη για την παρεκτροπή, αλλά είδα ένα περιπολικό που είχε εισπρακτική έξοδο όταν γύριζα σπίτι και πήρα μερικές ανάποδες στροφές.

Πολύ αίμα στο gin μου αυτή τη στιγμή...

TheUltralisk@hotmail.com είναι το msn messenger, αν είσαι ακόμα εδώ και θες να δεις ψευδίσματα γύρω από το φόβο, τους μικρούς θανάτους και τα παρελκόμενα.

Αν έφυγες, υπόσχομαι να απαντήσω σχετικά κατανοητά όταν φύγει η μέθη [έχετε φίλους που ανησυχούν όταν δεν σας βλέπουν και όταν σας βλέπουν φροντίζουν να σας φέρνουν σε ανησυχητική κατάσταση; Ωραίοι φίλοι, γουστάρω...]

Υ.Γ. Απαγορεύστε στα Ταυράκια να κυκλοφορούν στα μέρη που σερβίρουν τζιν. Kάνω μαλακίες που με ταλαιπωρούν στη συνέχεια.

The Pooka είπε...

Γιατί, και τι έγινε με τα Ταυράκια και το τζιν; Κι εγώ μαλακίες κάνω, αλλά δε με νοιάζει και πολύ πια:P

Αφού λοιπόν όταν απάντησες βρισκόμουν ήδη στο τρίτο όνειρο, διότι το τζιν μου τελικά το ήπιε κρυφά ο παππούς και παρηγορήθηκα τελικά με Fra Angelico (λικέρ με γεύση πραλίνα), αφούυυυ λοιπόν όλα αυτά, αναμένω απάντηση.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...